t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Σαν να ήταν ο καιρὸς όλος μπροστά μας...

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
Με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
Με τη γλώσσα μου μίλησε
Γίναμε αδελφοι και κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σαραντάρης
Άλλοτε η θάλασσα

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Έχω δει τον ουρανό

Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ μάτια μου
Μὲ τὰ μάτια μου ἄνοιξα τὰ μάτια του
Μὲ τὴ γλῶσσα μου μίλησε
Γίναμε ἀδελφοὶ καὶ κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι καὶ δειπνήσαμε
Σὰν νὰ ἦταν ὁ καιρὸς ὅλος μπροστά μας

Καὶ θυμᾶμαι τὸν ἥλιο ποὺ γελοῦσε

Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα...

Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριά ως τη θύμηση
Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο...

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Οδυσσέας Ελύτης
Ηλικία της γλαυκής θύμησης

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα

Ἦταν ἡ ὀδύνη
Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

να μείνεις όντως μόνος...

Δεν έχει μητρότητα ο ίλιγγος
δεν έχει πατρότητα η νύχτα... 


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό ταξίδι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Νίκος Καρούζος
Το είπα κάποτε σ' έναν ιπττάμενο

Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία
δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει
τὴν κίνηση μέσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.
Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε
τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα
πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις
ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του
τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.
Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.
Μίλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.
Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη
μὲ τοῦ κύκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης
εἶν᾿ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελῳδία στὰ πλάτη...
Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα
μὲ τόση εὐκολία καὶ τά ῾χασα βλέποντας
τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!
Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρός μου φώναξε: -Μὴ στενεύεις,
ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλίχιο
δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ᾿ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω
τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.
Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος...

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Αλέξανδρος Βέλιος, «Εγώ και ο θάνατός μου - Το δικαίωμα στην ευθανασία»

«Τον λίγο καιρό που μου απομένει, κάθε καινούρια μέρα που μετρώ, εκείνο που με διακατέχει πιο επιτακτικά είναι η επιθυμία ο θάνατός μου να είναι συνεπής με το ατομικό credo της ζωής μου. Η επιβεβαίωση αυτή είναι η ύστατη ματαιοδοξία μου. Θέλω (αλλά θα προλάβω;) να μετατρέψω συνειδητά το θάνατό μου σε μία πράξη καθαρής ελευθερίας! Φαντασιώνομαι πως η επιλογή αυτή θα μου επιτρέψει να αναφωνήσω όπως ο θνήσκων Καλιγούλας του Καμύ, ακόμη κι εκείνη την πιο τρομαχτική, την πιο αδιανόητη, την ύστατη στιγμή: “Κι όμως, είμαι ακόμα ζωντανός!... Ακούτε, εσείς οι ζωντανοί;”»...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Το μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Για το βιβλίο του Αλέξανδρου Βέλιου: «Εγώ και ο θάνατός μου - Το δικαίωμα στην ευθανασία».
(Ο άνθρωπος που «ζει» τον θάνατό του, Πρώτο Θέμα 27/06/2016, από άρθρο του Γιάννη Μακρυγιάννη)

Μόχλευσε με καταλυτικό τρόπο τη συζήτηση και την αναζήτηση γύρω από το θέμα-ταμπού, την ευθανασία. Ιδίως όταν αυτό το δικαίωμα μπορούν να το επιφυλάξουν κάποιοι στον εαυτό τους υπό την προϋπόθεση της οικονομικής δυνατότητας και πιθανόν της οικογενειακής στήριξης και βοήθειας, με την επιλογή, για παράδειγμα, του συγκεκριμένου κέντρου στην Ελβετία στο οποίο σκοπεύει να πάει και ο ίδιος. Πρόκειται όμως για ένα δικαίωμα που για προφανείς λόγους δεν μπορούν να ασκήσουν όλοι όσοι θα το ήθελαν, καθώς, πέραν του οικονομικού, στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες βέβαια, αντίκειται στο ισχύον νομικό πλαίσιο και κυρίως στους καταναγκασμούς που επιβάλλει η Εκκλησία.

Ο Αλέξανδρος Βέλιος αποφάσισε να μη φύγει ήσυχα και αθόρυβα όπως συνηθίζουν οι περισσότεροι σε τέτοιες περιπτώσεις, καθώς προτιμούν την απομόνωση, την ενδοσκόπηση και την αφιέρωση αποκλειστικά στον προσωπικό τους περίγυρο. Αφησε στην άκρη τον κλαυθμό της επερχόμενης απώλειας και επέλεξε έναν γδούπο, όπως λέει και ένας αγαπημένος του ποιητής, ο Τόμας Ελιοτ, για να αφήσει ως τελευταία γεύση. Πήρε το ρίσκο να δώσει μια έσχατη σκληρή μάχη όχι για το σώμα του που τον πρόδωσε, αλλά για τις ιδέες του. Διακινδυνεύοντας ακόμη και την απογοήτευση ή τις επιθέσεις εναντίον του στην πιο δύσκολη στιγμή, θέλησε να συμβάλει με την αποκάλυψη του μαρτυρίου του στη διεκδίκηση της ελεύθερης επιλογής του καθενός να καθορίζει το τέλος του. Μετέτρεψε το προσωπικό του δράμα σε αγώνα για ένα ανθρώπινο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου διχάζει κοινωνίες και επιστημονικές κοινότητες από πάντα. Ο ίδιος μάλιστα, μόλις συνειδητοποίησε την κατάστασή του και αντιλήφθηκε το ανεπίστρεπτο που του επιφύλαξε η μοίρα, αφιέρωσε πολλές από τις φανερά πλέον πολύτιμες ώρες των προηγούμενων μηνών στη συγγραφή ενός ανατρεπτικού και βίαια διεισδυτικού βιβλίου που πραγματεύεται ουσιαστικά ακριβώς αυτό: το δικαίωμα στην ευθανασία, όπως γράφει κάτω από τον τίτλο «Εγώ και ο θάνατός μου - Το δικαίωμα στην ευθανασία».

Σε μία από εκείνες τις γυμνές από κάθε ελπίδα νύχτες που αφιέρωσε για να αποτυπώσει την κραυγή αγωνίας στο χαρτί, αυτής της τελευταίας παρακαταθήκης του, έγραφε: «Η ζωή είναι μία συλλογική πορεία, ακόμα και για τον πιο μοναχικό άνθρωπο. Ο θάνατος, αντίθετα, είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση, επιλογή και απόφαση: το δικαίωμα στο θάνατο συνιστά για μένα το πιο θεμελιώδες ίσως ανθρώπινο δικαίωμα. Σ’ αυτό αποκορυφώνονται η ατομική ελευθερία και η ελευθερία της βούλησης, ο απογαλακτισμός του ανθρώπου από κάθε - θεϊκό, κοινωνικό ή άλλον- καταναγκασμό. Γι’ αυτό ακριβώς το καταπολεμούν όλες οι εξουσίες».

Ο αγώνας για το δικαίωμα στην ευθανασία έδωσε δημιουργικό κίνητρο, μαχητικό πνεύμα και δύναμη στον Αλέξανδρο Βέλιο σε αυτό το τρομακτικής πυκνότητας γεγονότων και γεμάτο απογοητεύσεις διάστημα. Τον ώθησε στο να παραμείνει δραστήριος πνευματικά, κοινωνικά και πολιτικά παρά τη συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του. Τον έφερε αντιμέτωπο για μία ακόμη φορά με ό,τι αντιστρατευόταν σχεδόν σε όλη του τη ζωή: τους αυστηρούς κανόνες, τον πειθαναγκασμό, τη συμβατότητα, τις λογικές του συμβιβασμού, τη μοιρολατρία. Στο βιβλίο του τα βάζει όχι με την κοσμική εξουσία, για την οποία τρέφει έτσι κι αλλιώς ελάχιστη εκτίμηση, αλλά πρωτίστως με την Εκκλησία και την υποκριτική στάση της για την ευθανασία, καθώς τη θεωρεί υπαίτια για το αναχρονιστικό πλαίσιο που θεωρεί ότι έχει επιβληθεί στο θέμα αυτό: «Στα νεκροταφεία βρίσκονται θαμμένοι ένοχοι κάθε εγκλήματος που μπορεί να φανταστεί κανείς, ανθρωπόμορφα τέρατα και καθωσπρέπει κακούργοι, επώνυμοι και ανώνυμοι αμαρτωλοί, απάνθρωποι θύτες κάθε λογής. Ολοι αυτοί δεν στερήθηκαν μια νεκρώσιμη ακολουθία από την Εκκλησία... Μόνο η αυτοκτονία είναι κάρφος στο μάτι της! Γιατί; Διότι ο αυτόχειρας την απειλεί: απειλεί να λύσει τον ζυγό της κυριαρχίας της στην ανθρώπινη ζωή». Εκφράζει τον θαυμασμό του για τους «ιδανικούς αυτόχειρες της νεότερης ιστορίας μας, εκείνους που με την αυτοκτονία τους φόρτισαν με ένα εύγλωττο τέλος ένα ανεξίτηλο έργο» και αναφέρεται στον Πολ Λαφάργκ, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Στέφαν Τσβάιχ, τον Αρθουρ Κέσλερ.

Η πρόβλεψη για καθιέρωση της ευθανασίας.
Πάντα αεικίνητος, παθιασμένος, γελαστός, αστείρευτος και κυνηγώντας νέες προκλήσεις, αυτοκαταστροφικός και εξίσου δημιουργικός, ο Αλέξανδρος Βέλιος αδυνατεί να συμβιβαστεί με την προκαθορισμένη πορεία που του επιφυλάσσει η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Και παραδέχεται ανοιχτά ότι ενώ μπορεί να ατενίζει τον ερχομό του θανάτου με σθένος, δεν αντέχει -και εξεγείρεται- μπροστά στην προοπτική του πόνου, της ραγδαίας σωματικής κατάπτωσης, της ανημπόριας. «Δεν θέλω να με βλέπουν οι δικοί μου να λιώνω σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι χωρίς τη δύναμη να επικοινωνήσω ή σε κωματώδη κατάσταση. Αποκομμένο ήδη απ’ τη ζωή, τυπικά ζωντανό ακόμα. Ποια ηθική, ποια δεοντολογία, ποιος νόμος με υποχρεώνει να πιω, κόντρα στη θέλησή μου, ένα τέτοιο πικρό ποτήρι;» γράφει. Με ένα σπαρακτικό και ταυτόχρονα καταγγελτικό κείμενο προβλέπει ότι η ευθανασία θα καθιερωθεί τελικά ως ανάγκη της σύγχρονης δυτικής οικονομίας που δεν θέλει περιττά βάρη και κατακεραυνώνει όσους σήμερα αντιστέκονται στο δικαίωμα θεληματικής αποχώρησης από τη ζωή: «Ολοι εσείς οι κατ’ επάγγελμα θεσμοφύλακες της κοινωνικής αρετής, εσείς οι αξιοπρεπείς τενόροι της διατεταγμένης ζωής, εσείς που κρύβεστε ως πόντιοι πιλάτοι πίσω από τον Θεό, τον νόμο, τον Ιπποκράτη, αυτό που αρνείστε σήμερα να αναγνωρίσετε ως δικαίωμα εν ονόματι της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ατόμου, αύριο θα το δεχτείτε ως Ενδέκατη Εντολή κατ’ επιταγήν της αγοραίας οικονομίας».

Παρότι φαινομενικά απόμακρος, σοβαρός και αυστηρός, ο Αλέξανδρος Βέλιος στο βιβλίο του ανοίγεται, φορτίζει συναισθηματικά καθετί που περιγράφει. Δείχνει σαν να μη μιλά με τον εαυτό του, αλλά ουσιαστικά απευθύνεται σε όλους τους άλλους, τους δικούς του, τους κοντινούς μα και μακρινούς ανθρώπους. Λέει όσα ίσως απέφυγε ή δεν μπόρεσε να πει όταν ζούσε ανέμελα και φυσιολογικά τη ζωή του, χωρίς το άγχος του θανάτου να απελευθερώνει τον συναισθηματικό του κόσμο, τις μύχιες σκέψεις του, τις παραδοχές του.

«Προσπαθώ να μη σκέφτομαι κάθε φορά που βλέπω τους δικούς μου ή τους φίλους μου ότι λιγοστεύουν οι φορές που θα τους ξαναδώ. Το φάσμα αυτής της κλεψύδρας θα έκανε σχεδόν αβίωτη συναισθηματικά την καθημερινότητα με τη γυναίκα μου και αβάσταχτη την επαφή με τα παιδιά μου. Ζω εντός παρενθέσεως προσπαθώντας να νιώσω τις μέρες μου ευρύχωρες. Αλλά έχω ένα σφίξιμο στο στήθος που σπάνια με εγκαταλείπει... Δεν θα δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν - κι αυτό με πονάει πιο πολύ απ’ όλα. Αποφεύγω να φαντάζομαι τη γυναίκα μου στη μοναξιά του πένθους. Θα στερηθώ αγαπημένους φίλους, διαλεκτικούς συντρόφους κάποιων δεκαετιών. Δεν θα γνωρίσω πια άλλες χαρές και λύπες, νίκες και ήττες, αλλά στο κάτω-κάτω είχα πλούσιο μερίδιο από τέτοιας λογής απότοκα της ζωής. Και χάρηκα, και έπαθα, και έμαθα».

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

το πλοίο που τώρα χάνεται...

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Το πλοίο φεύγει, λάδι σε χαρτί

Κώστας Καρυωτάκης
Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ

Τί νέοι ποὺ φτάσαμεν ἐδῶ, στὸ ἔρμο νησί, στὸ χεῖλος
τοῦ κόσμου, δῶθε ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο καὶ κεῖθε ἀπ᾿ τὴ γῆ!
Ὅταν ἀπομακρύνθηκεν ὁ τελευταῖος μας φίλος,
ᾔρθαμε ἀγάλι σέρνοντας τὴν αἰώνια πληγή.

Μὲ μάτι βλέπουμε ἀδειανό, μὲ βῆμα τσακισμένο
τὸν ἴδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ᾿ ἄρρωστο κορμί, ποὺ ἐβάρυνε, σὰν ξένο,
ὑπόκωφος ἀπὸ μακριὰ ἡ φωνή μας φτάνει ἀχός.

Ἡ ζωὴ διαβαίνει, πέρα στὸν ὁρίζοντα σειρῆνα,
μὰ θάνατο, καθημερνὸ θάνατο, μὲ χολὴ
μόνο, γιὰ μᾶς ἡ ζωὴ θὰ φέρει, ὅσο ἂν γελᾷ ἡ ἀχτίνα
τοῦ ἥλιου καὶ οἱ αὖρες πνέουνε. Κι εἴμαστε νέοι, πολὺ

νέοι, καὶ μᾶς ἄφησεν ἐδῶ, μιὰ νύχτα, σ᾿ ἕνα βράχο,
τὸ πλοῖο ποὺ τώρα χάνεται στοῦ ἀπείρου τὴν καρδιά,
χάνεται καὶ ρωτιόμαστε τί νά ῾χουμε, τί νά ῾χω,
ποὺ σβήνουμε ὅλοι, φεύγουμ᾿ ἔτσι νέοι, σχεδὸν παιδιά!

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν...

Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.
Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας δίπλα στη θάλασσα, λάδι σε καμβά

Δημοσθένης Βουτυράς
Δάκρυ στο φίδι

Πατώντας μες στ' αγκάθια, στ' άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.

Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.

Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.

-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!... Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!... Έγινε καλά όμως!... Το σκυλί!... Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!...

-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.

-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!... Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;

-Ακούς λέει!...

Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.

-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;

-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!...

Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.

Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.

Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.

Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.

Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν... Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.

-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.

Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του

-Τι γυρεύεις;

-Καπνό!... αν έχει τίποτα τρίμματα!... Μπα!... έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.
 -Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!...

Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.

Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:

-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!...

-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το 'χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!... Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!... Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;... Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!... Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!... Τι τυραννία τραβά!...Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!... Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!... Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!... Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!... Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!... Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!... Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;

-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.

Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:

-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!...

Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.

-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!...

-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.

-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!... Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου...

Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.

-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.

-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.

-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;

-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!

Αυτοί σηκωθήκανε:

-Δε θά ΄ρθεις;

-Δε διψώ!... Αντίστε!... Γρήγορα λιγάκι!... Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.

- -Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.

Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.

Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω...

Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια...

Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη... Το φίδι έμεινε ακίνητο.

Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.

-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;... Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!... Όλος ο κόσμος το κυνηγά!...

Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.

Λύπη μεγάλη του ήρθε:

-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!... είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!... Δεν έκανα

καλά!... Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!...

Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Προσμένοντας απόμεινες...

Μέσ' στη γαλήνη τα καράβια αρμενίζαν
και συ φτωχή ψυχή κάτι περίμενες ...
Στο πέλαγο η γολέτα των ονείρων σου ταξίδευε.
Στο πέλαγο η γολέτα των ονείρων σου βυθίστηκε...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλοία στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Νίκος Καββαδίας
Ήρθε μια θύμησι

Ἦρθε μία θύμησι παληὰ πολὺ καὶ χτύπησε
τὴν πόρτα τῆς θλιμμένης τῆς ψυχῆς μου ...
Ἦταν ἕνα θλιμμένο δειλινό.
Ξερὰ τὰ φύλλα χάμω πέφτανε.
Οἱ γερανοὶ στὸ νότο πέταγαν.
Μέσ᾿ στὴ γαλήνη τὰ καράβια ἀρμενίζαν
καὶ σὺ φτωχὴ ψυχὴ κάτι περίμενες ...
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου ταξίδευε.
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου βυθίστηκε.
Καὶ κεῖνο ποὺ περίμενες τὸ πήρανε
οἱ γερανοὶ στὸ μακρινὸ ταξίδι τους.
Μὲ τὰ ξερόφυλλα τὸ πῆρε ὁ ἀγέρας τοῦ φθινοπώρου
τὸ κλέψαν τὰ καράβια τὰ λευκόπανα.
Φτωχὴ ψυχὴ ... Προσμένοντας ἀπόμεινες.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα...

κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μία στάλα...

https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Αναμονή, λάδι σε χαρτί  

Γιώργος Σεφέρης
Μυθιστόρημα
(απόσπασμα)

Si j᾿ ai du gout, ce n᾿ est guère
Que pour la terre et les pierres.
ARTHUR RIMBAUD 

Α

Τὸν ἄγγελο
τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολὺ κοντὰ
τὰ πεῦκα τὸ γιαλὸ καὶ τ᾿ ἄστρα.
Σμίγοντας τὴν κόψη τ᾿ ἀλετριοῦ
ἢ τοῦ καραβιοῦ τὴν καρένα
ψάχναμε νὰ βροῦμε πάλι τὸ πρῶτο σπέρμα
γιὰ νὰ ξαναρχίσει τὸ πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν.
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεψυχήσει.
Φέραμε πίσω
αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς.

Β

Ἀκόμη ἕνα πηγάδι μέσα σὲ μιὰ σπηλιά.
Ἄλλοτε μᾶς ἦταν εὔκολο ν᾿ ἀντλήσουμε εἴδωλα καὶ στολίδια
γιὰ νὰ χαροῦν οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἔμεναν ἀκόμη πιστοί.
Ἔσπασαν τὰ σκοινιὰ μονάχα οἱ χαρακιὲς στοῦ πηγαδιοῦ τὸ στόμα
μᾶς θυμίζουν τὴν περασμένη μας εὐτυχία:
τὰ δάχτυλα στὸ φιλιατρό, καθὼς ἔλεγε ὁ ποιητής.
Τὰ δάχτυλα νιώθουν τὴ δροσιὰ τῆς πέτρας λίγο
κι ἡ θέρμη τοῦ κορμιοῦ τὴν κυριεύει
κι ἡ σπηλιὰ παίζει τὴν ψυχή της καὶ τὴ χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρὶς μία στάλα.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Έξω, νύχτα σκοτεινή...

Ο δρόμος το σμπαράλιασε, τό 'πνιξε το σκοτάδι,
έφτασε ν' απελπιστεί..
*
Troubled, wildered, and forlorn,
Dark, benighted, travel-worn...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Γουίλιαμ Μπλέικ
Το όνειρο
(Τα τραγούδια της αθωότητας)

Ἄγγελοι μὲ φυλούσανε κι ἐγὼ βαθιὰ κοιμόμουν.
Ἔξω, νύχτα σκοτεινή.
Μὰ ξάφνου κάτι σάλεψε πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα:
ἕνα ὄνειρο εἶχε μπεῖ.

Καθόμουν, λέει, στὴν ἐξοχὴ κι ἕνα μικρὸ μυρμήγκι
στὸ χορτάρι εἶχε χαθεῖ.
Τὸ δύστυχο, ξεστράτησε, νυχτώθηκε μονάχο
κι εἶχε ἀπ᾿ ὥρα κουραστεῖ.

Ὁ δρόμος τὸ σμπαράλιασε, τό ῾πνιξε τὸ σκοτάδι,
ἔφτασε ν᾿ ἀπελπιστεῖ.
Μὲς στὰ πυκνὰ κι ἀδιάβατα χορτάρια ἀκούω τότε,
μιὰ σπαραχτικὴ φωνὴ:

«Παιδάκια μου, σᾶς ἔχασα, μὲ χάσατε, ποῦ εἶστε;
Ὁ μπαμπάς σας ποῦ θρηνεῖ;
Τὸ ξέρω πὼς μὲ ψάχνατε! Γυρίσατε στὸ σπίτι;
Εἶμαι πιὰ γιὰ σᾶς νεκρή;»

Μέσα ἡ καρδιά μου σπάραξε καὶ μοῦ ῾τρεξε ἕνα δάκρυ,
μὰ νά, ἡ κωλοφωτιὰ
πετιέται ἀπὸ τὶς σκοτεινιές. Στὸ δύστυχο μυρμήγκι
μὲ ζωντάνια ἀπαντᾶ:

«Ποιὸ πλάσμα ἀσήμαντο καλεῖ μὲ κλάματα τῆς νύχτας
τὸν ἀκοίμητο φρουρό;
Μπρός, σήκω, πάρ᾿ τὰ πόδια σου! Τὸ σκοτεινὸ χορτάρι
τὸ φωτίζω τώρα ἐγὼ.

Γιὰ κοίτα! Βγαίνει ὁ μπάμπουρας καὶ φέρνει γύρα. Τρέξε,
ἄντε, βιάσου, μὴν ἀργεῖς.
Πετᾶ, βουίζει, ἄκου τον, πήγαινε ὅπου πηγαίνει.
Στὸ σπίτι σου θὰ βγεῖς».

(μετ. Γιώργος Μπλάνας) 

William Blake
A Dream

Once a dream did weave a shade
O'er my Angel-guarded bed,
That an Emmet lost its way
Where on grass methought I lay.

Troubled, wildered, and forlorn,
Dark, benighted, travel-worn,
Over many a tangle spray,
All heart-broke, I heard her say:

"Oh my children! do they cry,
Do they hear their father sigh?
Now they look abroad to see,
Now return and weep for me."

Pitying, I dropped a tear;
But I saw a glow-worm near,
Who replied, "What wailing wight
Calls the watchman of the night?

"I am set to light the ground,
While the beetle goes his round:
Follow now the beetle's hum;
Little wanderer, hie thee home."