t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Η δύση άφηνε τις ύστατες αχτίδες...

σέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθε
το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει
της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του...

*
Promenant ma plaie ; et l'épais linceul
Des ténèbres vint noyer les suprêmes
Rayons du couchant dans ses ondes blêmes...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Πωλ Βερλαίν
Αισθηματικός περίπατος

Η δύση άφηνε τις ύστατες αχτίδες
κι ο άνεμος τα χλωμά τα νούφαρα κινούσε,
τ' ανοιχτά νούφαρα, μέσα από τα καλάμια
θλιβερά γυάλιζαν στο άτρεμο κύμα απάνω.
Μόνος πλανιόμουνα, σέρνοντας την πληγή μου
μέσα από τις ιτιές, μπρος στων νερών το μάκρος,
που η πάχνη η άπλαστη όμοιαζε μεγάλο
φάντασμα άσπρο σαν το χιόνι, απελπισμένο,
με τις άγριες πάπιες μαζί θρηνώντας,
που τα φτερά χτυπάν κι η μια την άλλη κράζουν,
μέσα από τις ιτιές, που ολόμονος πλανιόμουν
σέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθε
το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει
της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του
και τα νούφαρα, μεσ' από τα καλάμια,
τ' ανοιχτά νούφαρα στο άτρεμο κύμα απάνω.

(Μετ. Τέλλος Άγρας)


Paul Verlaine
Promenade sentimentale

Le couchant dardait ses rayons suprêmes
Et le vent berçait les nénuphars blêmes ;
Les grands nénuphars entre les roseaux
Tristement luisaient sur les calmes eaux.
Moi j'errais tout seul, promenant ma plaie
Au long de l'étang, parmi la saulaie
Où la brume vague évoquait un grand
Fantôme laiteux se désespérant
Et pleurant avec la voix des sarcelles
Qui se rappelaient en battant des ailes
Parmi la saulaie où j'errais tout seul
Promenant ma plaie ; et l'épais linceul
Des ténèbres vint noyer les suprêmes
Rayons du couchant dans ses ondes blêmes
Et les nénuphars, parmi les roseaux,
Les grands nénuphars sur les calmes eaux.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

αποκρυσταλλωμένες μνήμες...

στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις βλαστήμιες τους˙
όταν αστράφτει μέσα στ' ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη˙
στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το Κύπελλο των Αστρων...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Ύμνος στη θάλασσα
(απόσπασμα)

Eναν ύμνο λαχτάρησα στη θάλασσα σε ρυθμούς απλωμένους σαν τις κραυγές των κυμάτων˙
στη θάλασσα όταν ο Ηλιος στα νερά της σαν κατακόκκινη σημαία κυματίζει˙
στη θάλασσα όταν φιλά τα χρυσαφένια στήθη των παρθένων ακτών που καρτερούν διψασμένες˙
στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις βλαστήμιες τους˙
όταν αστράφτει μέσα στ' ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη˙
στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το Κύπελλο των Αστρων.
Σήμερα κατηφόρισα απ' το βουνό στην κοιλάδα
κι απ' την κοιλάδα στη θάλασσα.
Ο δρόμος τράβαγε μακρύς όσο κρατάει ένα φιλί.
Οι μυγδαλιές σκορπούσαν τις γαλανές σκιές των κορυφών τους πάνω στο μονοπάτι
και στην κορφή της κοιλάδας, ο ήλιος
τινάζει τις ολόχρυσες Γολκόνδες του στο γλαυκό σου δάσος: Θάλασσα!
Μητέρα, Αδελφή, Ερωμένη...!
Μπαίνω μες στους απέραντους κήπους των νερών σου και κολυμπώ μακριά από τη στεριά.
Τα κύματα έρχονται, με τους εύθραυστους θυσάνους των αφρών και χάνονται μες στη βουή.
Προς την ακτή.
Με τις κοκκινωπές βουνοκορφές της
με τα γεωμετρικά της σπίτια
με τις φοινικιές της, έρμαια του ανέμου
που τώρα έχουν γίνει πελιδνά και παράλογα σαν αποκρυσταλλωμένες
μνήμες!

(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Kαι φαγωμένοι οι θεοί, όλο υπάρχουν...

Στα γηρατιά και στο θάνατο παραδομένος θεός πάντα
τα γηρατιά και το θάνατο δε θα τα βρω, δεν τα ξέρω.
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, ρουφημένοι, και κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οι παράνομοι ακέριοι, το θέλω τους νόμος,
ξαναγεννιούνται, όλο υπάρχουν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά

Κωστής Παλαμας
Oμηρικός Ύμνος
B´. O Δημοφών

(απόσπασμα)

Δήμητρα, ευφραίνεται η γη σαν της ρίχνης χρυσά τα μαλλιά σου,
κι όπου φανής και στη γη μας νησί των μακάρων η γη μας.
Δράκοντες πάντα φτερώνουν, Tριπτόλεμε, το άρμα σου κι όταν
η Περσεφόνη κ’ η Δήμητρα σ’ έχουν ανάμεσα, πρώτος
τη γη, είσαι θεός, την οργώνεις.

Kαι με φορέματα και με διαμάντια τής δίνεις της φύσης
πάλι το φως, τη δροσιά, τη φωτιά, τη φωνή και το χρώμα,
ξάνα της δίνεις το δέντρο, τ’ αστάχι, το κλήμα, το φύτρο,
και με τα χέρια σου προικιά νυφιάτικα που δε μετριένται
κι αχειροποίητα της πλάθεις.

Mόνος μου εγώ μόνος θεός αμνημόνευτος, άγνωρος, ξένος
είμαι από τότε που η θέαινα μ’ οργή και με πίκρα βαλμένη
να ταπεινώνη θνητούς και να κρύβη μακάριους, μ’ αφήνει
παραριμμένο κι ας μου είταν θρεμμένη ολοκλήρωτη η σάρκα
στην αμβροσία και στη φλόγα.

Στα γηρατιά και στο θάνατο παραδομένος θεός πάντα
τα γηρατιά και το θάνατο δε θα τα βρω, δεν τα ξέρω.
Kαι φαγωμένοι οι θεοί, ρουφημένοι, και κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οι παράνομοι ακέριοι, το θέλω τους νόμος,
ξαναγεννιούνται, όλο υπάρχουν.

Ίακχος. Mου λεν τούτο τ’ όνομα. Tάχα είμ’ εκείνος; Ω! τάχα
με τους αγνούς μυστικούς τούς πιστούς, με τους όσιους ο πρώτος
το χορό σταίνω και θεός και πατώ και με στέρεα τα πόδια,
κι όσο αλαφρά, φορεσιά μου τα ρόδα, τα σμύρτα στεφάνι,
μες στη νύχτα, είμαι τ’ άστρο;

Eίμαι ο Διόνυσος; όχι, της Δήμητρας κρυφός νυμφίος,
και της Aριάδνης γαμπρός και μανία των Bακχίδων εκείνος.
Δεν είμαι Ίακχος, ούτε Διόνυσος όσο αν τους μοιάζω.
Aν απ’ ανθρώπου κάποια ήμερη γέννα πηγάζω, ένας είμαι
θεάνθρωπος, άνθρωπος όχι.

Eίν’ ο πατέρας Kελεός μηνυτής ορθρινός της ημέρας
που ξημερώνει και ηλιόχαρη σε όλους και πάντα θεών είναι.
Xέρι ο Tριπτόλεμος, δόξα κλητή, διαλεμένη, οδηγήτρα,
ο Eύμολπος της συμφωνίας ιερής τελεστής πρωτοψάλτης·
δε λέει κανείς τ’ όνομά μου.

Kάτου απ’ τον κόσμο των θεών ουλαμός των ημίθεων. Kαι μόνος
μένω με τ’ όνομα σα να μην είναι τ’ αμίλητο απ’ όλους,
όνομ’ ανάκουστο, ανάφερτο σαν το θνητό που του δόθη·
μ’ αν είν’ η πράξη μου αργή, τι κυρίαρχο γοργό μου το πνεύμα,
θεός, θνητός όχι, δεν είμαι.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Ν' ακούς πάντα...

Ν' ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας
Ν' ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον
καρφώνουμε στον τοίχο
Ν' ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας
Νυχτερινά

Ν' ακούς πάντα
Ν' ακούς το μεγάλωμα της νύχτας
Ν' ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας
απ' τον τοίχο
Ν' ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της
νύχτας στο δέρμα
Ν' ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα
Ν' ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του
νερού το φως
Ν' ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ' τον ορίζοντα
γυρίζουν
Και ακινητούν σ' άλλων ματιών την αιώρα
Ν' ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο
Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο
Τον ήλιο ν' ακούς που δέρνεται απ' το φέγγος της σταγόνας
Ν' ακούς του άστρου το χρώμα
Ν' ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την
ανάσανε κι έγινε περιβόλι
Ν' ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας
Ν' ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον
καρφώνουμε στον τοίχο
Ν' ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους
Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν' ακονίζονται
Ν' ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια
ζεστές και τρέμουν
Ν' ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει σε δυο
τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει
Ν' ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να
πεταχτεί ο Θεός
Ν' ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα
Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί

Την καρδιά ν' ακούς
Ν' ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο
Την καρδιά ν' ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα
φεγγάρια
Ν' ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την
πληγή του νερού
Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα
Ν' ακούς πάντα

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Πολιτική: επιτρέπει, αν δεν προτρέπει σ’ αυτές, τις πιο άτιμες διαδικασίες...

Οι αρετές μας και τα προτερήματά μας είναι αυτό που μας κάνει μισητούς. Προκαλεί την αναζήτηση των ελαττωμάτων μας. 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά

Πωλ Βαλερύ
Στοχασμοί - Επιλογή από το έργο του
(μετ. Χ. Μπανάκου Καραγκούνη, Εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ)
Απόσπάσματα


Οι πιο μεγάλοι άνθρωποι είναι εκείνοι που τόλμησαν να εμπιστευτούν τη δική τους κρίση – το ίδιο και οι πιο ηλίθιοι.

Η πολιτική είναι η τέχνη του να εμποδίζεις τους ανθρώπους να ανακατεύονται με ό,τι τους αφορά.

Πολιτική είναι ο χειρισμός του περισσότερου από το λιγότερο, του τεράστιου αριθμού από τον μικρό, του πραγματικού από τις εικόνες και τις λέξεις.

Η πολιτική χρήση των πιο ωραίων ονομάτων, των πιο ευγενικών προθέσεων της γλώσσας τα υποβαθμίζει· και σύντομα τα εξασθενίζει και τα εξαντλεί.

Η πολιτική βρίσκει πάντοτε μια ευγενική διατύπωση που επιτρέπει, αν δεν προτρέπει σ’ αυτές, τις πιο άτιμες διαδικασίες.

Ό,τι δεν έχει σταθεροποιηθεί δεν είναι τίποτα. Ό,τι έχει σταθεροποιηθεί είναι νεκρό

Το παιδί βλέπει και δεν ξέρει. Ο μεγάλος ξέρει και δεν βλέπει.

Η πιο μεγάλη απόλαυση είναι το πλησίασμα της απόλαυσης.

Δυστυχισμένος όποιος δεν έχει τίποτε να δώσει. Αλλά χίλιες φορές δυστυχισμένος όποιος δεν έχει κανέναν για να μοιραστεί μαζί του αυτό που έχει.

Όποιος κάνει το καλό από καθήκον, το κάνει άσχημα, και το κάνει χωρίς τέχνη.

Η αδυναμία της δύναμης είναι ότι δεν πιστεύει παρά στη δύναμη.

Ένας σοβαρός άνθρωπος έχει λίγες ιδέες. Ένας άνθρωπος με ιδέες δεν είναι ποτέ σοβαρός.

Οι αρετές μας και τα προτερήματά μας είναι αυτό που μας κάνει μισητούς. Προκαλεί την αναζήτηση των ελαττωμάτων μας.

Η ηλικία του γιατί. Τα παιδιά ρωτούν Γιατί; Τότε τα στέλνουν στο σχολείο που τα θεραπεύει από το ένστικτο αυτό και θριαμβεύει πάνω στην περιέργεια με την πλήξη.

Η συνείδηση βασιλεύει και δεν κυβερνά.

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι σε όλες τις δυνατές περιπτώσεις πολιτική και ελευθερία του πνεύματος αποκλείονται αμοιβαία. Η δεύτερη είναι ο ουσιαστικός εχθρός των κομμάτων, όπως άλλωστε και κάθε θεωρίας που κατέχει την εξουσία.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Α, τι νύχτα ήταν εκείνη...

Οι πόλεις, ράκη αστροφεγγιάς, πνέουν, το κόκκινο λειρί τους
στην αντάρα, ζωές των ξένων, η ώρα μία της νυκτός προφτά-
νοντας με το συρμό των καταιγίδων—  


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη λιμάνι, λάδι σε καμβα

Τζένη Μαστοράκη
Παρακμή

Η παρακμή
δεν έχει χρονικά περιθώρια.
Έρχεται σαν εξώδικη πρόσκληση
κι έτσι απλά
σου βγάζει τα έπιπλα στο δρόμο.
Γύρω σου τα παιδιά
περιεργάζονται
την πλάτη της καρέκλας σου
εκεί που σε μια παραφορά
της εφηβείας
είχες γράψει:
Ψέματα - Ψέματα - Ψέματα.
Τελικά
φορτώνεις μόνο το κρεβάτι
σε μια περαστική μοτοσυκλέτα
και μετακομίζεις
σε άγνωστη διεύθυνση.


Α, τι νύχτα ήταν εκείνη...

Και λέει, μόνο να πεθάνω ήθελα, και πώς γυρίσαν όλα κι
ανατρέχουν, κύκλο τον κύκλο τ' αφρισμένα στο νερό,
κύκλο τον κύκλο οι ζωές των ξένων, με ηλικίες αλλόκοτες ξανάβρισκαν-

στο άγριο των οραμάτων ο βυθός, και στον ασάλευτο αέρα
που άδειαζε, ώ της ερήμου αρμάδες, ώ φτερά, κι ο θρήνος
τα λιωμένα γλείφοντας.

Οι πόλεις, ράκη αστροφεγγιάς, πνέουν, το κόκκινο λειρί τους
στην αντάρα, ζωές των ξένων, η ώρα μία της νυκτός προφτά-
νοντας με το συρμό των καταιγίδων—

κι εγώ που μόνο ήθελα, εγώ

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι...

Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Νίκος Καββαδίας
Μαρέα

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά

το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες          
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες

του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat

Πυξίδα γέρικη – ataxie locomotrice –
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κ’ οι τρεις
να λύσει τ’ άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα

Της τραμουντάνας τ’ άστρο, τ’ άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά

Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες
μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα

Πουλιά στα ξάρτια – καραντί – στεργιανή ζάλη
χελιδονόψαρα – πνιγμένου δαχτυλίδι
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι

Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

είχε πια νυχτώσει...

τη βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλους,
στην άκρη του χείλους
ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση ―
είχε πια νυχτώσει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Kώστας Καρυωτάκης
Όταν άνθη εδένατε...   

Όταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας,
και μες στην καρδιά σας
αντηχούσαν σάλπιγγες, κι ήρθατε σε χώρα
πιο μεγάλη τώρα ―
οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα, τα ρίγη,
είχαν όλοι φύγει.

Όταν άλλο επήρατε πρόσταγμα, άλλο δρόμο,
σκύβοντας τον ώμο,
τη βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλους,
στην άκρη του χείλους
ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση ―
είχε πια νυχτώσει.

Kι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέρια
πάνω από τ' αστέρια,
κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα, που ανεστράφη,
ο ουρανός εγράφη,
κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι ―
είχατε πεθάνει.

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

μετέωρη...

Κι είναι η βροχή σαν οίκτος
κι είναι η κυρία αυτή
σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή.
Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή,
βαριές πατημασιές καημού
τον βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μετά τη βροχή, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Κική Δημουλά
Μία μετέωρη κυρία    

Βρέχει...
Μία κυρία εξέχει στη βροχή
μόνη
πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι είναι η βροχή σαν οίκτος
κι είναι η κυρία αυτή
σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή.
Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή,
βαριές πατημασιές καημού
τον βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει...
Κι όλο αλλάζει στάση,
σαν κάτι πιο μεγάλο της,
ένα ανυπέρβλητο,
να ’χει σταθεί
μπροστά σ’ εκείνο που κοιτάζει.
Γέρνει λοξά το σώμα
παίρνει την κλίση της βροχής
―χοντρή σταγόνα μοιάζει―
όμως το ανυπέρβλητο μπροστά της πάντα.
Κι είναι η βροχή σαν τύψη.
Κοιτάζει...
Ρίχνει τα χέρια έξω απ’ τα κάγκελα
τα δίνει στη βροχή
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρά η ανάγκη
για πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει...
Και, ξαφνικά,
σαν κάποιος να της έγνεψε «όχι»,
κάνει να πάει μέσα.
Πού μέσα ―
μετέωρη ως εξείχε στη βροχή
και μόνη
πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι.