t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Η πανδημία της μεγάλης απόδρασης...

Αγναντεύοντας το φεγγάρι η καλύτερα το μακρινό σύμπαν...

Η πανδημία της μεγάλης απόδρασης...

Άλλοι αποδρούν δια της κατανάλωσης, άλλοι ταξιδεύοντας, άλλοι δια του ποδοσφαίρου (μέχρι και οι γυναικές ενέσκηψαν στον αμνηστευμένο "φιλαθλητισμο"). Όσο για τους πολιτικούς - αυτοί αποδρούν δια των εκλογών. Όχι θα κάτσουν να σκάσουν...

Γενικά όλοι αποδρούν και τα φορτώνουν στον κόκκορα. Αποτέλεσμα η χώρα να έχει μετατραπεί σε ρημαγμένο κι ανεξέλεγκτο σκουπιδώνα...

Ακολουθώντας τη μόδα, λέμε κι εμείς να αποδράσουμε. Για τα καλά όμως και άνευ επιστροφής!

Η ανακάλυψη του μακρινότερου γαλαξία από το Hubble αποτελεί ιδανική λύση για όσους έχουν φτάσει στο απροχώρητο μ' αυτή τη μοιραία χώρα και τους μοιραίους ανθρώπους της - απέχει 13 δισ. έτη φωτός. Ή ρίχνεις μαύρη πέτρα ή δε ρίχνεις κι όποιον πάρει ο χάρος..!

Ακλουθεί σχετική είδηση, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21-10-2010

Ο πιο μακρινός γαλαξίας στο σύμπαν

Μία μικρή, αχνή κουκίδα σε μία εικόνα του Hubble αποτελεί τον πιο μακρινό γαλαξία που έχει εντοπιστεί ποτέ στο σύμπαν- το φως από τον οποίο έκανε 13 δισεκατομμύρια χρόνια να φτάσει στη Γη.

Η αρχική παρατήρηση είχε γίνει από το διαστημικό τηλεσκόπιο, και περαιτέρω διερεύνηση έγινε από αστρονόμους στο VLT (Very Large Telescope) στη Χιλή.

Όπως αναφέρει η ομάδα, που δημοσίευσε τα αποτελέσματα της μελέτης της στο Nature, η διαθέσιμη εικόνα απεικονίζει τον γαλαξία όπως ήταν 600 εκατομμύρια χρόνια μετά το Big Bang.

«Αν τον δει κανείς στην εικόνα του Hubble, δεν λέει πολλά…δεν ξέρουμε πολλά για αυτόν, πέρα από το ότι φαίνεται αρκετά μικρός- πολύ μικρότερος από τον δικό μας γαλαξία. Πιθανότατα έχει μόνο το 1/10 - 1/100 των άστρων στο γαλαξία μας. Και αυτό αποτελεί πρόβλημα στην παρατήρησή του- δεν είναι μεγάλος και δεν είναι φωτεινός» είπε ο Δρ Ματ Λένερτ του Observatoire de Paris και επικεφαλής της ομάδας.

Ο εν λόγω γαλαξίας- υπό το όνομα UDFy-38135539 - παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ο σχηματισμός του τοποθετείται στην «εποχή του επαναϊονισμού», όταν οι πρώτοι «γαλάζιοι γίγαντες» δημιούργησαν τα πρώτα βαρέα στοιχεία, και έκαψαν τα ουδέτερα αέρια, αποσπώντας ηλεκτρόνια από άτομα και παράγοντας το διαγαλαξιακό πλάσμα που εντοπίζεται ανάμεσα σε κοντινά άστρα σήμερα.

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & έλληνες ζωγράφοι, ζωγράφοι: η ελληνική μνήμη στη ζωγραφική και την ποίηση...

28η Οκτωβρίου 2010
Αφιερώνεται στις μνήμες μας

ελληνικές
ηρωϊκές
μνήμες ελευθερίας & αντίστασης


Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος...

Οδυσσέας Ελύτης

Άσμα ηρωικό και πένθιμο
για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας




Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.



Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!



Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!



Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!



Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!



Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: πὼς τέτοιο φῶς ἀφήσανε καὶ πᾶν στὰ μαῦρα ξένα...

Εἶναι μιὰ τόση ἀπανεμιὰ καὶ μιὰ γαλήνη τόση,
ποὺ τὰ καράβια ἀπόμακρα μὲ τὰ πανιὰ ἀνοιγμένα
σταμάτησαν, μὰ κοίταξε, σὰ νἄχουν μετανιώσει,
πὼς τέτοιο φῶς ἀφήσανε καὶ πᾶν στὰ μαῦρα ξένα...

Λάμπρος Πορφύρας


Γαλήνη

Σήμερα πάλι λιόχαρος εἶναι ὁ γιαλὸς κι ὁ δρόμος
ὁ ἐρημικός, ποὺ σέρνεται κοντὰ στ᾿ ἀκροθαλάσσι
τὸ καλοκαίρι τὄδιωξαν τὰ πρωτοβρόχια, κι ὅμως
τὸ σκοτεινὸ φθινόπωρο δὲν ἔχει ἀκόμα φτάσει.

Εἶναι μιὰ τόση ἀπανεμιὰ καὶ μιὰ γαλήνη τόση,
ποὺ τὰ καράβια ἀπόμακρα μὲ τὰ πανιὰ ἀνοιγμένα
σταμάτησαν, μὰ κοίταξε, σὰ νἄχουν μετανιώσει,
πὼς τέτοιο φῶς ἀφήσανε καὶ πᾶν στὰ μαῦρα ξένα.

Τώρα ὡς κι οἱ πένθιμοι καπνοὶ τῶν βαποριῶν ἀράζουν
ἀσάλευτοι σὰ σύννεφα κι αὐτοὶ μὲς στὸν ἀγέρα.
Ὅλα ἀπ᾿ τὸν κόπο τῆς ζωῆς τριγύρω μου ἡσυχάζουν
ὅλα, καὶ μόνο στοῦ γιαλοῦ τὴν ἀμμουδιὰ ἐκεῖ πέρα,

μονάχα ἐκεῖ, Γαλήνη μου, σαλεύοντας τὸ κῦμα
ζητάει κάποιο τραγούδι του νὰ πεῖ μὲς τὴ γιορτή σου,
μὰ δὲν ξεσπάει νὰ σοῦ τὸ πεῖ, λὲς καὶ πὼς τὄχει κρῖμα
νὰ σοῦ ταράξει τὴ χαρὰ ποὺ βρῆκες στὴ σιωπή σου.


Η θαμπωμένη χώρα

Πολλές φορὲς στοῦ δειλινοῦ τὴ μυστικὴ τὴν ὥρα,
ὅταν γυρνῶ μὲ τὴν ψυχὴ βαριὰ συλλογισμένη,
πολλὲς φορὲς στὴν ἐρημιὰ βγαίνει μίαν ἄυλη χώρα,
μιὰ χώρα πάντα σιωπηλὴ καὶ πάντα θαμπωμένη.

Τὰ σπίτια της εἶναι κλειστὰ κι εἶναι παλιά. Κλωνάρια
ξεβγαίνουν μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς φτωχὲς αὐλές, τὶς ρημαγμένες,
στοὺς τοίχους, στὰ κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια
κι οἱ στέγες μὲς στὴν πράσινη τὴ μούχλα εἶναι ντυμένες.

Ἔτσι εἶναι. Κι ἄλλα τά ῾χω δεῖ -θαρρῶ- στὰ μαῦρα ξένα,
ἄλλα ἐδῶ πέρα στὸ χωριό, καὶ κάποια στὸ νησί μου,
κάποια στὸ δρόμο τοῦ γιαλοῦ, σὲ χρόνια εὐτυχισμένα,
κι ὅλα τους, κι ὅλη ἡ χώρ᾿ αὐτὴ μοῦ λέει γιὰ τὴ ζωή μου.

Ἄ! Καθὼς μπαίνω στ᾿ ἄχαρα τὰ βραδινὰ στενά της,
κανένας δὲν ὑπάρχει πιὰ νὰ βγεῖ νὰ μ᾿ ἀπαντήσει,
ἐγὼ εἶμαι ὁ μόνος κι ὁ στερνὸς ποὺ τὰ περνῶ διαβάτης·
θυμᾶμαι ἀγάπες· σβήνεται τὸ λίγο φῶς στὴ δύση·

Σβήνεται ἀγάλια ὁλότελα. Κι ἡ χώρα ἡ θαμπωμένη
μαζὶ μ᾿ ἐκεῖνο σιωπηλὴ βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός. Κι ἀλλοίμονο! τριγύρω μου δὲ μένει
παρὰ ἡ νυχτιά, κι ἡ σκοτεινιὰ κι ἡ ἀτέλειωτη ἐρημιά μου.

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό...

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
Xειμώνα ελάχιστε,
H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς...

Οδυσσέας Ελύτης

Λακωνικόν

O καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη
μου επέστρεψε στον ήλιο.

Kείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της
πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Xειμώνα ελάχιστε,

H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Kαι στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι

κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Aνέλπιστου.

Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό

Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που εάν σηκωθεί μέσα μας αέρας, αλίμονο. Oι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμματίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζεται με το φως, όχι με τη δύναμη. Kι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βάζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σωμάτων μάς παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα χωρίς συγκατάβαση.

A ! όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κάποιας Aγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, τότε η μικρή Kουμπώ μ' ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει εκεί ψηλά, μέσα στον αναστεναγμό μας, όλα τα εύφλεκτα: πάθη, πείσματα, φωνές οργής, μυριάδες έντομα χρωματιστούλια που να λαμπαδιάσει ο τόπος !

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή...

Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή;

Πιο αίθρια έχεις τη μορφή, πιο αγαπημένη·
σκορπούν τα μαγιολούλουδα οι ανέμοι,
τα καλοκαίρια έχουν θητεία μικρή...

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Σονέτα

Ι

Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή;
Πιο αίθρια έχεις τη μορφή, πιο αγαπημένη·
σκορπούν τα μαγιολούλουδα οι ανέμοι,
τα καλοκαίρια έχουν θητεία μικρή.

Κάποτε καίει χρυσό το μάτι τ' ουρανού
κι άλλοτε καταχνιά πυκνή το σκοτεινιάζει.
Τ' ωραίο του ωραίου πεθαίνει: θύμα του καιρού
ή άθυρμα της τύχης που όλο αλλάζει.

Αλλά ο δικός σου ο ήλιος δεν θα δύσει,
δεν θα γνωρίσει η άνοιξή σου το χαμό,
την ομορφιά σου 'Αδης θρασύς δεν θα συλήσει,
παντοτινά θ' ανθείς, σ' αυτά τα λόγια εδώ.

Όσο έχουν μάτια οι άνθρωποι, όσο έχουνε πνοή,
τόσο θα ζουν κι αυτά και θα σου δίνουνε ζωή.

Shall I compare thee to a summer's day

Shall I compare thee to a summer's day?
Thou art more lovely and more temperate.
Rough winds do shake the darling buds of May,
And summer's lease hath all too short a date.
Sometime too hot the eye of heaven shines,
And often is his gold complexion dimmed;
And every fair from fair sometime declines,
By chance, or nature's changing course, untrimmed;
But thy eternal summer shall not fade,
Nor lose possession of that fair thou ow'st,
Nor shall death brag thou wand'rest in his shade,
When in eternal lines to Time thou grow'st.
So long as men can breathe, or eyes can see,
So long lives this, and this gives life to thee.

ΙΙ

Τα όμορφα πλάσματα ποθούμε να πληθαίνουν,
να μένει πάντα η καλλονή τους θαλερή,
ώστε βορά του χρόνου όταν πεθαίνουν,
ν' αφήνουν διάδοχο, τη μνήμη να φρουρεί.

Μα εσύ, στα μάτια σου τα ηλιόλουστα πιστός,
το φως ξοδεύοντας δεν σκέφτεσαι το βράδυ.
Κι όμως, μετά την πλησμονή ξεσπά ο λιμός,
κι η φλόγα πένεται μόλις σωθεί το λάδι.

Τι κι αν του κόσμου είσαι το εφήμερο στολίδι,
ο πρώτος άγγελος μιας άνοιξης γλυκιάς,
όταν στο άνθος σου το σπόρο θάβεις ήδη
κι έτσι φιλάργυρος την έρημο γεννάς;

Του κόσμου ανάλγητος χρεώστης μη φανείς:
δώσε του εκείνου τον ανθό, κι όχι της γης.

(μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης)

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Είμαστε οι προάγγελοι του χάους...

Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.

Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο κι δεν είμάστε τίποτα απ
Αυτόν τον κόσμο
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο...

Γιώργος Μακρής

Εμείς οι λίγοι

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
Με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
Κι ολλούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
Κι σ’ όλους με τους έρωτες αυτής αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο κι δεν είμάστε τίποτα απ
Αυτόν τον κόσμο
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

Είμαστε οι προάγγελοι του χάους

Εραστές

Περάσανε οι ώρες του γοργά
Και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι
Με βήματα επίσημα κι αργά
Και καμπαρντίνα κουμπωμένη.

Και λυπηθήκαμε τους εραστές
Με το μικρό στο τόπο πήγαιν’ έλα τους
Να νείρονται αγκαλιές ζεστές
Σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: η απόλυτη λεηλασία του βίου μας...

Εικόνες της Ελλάδας που κάποτε γνωρίσαμε - τις θέλουμε πίσω...

Αλλοίμονο!

Φτάσαμε στο τέλος πια - ένα τέλος, χωρίς τέλος, σαν άπατο βαρέλι...

Λεηλασία του κοινωνικού και οικονομικού βίου, απόλυτη βαρβαρότητα, χυδαιότητα, εκπόρνευση...

Αυτή είναι η χώρα. Οι βάρβαροι έχουν έρθει εδώ και καιρό, χωρίς να τόχουμε πάρει είδηση - μέσα στη ραστώνη μας, συνεχίζουμε να τους περιμένουμε, κατά τον ποιητή...

Θέλουμε την Ελλάδα πίσω...

«Δεν έχω δει ποτέ στη ζωή µου εξουσία χωρίς βία, γι αυτό δηλώνω αντεξουσιαστής, θέλω να κρατήσω αυτό το περήφανο µπαϊράκι τού απέξω, του περιθωριακού, του ανένταχτου»

Νίκος Κούνδουρος


Να πως τιμάει η σημερινή Ελλάδα τα άξια παιδιά της!

---------------------------------------------------

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 22-10-2010:

Αντιµέτωπος µε τρεις ληστές βρέθηκε χθες τα ξηµερώµατα, µέσα στο σπίτι του στο Μετς ο Νίκος Κούνδουρος.

Οι δράστες έδεσαν και χτύπησαν τον 84χρονο σκηνοθέτη και απειλώντας τη ζωή
του ζητούσαν να τους αποκαλύψει τον συνδυασµό ενός µικρού χρηµατοκιβωτίου.

Ο Νίκος Κούνδουρος νοσηλεύεται στο Γενικό Κρατικό Νοσοκοµείο της Αθήνας. Ο «πατριάρχης του ελληνικού κινηµατογράφου» και γνωστός για το αιχµηρό χιούµορ του, σκηνοθέτης του «Δράκου», αιφνιδιάσθηκε από τους ληστές αλλοδαπούς κατά την Αστυνοµία που εισέβαλαν στη µονοκατοικία του στο ΜΕΤΣ κατά τις τρεις τα ξηµερώµατα της Πέµπτης. Με σπασµένα πλευρά, υγρό στους πνεύµονες και καρδιολογικά προβλήµατα, νοσηλεύτηκε τις πρώτες ώρες στην Εντατική του Γενικού Κρατικού «Γιώργος Γεννηµατάς» και τώρα βρίσκεται στην καρδιολογική µονάδα.

Εικόνα διάλυσης παρουσιάζει το σπίτι του Νίκου Κούνδουρου. Οι δράστες αναστάτωσαν τα πάντα αναζητώντας µετρητά, ενώ στη συνέχεια έδεσαν και άρχισαν να χτυπούν το θύµα τους, προκειµένου να τον εξαναγκάσουν να τους υποδείξει πού βρίσκονται τα χρήµατα.

Λόγω του σοκ που είχε υποστεί ο Νίκος Κούνδουρος δεν µπορούσε να απαντήσει και οι ληστές νοµίζοντας ότι αντιστέκεται τον χτύπησαν ακόµη πιο βίαια. Η Αστυνοµία αναφέρει ότι έχουν αφαιρεθεί 3.000 ευρώ από το σπίτι, αλλά δεν είναι σε θέση να εκτιµήσει αν έχουν κλαπεί άλλα αντικείµενα, καθώς ο σκηνοθέτης είναι συλλέκτης εικόνων, έργων τέχνης και παραδοσιακών αντικειµένων κυρίως από τη γενέτειρά του Κρήτη και µόνον ο ίδιος µπορεί να διαπιστώσει την απουσία τους.



Ο ΝΙΚΟΣ Κούνδουρος γεννήθηκε στις 16 Δεκεµβρίου του 1926 στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης. Γόνος µεγαλοαστικής οικογένειας πολιτικών µε µεγάλη παράδοση στην Κρήτη. Τελείωσε την Καλών Τεχνών σπουδάζοντας ζωγραφική και γλυπτική. Λόγω του ανεξάρτητου και επαναστατικού του χαρακτήρα, εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Εκεί αποφασίζει να ασχοληθεί µε το θέατρο και τον κινηµατογράφο. Το 1953 γυρίζει την πρώτη του ταινία, τη «Μαγική Πόλη» και το 1956 τον «Δράκο», που είναι ταινία-σταθµός για τον ελληνικό κινηµατογράφο, σαφώς επηρεασµένος από τον νεορεαλισµό και τον εξπρεσιονισµό. Ο «Δράκος» χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη ελληνική ταινία στη δεκαετία του 1950-1960.

Το ασυµβίβαστο του χαρακτήρα του δηµιουργεί πολλά προβλήµατα και διακόπτεται συχνά η καλλιτεχνική του δηµιουργία. «Το µίσος που έχω για την εξουσία γεννήθηκε όταν η δικτατορία της 4ης Αυγούστου κυνηγούσε τον πατέρα µου», είχε πει πριν από δύο χρόνια στα «ΝΕΑ» ο Νίκος Κούνδουρος και επέµενε ότι «δεν έχω δει ποτέ στη ζωή µου εξουσία χωρίς βία, γι αυτό δηλώνω αντεξουσιαστής, θέλω να κρατήσω αυτό το περήφανο µπαϊράκι τού απέξω, του περιθωριακού, του ανένταχτου».

«Σε όλες τις ταινίες µου, η Ελλάδα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο» , είχε δηλώσει. Προβλήµατα µε τη λογοκρισία αντιµετωπίζει η ταινία του «Παράνοµοι» (1958), που είναι η πρώτη ελληνική ταινία που αναφέρεται στον εµφύλιο πόλεµο. Στην επόµενη ταινία του «Το Ποτάµι» (1960) διαφωνεί µε τους αµερικανούς παραγωγούς ως προς το τελικό µοντάζ της ταινίας. Η ταινία προβάλλεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης µε δύο διαφορετικές κόπιες και βραβεύεται, αλλά δεν προβάλλεται ποτέ στο κοινό. Το ίδιο συνέβη και µε την ταινία του «Vortex», τα γυρίσµατα της οποίας συνέπεσαν µε την επιβολή της δικτατορίας και ολοκληρώθηκαν στο εξωτερικό. Δεν διανέµεται ποτέ στο εµπορικό κύκλωµα και προβάλλεται µόνο σε µερικές ταινιοθήκες.

Πιο πρόσφατα ο Νίκος Κούνδουρος εµπλούτισε τη δηµιουργική του πορεία µε την τριλογία «1922», «Μπορντέλο» και «Μπάιρον, µπαλάντα για έναν δαίµονα». Τριλογία που συνιστά µια χρονολογική αντίστροφη διαδροµή στην ιστορία του ελληνισµού: Μικρασιατική Καταστροφή, Κρητική Επανάσταση, Εθνεγερσία του 1821.

Οι ταινίες του οροθετούν την αφετηρία της καλλιτεχνικής ιστορίας του ελληνικού κινηµατογράφου. Η σκηνοθετική του καριέρα κορυφώνεται το 1963 µε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες». Ο Νίκος Κούνδουρος είναι ένας ξεχωριστός δηµιουργός στην ιστορία του ελληνικού κινηµατογράφου, µε µια δυναµική και ασυµβίβαστη κινηµατογραφική γλώσσα.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Οι Έλληνες για τους Έλληνες...

Το έργο θα μπορούσε να έχει κι άλλο τίτλο: αναμένοντας το μοιραίο...

Είμαστε λοιπόν μοιραίος λαός - άξιος της τύχης του;

Οι Έλληνες για τους Έλληνες...

Από την κλασική αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας...

Που κατά βάθος έγιναν /σαν ένα είδος υπηρέται των Ρωμαίων.
Κ. Καβάφης

Μέτριοι άψυχοι μεγαλοκατεργάρηδες με το δέος της οικονομίας.
Γ. Σεφέρης

Μιλούν για τη μεγάλη κρίση με το στόμα. Στην ψυχή τους καμία αλλοίωση. Μένουν όπως πάντα οι άνθρωποι της πλατείας Συντάγματος, οι άνθρωποι του Κολωνακίου.
Γ. Σεφέρης

Γίνεται να συχωρεθείς απολαμβάνοντας το άδικο;
Ο. Ελύτης

Κι ο άνθρωπος κατάντησε πραμάτεια.
Γ. Σεφέρης

Tο της όλης πόλεως ήθος ομοιούται τοις άρχουσι
Ισοκράτης

Μας μεταχειρίστηκαν σαν ανθρώπους άλλης φυλής που τους κάνουν ελεημοσύνη... Ευρωπαϊκός πολιτισμός μπιχλιμπίδι - je m'en fous de la civilisation europeenne.
Γ. Σεφέρης

Κοράκοι, όλοι κοράκοι αληθινοί, χειρότεροι από τον κόρακα όπου βγήκε από την Κιβωτό και εθρέφοταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου.
Δ. Σολωμός

Μας σκοτώνουν με μικρές δόσεις πολύ ταχτικά πολύ σιωπηλά, πολύ σοφά ... Δεν έχουμε να σώσουμε τίποτα σ αυτόν τον πολιτισμό.
Γ. Σεφέρης

Ευνουχισμένοι διανοούμενοι, μικροί ανίκανοι και τυφλοί κυβερνήτες
Γ. Σεφέρης

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, έλληνες ζωγράφοι: το Αρχιπέλαγος όπως το γνώρισαν οι γενιές πριν από μας, που τόκαναν θρύλο...

Για όσους επιθυμούν να γνωρίσουν από κοντά και να βιώσουν το Αρχιπέλαγος σχεδόν απείραχτο, όπως ευτύχησαν να το γνωρίσουν οι γενιές πριν από μας, που τόκαναν θρύλο...

Πρόσκληση

Παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος για την Κάσο
"KASSOS TIMELESS"
του Γιάννη Καρνεσιώτη
Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου, στις 7 το απόγευμα

Την Κυριακή 8 Αυγούστου, η Κάσος αγκάλιασε γλυκά μια προσπάθεια να αποτυπωθεί φωτογραφικά το πέρασμα του χρόνου από πάνω κι από μέσα της, να τεκμηριωθεί το πόσο ουσιαστικά αναλλοίωτο έμεινε το φυσικό και το ανθρώπινο περιβάλλον της από το πέρασμα αυτό - κάτι, που δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε για πολλούς τόπους στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Η προσπάθεια αυτή, όμως, δεν θα ήταν ολοκληρωμένη, αν δεν ακολουθούσε κι η παρουσίασή της στην Αθήνα, ώστε όσο το δυνατόν περισσότεροι να έρθουν σε επαφή με το ακριτικό αυτό νησί, να παροτρυνθούν να το επισκεφθούν, να το γνωρίσουν από κοντά και να βιώσουν το Αρχιπέλαγος σχεδόν απείραχτο, όπως ευτύχησαν να το γνωρίσουν οι γενιές πριν από μας, που τόκαναν θρύλο.



Οι φίλοι της Κάσου και οικοδεσπότες του "DIRTY GINGER", Έφη Γιαλούση και Νίκος Μαούνης, παραχώρησαν ευγενικά τον χώρο τους στο Γκάζι, σ' ένα από τα πιο νευραλγικά κι εύκολα προσβάσιμα σημεία της πόλης μας. Κι όποιος θέλει να ρίξει μια κλεφτή πρώτη ματιά στην Κάσο, μέσα από τις σελίδες του δίγλωσσου λευκώματος "KASSOS TIMELESS" και να γνωρίσει από κοντά τους παράγοντες της έκδοσης μπορεί την επόμενη Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου, στις 7 το απόγευμα, να έρθει κοντά μας, στο "DIRTY GINGER", Τριπτολέμου 46 και Περσεφόνης, ακριβώς στην επάνω πλευρά του Σταθμού "Κεραμεικός" του Μετρό.

Απόσπασμα από το άρθρο του δημιουργού
του λευκώματος "Kasos Timeless"

Γιάννη Δ. Καρνεσιώτη
στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΣΤΥΞ



"...Τελείως απρογραμμάτιστα, άρχισε να συγκροτείται το φωτογραφικό υλικό του «KASSOS TIMELESS», να δομείται και να παίρνει συγκεκριμένη μορφή, μέσα από την εστίαση του φακού όχι σε μονοσήμαντα τουριστικού ενδιαφέροντος θέματα, αλλά μάλλον σε γοητευτικές λεπτομέρειες, στοιχεία και τεκμήρια, με ιστορική φόρτιση και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, που στην Κάσο ακόμα σώζονται και φορτίζουν με τον τρόπο τους την καθημερινότητα των κατοίκων και των περιηγητών.
Αυτή η διατήρησή τους, μ’ όλη την φθορά του χρόνου, αυτή η συνύπαρξη της σύγχρονης ζωής με τα σκόρπια κομμάτια του χθες είναι, άλλωστε, που έδωσε και τον τίτλο του Λευκώματος, αποτυπώνοντας την αντίληψή μου για μια κάσο άχρονη, έξω και πέρα από τον σημερινό χρόνο - μέσα, όμως, στην ιστορική διαδρομή του.
Η Κάσος είναι ένα νησί πολύπαθο, με μεγάλες οικονομικο-κοινωνικές κορυφώσεις αλλά και μεγάλες καταστροφές στο ιστορικό του. Τα τεκμήρια των «ανεβοκατεβασμάτων» αυτών στέκουν εδώ κι εκεί, σκόρπια στο φυσκό τοπίο, που μένει απείραχτο στον χρόνο και τα αγκαλιάζει όλα, ξέροντας πως, αν μη τι άλλο, είναι δικά του γεννήματα κι αυτά, όπως κι οι άνθρωποι, που τάφτιαξαν, οι άνθρωποι, που τάχασαν, που τάδαν να καίγονται, να καταστρέφονται, κι αναγκάσθηκαν να τα εγκαταλείψουν. Παλιά αρχοντικά, στρατηγικά προσανατολισμένα, αλλά και σπίτια μικρά, απλά, με ενδιαφέρουσες αρχιτεκτονικές λύσεις και λαϊκές ή λιγότερο λαϊκές διακοσμήσεις, χρώματα έντονα και χρώματα ξεθωριασμένα, πόρτες θαυμαστά διατηρημένες, παράθυρα ανοιχτά, λειτουργικά κι άλλα, που κρέμονται στο κενό, τοίχοι με θαυμαστή λιθοδομή και στολίσματα. Τέτοια κι άλλα βλέπει παντού ολόγυρά του ο Κασιώτης, από την ώρα που θα γεννηθεί, αλλά κι ο επισκέπτης, ο τουρίστας.
Είναι αλήθεια πως τόσα μισογκρεμισμένα σπίτια όσα έχει η Κάσος, προσωπικά, δεν έχω συναντήσει αλλού. Αλλά και πουθενά αλλού όλα αυτά τα ερείπια δεν αποτελούν τόσο αναπόσπαστο στοιχείο του τόπου...
Η Ελλάδα, όπως όλες οι αρχαίες χώρες κι οι αρχαίοι πολιτισμοί, είναι, βέβαια, έτσι κι αλλιώς μια χώρα με πολλά ερείπια και τα ερείπια μπορούν να διαβασθούν με πολλούς τρόπους. Κάποιοι τα βλέπουν ως φθορά, θάνατο, ασχήμια, άλλοι τα βλέπουν ως ιστορία, μικρή ή μεγαλύτερη, στοιχεία προς διερεύνηση, ευκαιρία για συμπεράσματα επιστημονικά. Εγώ επιλέγω να τα βλέπω πρωτίστως ως γοητευτική ζώσα ιστορία – ιστορία εν τω γιγνεσθαι: ζωή καθημερινή σε χρόνο παρελθόντα, ομορφιά, που λίγο πολύ άντεξε, όχι τυχαία, μέχρι τον δικό μας παρόντα χρόνο, δίδαγμα, που μπορεί να μας οδηγήσει σταθερά στον μέλλοντα χρόνο... αν θέλουμε!..

Μ’ αυτό το κίνητρο και αυτήν την συναισθηματική στάση, ο φακός της μηχανής μου αποτυπώνει σύρτες, κλειδαριές, πόρτες, πατζούρια, ρημαγμένους τοίχους, καμπάνες παλιές και ξωκλήσια στο αγαπημένο φόντο του Αιγαίου, με το μπλε της θάλασσας, τον αψεγάδιαστο ουρανό, το οικείο φαιό των βράχων, το καφέ του άνυδρου τοπίου.
Μ’ αυτή την διάθεση, ο φακός μου διασώζει και, νομίζω, τεκμηριώνει όχι μόνο την Κάσο καθ’ εαυτήν και το ιστορικό της παρελθόν, τα απομεινάρια από το ολοκαύτωμα του 1824 ή την μουσική της παράδοση και τους ανθρώπους, αλλά ιστορεί και την Ελληνικότητά τους, τα παραδίδει όλα στον θεατή ως ακέραιο κομμάτι του Αιγαίου Αρχιπελάγους και της Ελλάδας, μέσα από τις ομοιότητες και τις αναλογίες, μέσα από στοιχεία κοινά της ζωής και της μοίρας του γένους μας όλου.
Από μιαν άποψη, η επιλογή να μη δημιουργηθεί ένας φωτογραφικός τουριστικός οδηγός, που να προσελκύει τον τυχαίο τουρίστα στην Κάσο για μπάνια στα υπέροχα, πράγματι κρυστάλινα, γαλαζοπράσινα νερά, στοχεύει περισσότερο στο να προκαλέσει το ενδιαφέρον για το νησί συνολικά, για την ιστορία, τις παραδόσεις και τους ανθρώπους του, τον πλούσιο στην απλότητά του σημερινό τρόπο ζωής, την συνύπαρξη του παλιού με το καινούριο, εκεί όπου ένα σύγχρονο σπίτι ακουμπάει σ’ ένα μισογκρεμισμένο, εκεί όπου ένα τυρί γεννιέται ακόμη όπως και πριν από αιώνες, με σκληρή χειρωνακτική δουλειά και την φωτιά να καίει το καζάνι στο λιοπύρι, εκεί όπου μια πόρτα επιμένει ακόμα να σφαλίζει με έναν σύρτη μισοσκουριασμένο, απ’ αυτούς, που δεν φτιάχνονται πια κι ίσως ποτέ να μη ξαναφτιαχτούν...

Το Λεύκωμα απευθύνεται στους νέους της Κάσου και στους νέους του Αιγαίου – τους ίδιους, που με σπίθα στο βλέμμα παίζουν λύρα, τουμπάκι, σαμπούνα ή λαγούτο και χορεύουν τους χορούς της πατρίδας τους – και τους παροτρύνει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν όσα μπορούν από την παράδοση, να εντάξουν στην σύγχρονη καθημερινότητά τους τρόπους άξιους κι αποτελεσματικούς από το χθες, τρόπους ζωής, τρόπους γλεντιού, τρόπους δουλειάς, τρόπους χτισίματος των σπιτιών, να κρατηθούν όσο γίνεται μακριά από τα κυριολεκτικώς και μεταφορικώς λάμποντα υλικά, το αλουμίνιο, το πλεξιγκλάς, το πλαστικό, να σταθούν στα χοντρά τοιχώματα, στον ασβέστη, στα μικρά κουφώματα, στα σπίτια, που χτίζονται σε διαστάσεις και αρμονία με το φυσικό τοπίο και την κλίμακά του, σε συμφωνία με τις πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες κι όχι με την αλαζονεία ή την επιδεικτικότητα, που βαραίνουν αχρείαστα άλλα νησιά του Αρχιπελάγους..."