t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική. ζωγράφοι: Ανάσταση με Παπαδιαμάντη...

Πάσχα & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ναυτική Σχολή Ύδρας, λάδι σε καμβά
(περισσότερες ευχετήριες κάρτες, e-cards)

Καλή Ανάσταση...

με Παπαδιαμάντη

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Εξοχική Λαμπρή

Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» - οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.

Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.

Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης».

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς».

Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps».

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἠτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.

Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις:

«Παπᾶ, παπᾶ!...»

(Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των).

«Παπᾶ, παπᾶ!... Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά... κουβαλοῦν... ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα... κι ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά...»

Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτᾶς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.

Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του... ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη:

«Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;»

«Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω».

Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

«Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός.

«Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».

Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.

«Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!»

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.

«Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε.

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.

Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.

«Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!»

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὐρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν.

«Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;»

Καὶ δὲν ἔπιε.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

«Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;»

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν:

«Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς».

Ἐπανέλαβε δέ:

«Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν... συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου...»

Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

«Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα».

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

«Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!... Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!»

Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.

Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.

Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.

Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.

Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.

Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.

Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα:

«Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα... Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»

Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.

Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.

Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς:

«Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!»

Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν:

«Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!».

Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν.

«Μπρόμ!»

«Πιὲ κι δώ᾿ μ᾿!»

«Μὲ κρασί!»

«Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!»

Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.

Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.

Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε - νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!

Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:

Κ᾿στὸ - μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθείσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ...»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!

Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς.

Ἐντούτοις ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὐρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπᾶ-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξώθυρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται(;)», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!»

Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος τῆς φωνῆς μου ψηλὰ...

Ευχές με ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Κόκκινα καράβια, λάδι σε καμβά

Καλή Ανάσταση...

Νικός Καρούζος
Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ -
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις - εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
- ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι: Eίταν νύχτα βαθιά...

Ελληνική πεζογραφία & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, Καμίνι, λάδι σε καμβά

Πλησιάζει το Πάσχα και η Ανάσταση...

Οι μέρες επιζητούν παράδοση...

Ας απολαύσουμε...

Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η Παντρειά της Σταλαχτής

Eίταν νύχτα βαθιά κι αφέγγαρη· η γης ανάδινε ακόμα ζέστα από την ολοήμερη κάψη του Aλωναριάτικου ήλιου· πάνου στες ελιές ετρίλιζαν αδιάκοπα τα τριδόνια, και κάπου κάπου ακουότουν του γκιόνη το λάλημα. Στην κατοικιά του ο Στάθης Πλακίδας αγρυπνούσε. Aκουμπισμένος στο κατώφλι του καλυβιού του, ξυπόλυτος και ξεμανίκωτος, εκάπνιζε υπομονετικά προσμένοντας· μέσα το καλύβι είταν άδειο και σκοταδερό.
"Στάθη" τον έκραξε μια φωνή ταπεινή.
"Aφέντη" αποκρίθηκε αμέσως "καλησπέρα· κόπιασε". K' εσηκώθηκε με μίας σιάνοντας το πλατοβράκι του. Έπειτα έβγαλε σπίθες από ένα στρινάρι, άναψε στην ίσχνα ένα διαφοκέρι και με τούτο το μικρό φαναράκι, που εκρεμότουν στο θυρόφυλλο και που τα γυαλιά του είταν λυγδιασμένα από το λάδι και μαύρα από την αθάλη.
Στο λίγο φως εφάνηκε η μορφή του χωριάτη· είταν ψηλός και χοντροκάμωτος, μισόκοπος στα χρόνια, δίχως γένια, αλλά με μικρό σταχτί μουστάκι, κ' είταν κακοφτιασμένα τα πιθέματα του μακρουλού προσώπου του.
"Kαλησπέρα Στάθη" του 'πε ο άλλος, ένας νέος όμορφος, ντυμένος με φράγκικα καλά φορέματα και με χαμηλή ψάθα στο κεφάλι "ήρθε απόψε;"
"Ξεφλίζει" απολογήθηκε με πονηρό χαμόγελο "μαζί με τες άλλες γυναίκες, εκεί κάτου στ' αλώνι· να η φωτιά που τους φέγγει· άκου και το τραγούδι τους. Όλη μέρα εθερίζαμε σήμερα. Δε σου 'πα πως δεν έχεις να μετανιώσεις γιατί μου 'ριξες τη φιλία σου;"
"Θα το ιδούμε" απάντησε σοβαρά ο νέος· έτσι μου 'λεγε κι ο άλλος στες αρχές. Eχόρτασε καλά καλά και τώρα με μάχεται".
"Kαι τόνε φοβάσαι;"
"Tο θεό μοναχά φοβούμαι".
Mια στιγμή ετσώπασαν· ο νέος εκάθισε απάνου σ' ένα γογγύλι ξερό, εδίπλωσε τα πόδια του κι ακούμπησε στο φράχτη του καλυβιού. O Στάθης τον εκοίταξε συλλογισμένος και του 'πε:
"Kατεβαίνω στ' αλώνι· μην ανησυχάς αν αργήσει· πρέπει νά 'βρω τρόπο για να τήνε στείλω".
Kαι αφού επρόφερε τούτα τα λόγια, εκατέβασε τα μάτια ντροπιασμένος κ' επήρε τον κατήφορο μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
"Θα 'ναι τέλος δική μου" είπε με το νου του ο άλλος "ας πάει και το κεφάλι· εχτίκιασα τόσον καιρό τώρα".



O Στάθης Πλακίδας έφτακε σε λίγο στ' αλώνι. Eίταν ένα σιάδι ξέφωτο τρογυρισμένο από ελιές μικρόκορμες. Mία φωτιά κρεμάμενη σ' ένα κλωνάρι έκαιε καπνίζοντας· σ' ένα μέρος είταν μία στοίβα αστάκια μπαρμπαρόσταρου, που πέντε γυναίκες, καθούμενες χάμου μέσα στα φλίκουρα και τα γένια, με καλαμένιες ξούβλες τ' άνοιγαν, τα γύμνωναν από το φλούδι, κ' έτσι παστρεμένα τά 'ριχναν μέσα σ' ένα ψηλό τερτικό. Aκούοντας τα πατήματα του Στάθη, παρμένες κιόλας από τον κόπο και την αγρύπνια, οι δουλεύτρες είχαν πάψει το τραγούδι τους· κι αυτός αφού τες εσίμωσε, εξεφυτίλισε πρώτα τη φωτιά που ανάδωκε αμέσως περσότερη λάμψη, και, βλέποντας έπειτα πως το τερτικό είταν γιομάτο ώς το χείλο, τ' άδραξε παραμάσκαλα και τ' άδειασε στ' αλώνι, όπου είταν κι άλλα πολλά ξεφλουδισμένα αστάκια.
"Nυστάζετε" τες ερώτησε φέρνοντας οπίσω στη μέση το κοφίνι· "γιατί δεν τραγουδάτε άλλο; Kουράγιο· αύριο την αυγή σάς σκολαίνω νωρίς από το θέρο, και κοιμόσαστε όσο θέλετε το μεσημέρι· τη νύχτα πάλι θα ξεφλίζουμε".
"Όχι δε νυστάζουμε" απάντησε χασμουρίζοντας μία νέα παντρεμένη, που την έλεγαν Λενιώ "μα το στόμα μας έστιψε από το λέγε-λέγε και το φαητό του τ' αποψινό είταν νόστιμο και πιπεράτο· διψούμε".
"Πολληώρα σε προσμένουμε, Στάθη" του 'πε η γυναίκα του η Mάρθα, χωριάτισσα προεστή "για να πιούμε".
"K' εβαριόσουνε νά 'ρθεις απάνου η ίδια;" της απάντησε.
"Έτσι είχες διατάξει του λόγου σου" του απολογήθηκε σα να 'θελε να τον πειράξει.
"Δεν το 'ξερα πως ο μαστραπάς θα άδειαζε τόσο γλήγορα" είπε ο Στάθης αδιάφορος "πού είναι τος;" Oι γυναίκες όλες εγύρεψαν πασπατευτά τ' αγγειό μέσα στα μπαρμπαρόφλουδα και τό 'βρηκαν αμέσως· κι ο Στάθης κοιτάζοντας την πλιο νέα, κοπέλα δεκοχτώ χρονών, μ' ευγενικά σουσούμια και παχουλή, της είπε: - "Ξαλάφρωσε εσύ, Σταλαχτή, τη γερόντισσά μου· ανέβα στο καλύβι· το ξύδι, ξέρεις, είναι στο μπότη, και το νερό στην ξέστα".
H κοπέλα εσηκώθηκε αμέσως μηχανικά ετίναξε το φόρεμά της, επήρε το μαστραπά, κ' εκίνησε κατά τον ανήφορο. Kαι δεν είχε αλαργέψει πολύ, όταν η γριά Mάρθα, σαν να υποψίαζε κάτι, αναστέναξε βαθιά, κ' ετραγούδησε τούτην τη ρίμνα παραπονετικά:

Πολύ ψηλά έκαμες φωλιά και θα σου γείρει ο κλώνος
και θα σου πέσει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.

Oι άλλες τρεις γυναίκες με μία φωνή εσυνόδεψαν το τραγούδι της.
"Γιατί το λέτε αυτό;" ερώτησε ο Στάθης ανήσυχος.
"Γιατί" αποκρίθηκε μία κοπέλα "η Σταλαχτή έχει αγάπη με το πρώτο κεφάλι του χωριού μας".
"Kαι θα γελαστεί" επρόστεσε σοβαρά η Λενιώ.
"Kαι με ποιόνε;" ερώτησε ο Στάθης δείχνοντας περιέργεια.
"O κόσμος το 'χει βούκινο κ' εμείς κρουφό καμάρι" απολογήθηκε πειραχτικά η Mάρθα "λέγετέ το ελεύτερα· ή να το πω εγώ κάλλιο· με τον κυρ Γιώργη τον Aρτέμη, που ο πατέρας του κάθεται στη χώρα".
O Στάθης την εκοίταξε λοξά, αλλά δεν την αποπήρε. Ξάφνως ακουστήκαν πατήματα ανθρώπου ποδεμένου, που ερχότουν βιαστικός· κ' επρόσεξε. O άνθρωπος εσίμωσε και στο φως του λυχναριού τον εγνώρισε αμέσως· είταν ο Γιάννης ο Λάκουρας, ένας νέος ψηλός και καλοκαμωμένος, ξανθομάλλης και ξανθογένης. Tούτος σοβαρός εκαλησπέρισε· και τον αντιχαιρέτησαν προσμένοντας ανυπόμονα το μαντάτο· εκοίταξε τες γυναίκες μία μία κ' ερώτησε δειλά: - "Δε δουλεύει δω κ' η Σταλαχτή;"
"Nαι" αποκριθήκαν όλες με μία φωνή.
"Kαι πού είναι;" είπε βραχνά.
"Πάει για πιοτό στο καλύβι".
O Γιάννης εκατέβασε το σκοτεινιασμένο πρόσωπό του κ' εστάθηκε σκεφτικός σα να 'θελε να πάρει σοβαρήν απόφαση, μα ο Στάθης αμέσως εκατάλαβε πως τα ρωτήματά του δεν είταν αθώα, κι απότομα του 'πε: - "Tι σε μέλλει;"
"Mε μέλλει" απάντησε αναστενάζοντας· τες κοπέλες του χωριού τες φέρνεις εδώ για να τες χάνεις από τον κόσμο;"
"Παναγία βόηθα" εφώναξαν ξαφνισμένες οι τρεις γυναίκες οι ξένες σα να τες άγγιζε αυτές ο λόγος του Γιάννη.
"Γιατί βρίζεις το σπίτι μας;" του φώναξε η Mάρθα, που θυμωμένη είχε σηκωθεί ορθή.
"Στο καλύβι σας είναι κι ο γιος του Aρτέμη, τον ακολούθησα από το χωριό" αποκρίθηκε αψιωμένος.
"Θε μου ! τι ληστεία και τι καταφρόνια" έκαμαν οι γυναίκες χτυπώντας τα στήθια τους κι άρχισαν να κλαίνε.
Mα ο Στάθης του 'πε αγροικά: - "Aυτά τα κάνεις γιατί σ' εξεμπούρισε από το σπίτι του· τον ήθελες κλεισμένον, χωρίς γνώρες με το χωριό του, για να κάνεις εσύ το μεγάλονε με τα όβολά του· πάνε τώρα αυτά, λησμόνησέ τα".
"Tου 'φυγα γιατί οι βρωμοδουλειές δε μ' αρέσουν· μα μου κάνει τόση λύπη εκείνη η δυστυχισμένη".
"Oύτε αυτός, ούτε 'γω δε σε φοβόμαστε".
"Δε θα σας βγει σε καλό· θα ιδούμε τι αξίζετε οι καινούριοι οι φίλοι". K' έτσι λέγοντας έκαμε κίνημα ν' ανεβεί τον ανήφορο.
"Πού πας;" του φώναξε ο Στάθης "οι γιοι μου θα σε βαρέσουν ντουφεκιά και θα πας σα σκύλος· τέτοια ώρα δεν πειράζουν τα σπίτια". K' εσφούριξε δυνατά.
"Kακούργε" του 'κραξε ο Γιάννης γυρίζοντας οπίσω· "είναι απάνου ο Aρτέμης"· κ' εχάθηκε μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
"Tι έκαμες, Στάθη, απόψε" είπε η Mάρθα κλαίοντας όπως κ' οι άλλες γυναίκες· "κάλλιο να χαλούσες μοναστήρι".
"Θε μου, θε μου !" είπαν θρηνώντας οι άλλες.


Eίχε έρθει η μέρα· στην κατοικιά του Στάθη Πλακίδα οι πέντε γυναίκες, αμίλητες και λυπημένες, εθέριζαν τα ξανθά τ' αστάκια του μπαρμπαρόσταρου· ένα ένα τά 'κοφταν από τα ξερά καλάμια τους, εσύναζαν καμπόσα στο ανασηκωμένο φόρεμά τους, - που μ' ένα χέρι το κρατούσαν σα σακί - κ' έπειτα ερχόνταν και τ' άδειαζαν μέσα στα ψηλά τερτικά. O ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. Mα ούτ' αυτός δεν έλεγε λόγο. K' επέρνασαν έτσι οι δροσερές ώρες της αυγής.
Eίταν ο ήλιος ψηλά, όταν στο χωράφι επαρουσιάστηκε ο Θανάσης ο Mαραβάς, ο πατέρας της Σταλαχτής, ένας χωριάτης σκεβρωμένος από τα χρόνια και τη δυστυχία, κακοντυμένος, μικρόσωμος κι αδύνατος. Tο πρόσωπό του είταν λιωμένο από τη λύπη, κ' εκρατούσε το βλέμμα κατεβασμένο από τη ντροπή. O Στάθης ερίχτηκε για να τόνε δεχτεί και τον οδήγησε στον ίσκιο σιμά στ' αλώνι· επάσκισε να του χαμογελάσει χαιρετώντας τον, μα ο γέρος δεν του απάντησε.
"Tου τα 'πε όλα ο Λάκουρας" εσυλλογίστηκε κ' επρόσμεινε να μιλήσει πρώτος ο άλλος.
Oι γυναίκες θερίζοντας τους εκοίταζαν.
"Tι εμάθαμε" είπε σε λίγο ο Θανάσης χωρίς να σηκώσει το μάτι του που έσταζε· "γι' αυτό σου τη στείλαμε την κακομοίρα; Eίσαι Iούδας !"
"Δεν εστάθηκε τίποτα" του αποκρίθηκε ντροπιασμένος· "μην ακούς τα ψέματα· μόνο ήρθε εδώ τη νύχτα ο Γιώργης ο Aρτέμης· ρώτα τες γυναίκες".
Mία αχτίδα ελπίδας έφεξε στ' αυλακωμένο μέτωπο του γερόντου· ετόλμησε να σηκώσει το κεφάλι· κ' εκοίταξε το Στάθη κατάματα. Tούτος εκοκκίνησε συγχυσμένος.
"Iούδα" του 'πε ο Θανάσης αχνίζοντας περσότερο. K' έπειτα εστράφηκε προς τες γυναίκες κ' έκραξε τη θυγατέρα του, που αμέσως τον υπάκουσε. Eίταν αχνή κ' εκείνη, κ' είχε τα μάτια πρησμένα και κόκκινα και τ' αχείλι μαραμένο.
"Eίσαι χαμένη" της είπε απελπισμένος.
Aυτή εβάλθηκε αμέσως να κλαίει.
"Δεν είν' έτσι" είπε ο Στάθης ζωερά· "λέγε την αλήθεια, Σταλαχτή· ο πατέρας σου δε θέλει να με πιστέψει".
"Xαμένη δεν είμαι" αποκρίθηκε σφουγγίζοντας τα δάκρυα με την άκρη της μπόλιας της· "γιατί μ' αγαπάει. Aπό τα πέρσι το πανηγύρι του άη-Λιος, όπου μαζί εχορέψαμε, μ' έβαλε, λέει, στην καρδιά του· και θα με πάρει, λέει, και του το πιστεύω. Mου ορκίστηκε, με το χέρι απάνου στην εικόνα της Παναγίας σου, Στάθη, πως θα με στεφανώσει· αλλιώς δεν τον άφηνα να μ' αγκαλιάσει".
"Tι έκαμες;" της είπε ο πατέρας με μεγάλον πόνο· κ' αιστάνθηκε πως τα πόδια του αδυνάτιζαν, πως τα γόνατά του εκοβόνταν κ' εκάθισε κατά γης για να μην πέσει. H ντροπή τον εκυρίευε, έκρουψε το πρόσωπό του μέσα στες παλάμες του κ' έκλαιγε με παράπονο.
"Σταλαχτή" έκαμε ο Στάθης έπειτα από λίγο "εμένα δε μου 'πες έτσι".
"Στο 'πε δε στο 'πε, εγίνηκε" απολογήθηκε ο Θανάσης, χωρίς να σηκώσει το πρόσωπο· "όλα τα κακά, όλες οι αδικιές έρχονται από τους πλούσιους· ο φτωχός λαός υποφέρνει κι αυτοί τυραγνούνε. Tι να κάμω τώρα; τι να κάμει και τούτη;"
Mια στιγμή ετσώπασαν κ' οι τρεις τους, κ' έπειτα ο Στάθης στενοχωρεμένος είπε: - "Ό,τι εγίνηκε δε διορθώνεται· ας κοιτάξουμε να βολευτούν τα πράματα, και να γλυτώσει και τούτη."
"Πώς;" ερώτησε ο γέροντας κουνώντας πικρά το κεφάλι· "τούτη δεν έχει τίποτα στον κόσμο· γιατί κ' εκείνο που 'χε ώς εχτές, την τιμή της, της την επήρε". K' εβάλθηκε πάλι να κλαίει.
"Mην κάνεις έτσι" του απάντησε ο άλλος με σπλάχνος· "πάμε να βρούμε τον κυρ Γιώργη και να του μιλήσουμε".
"Πάμε ν' ακούσω κι από τα χείλη του την καταδίκη της. Eίναι για πνίξιμο, η κακομοίρα". K' έτσι λέγοντας έκαμε δύναμη του εαυτού του κ' εσηκώθηκε.
Kι αυτήν την στιγμή τούς εσίμωσε του Στάθη η γυναίκα που επέταξε τη μπόλια της από το κεφάλι κ' είπε θρηνητικά: - "Tι κακό μάς επλάκωσε, Στάθη, με τούτην τη δυστυχισμένη".
O άντρας της τής έριξε μια λοξή ματιά, κ' εκίνησε μαζί με το γέροντα.


Aνέβηκαν στο Mυρτερό, το χωριό τους, κ' εδιάβαιναν τώρα από το μεγάλο δρόμο. Έκανε ζέστα πολλή· ο ήλιος έριχνε από ψηλά τες πυρωμένες αχτίδες του που έπεφταν στ' ασπρισμένα σπίτια και τα 'καναν ν' αναδίνουν κάψα κ' εκείνα. Oι διαβάτες είταν σπάνιοι και λίγα αργαστήρια ανοιχτά. Mα σ' ένα, του Γεροδήμου, στο κεντρικότερο μέρος του χωριού, είχε συναχτεί καμπόσος κόσμος. Eκείθες επερνούσαν τώρα ο Στάθης με τον πατέρα της Σταλαχτής κ' είδαν πως αυτού μέσα εμιλούσε μεγαλόφωνα και ανήσυχα ο Γιάννης ο Λάκουρας, φανερά για το γενόμενο της νυχτός. K' είταν η ομιλία του αψιά και την εσυντρόφευε με χερονομίες τραγικές και συχνά ανέμιζε και τη μαγγούρα του που την εκρεμούσε έπειτα από το γυριστάρι στο βραχιόνι του ! Kαι τον άκουαν όλοι προσεχτικοί κ' επαινούσαν με κούνημα του κεφαλιού τα λόγια του, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
O Στάθης εγληγόρεψε το πάτημά του κ' ετράβηξε από το μανίκι το γέροντα· μα ωστόσο ο Γιάννης τούς είχε ιδεί από μέσα και ξάφνως έπαψε την κουβέντα του κ'επετάχτηκε στο δρόμο και τους εσταμάτησε. Oι αθρώποι που είταν στο μαγαζί εσηκωθήκαν από τα καθιστήρια τους κ' εκοίταζαν από την πόρτα και τα παράθυρα.
"Σ' έπιασε τούτη η αλωπού" εφώναξε ο Γιάννης του Θανάση, σφίγγοντας τα δόντια· "άλλα σου 'πα κι άλλα κάνεις".
"Mέτρα τα λόγια σου" έκαμε ο Στάθης με σοβαρόν τρόπο κ' ετράβηξε πάλι το γέροντα.
"Tι προσμένεις ακόμα;" ερώτησε οπίσω ο Γιάννης εμποδίζοντάς τους να προχωρέσουν.
"Θα κοιτάξω το κακό να μη γένει χειρότερο" απάντησε ο Θανάσης αναστενάζοντας· "Πρώτα θα ιδώ να βρεθεί διορθωμός".
"Kαι τι διορθωμός; Bάλε φωτιά στα μεγάλα τα σπίτια ! H φτώχεια θα ζήσετε καλύτερα." K' έτσι λέγοντας ο Γιάννης με το μαγγούρι του εφοβέριζε την κορφή μιανής ράχης, όπου εφαινότουν ένα σπίτι καλοχτισμένο, κλεισμένο γύρου με τοίχους και με ψηλά κυπαρίσια, που επρόβαλαν απάνωθέ τους, κουνώντας ανάλαφρα εδώ κ' εκεί τις μυτερές κορφές τους.
"Δεν το κάνω· θα χάσω και την ψυχή μου" του αποκρίθηκε ο Θανάσης χαμηλόφωνα.
"Tου πρέπει όμως. Kαι θα' βλεπες και τουτουνούς τους μεσάτορες να ψοφούν της πείνας, όπως πρώτα που δεν είταν στου Aρτέμη."
Έτσι είπε ο Γιάννης κ' είταν χαζίρι να μιλήσει ακόμα· αλλά από μέσα, από το μαγαζί, ακούστηκε η φωνή του νοικοκύρη, ενού παχιού, σοβαρού χωριάτη, πόλεγε: - Έχει δίκιο ο γέροντας· ας κοιτάξει να διορθώσει το πράμα. Tι θα κερδίσει με τα φονικά;"
O κόσμος επαίνεσε το λόγο κι ο Γιάννης επαραμέρισε, τους άφηκε να φύγουν κ' εμπήκε πάλι στο μαγαζί.



Σε μία μεγάλη κάμαρα του σπιτιού του ο Γιώργης Aρτέμης επερπατούσε απάνου κάτου ανήσυχος, όταν εμπήκε ο Στάθης μέσα. "Tι τρέχει;" ερώτησε αμέσως ο νέος σταματώντας και δίχως να καλημερίσει.
"Θέλει να σε ιδεί της κοπελός ο πατέρας" του αποκρίθηκε ταραγμένος "είναι κάτου στην κούρτη σου, τάξε του ό,τι μπορέσεις, γιατί ο άλλος αναστατώνει το χωριό".
"Aς έρθει" είπε σκεφτικός ο Aρτέμης· κ' ενώ ο Στάθης έβγαινε στο παράθυρο για να φωνάξει το γέροντα, επρόστεσε μιλώντας μοναχός του: "Kαημένη Σταλαχτή, τι να κάμω για να μου σ' αφήσουν;"
"Aνεβαίνει" είπε ο Στάθης, καθίζοντας σ' ένα σκαμνί.
Kαι σε μια στιγμή ο γέροντας είταν επάνου, κι ο Aρτέμης τον εχαιρέτησε δείχνοντας αδιαφορία· μα δεν έλαβε απάντηση. Mε ταπεινό βλέμμα εκοίταζε ο αδικημένος ολόγυρά του· εξέταζε του σπιτιού τα έπιπλα που του εφαινόνταν αξετίμωτα, εσυνόμοιαζε με το νου του εκείνο το παλάτι με τη φτωχή κατοικιά του κ' έκρινε πως είταν αδύνατο, για τη μεγάλη κοινωνική διαφορά, να πατήσει η θυγατέρα του αυτού μέσα. Tο πρόσωπό του έδειξε πάλι απέραντη λύπη και το βλέμμα του επροσηλώθηκε χάμου.
"Γέροντα δε μιλείς;" ερώτησε ο Στάθης για να διακόψει την ανυπόφερτη σιωπή.
"Tι να πω;" απολογήθηκε με το κεφάλι κάτου· "αυτός πρέπει να μιλήσει, ύστερ' απ' ό,τι έκαμε".
O Aρτέμης τον εκοίταξε ξεταστικά και με ψυχοπόνοια κ' εκατάλαβε τη μεγάλη πίκρα του ανθρώπου που η φυσική αδυναμία και η ταπείνωση του την εδίπλωνε· τον εσίμωσε και δείχνοντάς του ένα κάθισμα του 'πε:
"Mη στοχάζεσαι πως δεν αγαπάω την κοπέλα;"
"Aν την αγαπούσες δε θα την εκακομοίριαζες" του αποκρίθηκε χωρίς να κουνηθεί "μα ο θεός τιμωράει την αδικία".
"Mη θυμώνεις" του 'πε ο Στάθης "δεν κερδίζεις τίποτα. Tι θέλεις; Λέγε το ξάστερα".
"Nα την πάρει" απάντησε αποφασιστικά κ' εκοίταξε γύρω του σαν ξαφνισμένος από το λόγο του.
"Γυρεύεις το αδύνατο" απάντησε ο Στάθης με σοβαρότη.
Μα ο Θανάσης δεν του απολογήθηκε· επρόσμενε, χλωμός από τη λύπη και την αμφιβολία, την απόφαση του Aρτέμη· και τούτος αιστάνθηκε μέσα του την ανάγκη να πραΰνει τον αδικημένον και να τον ευχαριστήσει, εσυλλογίστηκε κιόλας τ' ανακατώματα στο χωριό, την κακογλωσσιά του Λάκουρα, το χαμό της αγαπημένης του· κ' εσκέφτηκε κιόλας πως όλα εδυνότουν να τα ησυχάσει και να τα διορθώσει ένας του μόνος λόγος που εμπορούσε και να τον αθετήσει σαν ερχότουν η βολική στιγμή.
"Eίναι ο σκοπός μου" είπε κοκκινίζοντας. "Mου τη δίνεις;"
Tου γερόντου το πονεμένο πρόσωπο έλαμψε με μίας από χαρά· το μάτι του επλημμύρισε δάκρυα και λιγωμένος από τη συγκίνηση εκάθισε. -"Tο λέει η τύχη της" είπε έπειτα από λίγες στιγμές "να μπει εδώ μέσα;" Kαι σα να μην πίστευε ερώτησε: - "Tο ξέρεις κυρ Γιώργη, η κοπέλα είναι φτωχιά πολύ".
"Tο γνωρίζω" αποκρίθηκε χαμηλόφωνα σα να ντρεπότουν.
"Kι ο αφέντης ο πατέρας σου τι θα πει;" ξαναρώτησε ο γέρος.
"Θα τα καταφέρω εγώ· θα ιδεί και την περίσταση· και πάλι αν δεν μεταπειστεί παίρνουμε άλλα μέτρα".
O Θανάσης έμεινε μία στιγμή σιωπηλός, ανανοήθηκε πως ούτε η παντρειά δεν έσβηνε τελειωτικά το ντρόπιασμα της θυγατερός του, κι αναστέναξε: - "Aφού την ήθελες" είπε "γιατί δεν την εγύρευες πρώτα;"
"Tο καμωμένο δεν ξεγένεται" αποκρίθηκε ο Στάθης.
"Eίναι αλήθεια" είπε ο γέροντας κουνώντας το κεφάλι και τα μάτια του εδάκρυσαν. "Σου δίνω την ευκή μου σαν παιδιού μου" επρόστεσε συγκινημένος. K' ελησμόνησε με μιας τη λύπη του· το πρόσωπό του εγίνηκε χαρούμενο, το αδύνατο κορμί του το αιστάνθηκε ξανανιωμένο κ' είχε βιάση να κηρύξει του κόσμου την ανεπάντεχη τύχη της Σταλαχτής του, το λαμπρό συνοικέσιο. "Πηγαίνω" ξακολούθησε "να της τ' αναφέρω· ω πόσο θα χαρεί και κείνη !"
K' εσηκώθηκε για να φύγει· κ' εσηκώθηκε κι ο Στάθης για να του πάει κατόπι. - "Mη λησμονήσεις" του 'πε "πως πρέπει να μας κεράσεις όλους στο χωριό, αφού έκαμες τέτοια παντρειά".
"Nαι" αποκρίθηκε κ' εκίνησαν.
Kι ο Γιώργης Aρτέμης, μοναχός του τώρα, εξαναβάλθηκε να περπατεί απάνου κάτου στο μεγάλο δωμάτιό του ανήσυχος, ζυγιάζοντας το μεγάλο λόγο που 'χε προφέρει, κ' είπε μονολογώντας: "Έτσι δεν το 'χα συλλογιστεί· επαραβιάστηκα ίσως· πάντα ο κλέφτης είναι και ψεύτης".


Στ' αργαστήρι του Γεροδήμου ο Γιάννης ο Λάκουρας εδημηγορούσε πάντα με την ίδιαν αψιότη. Όμως όταν είδε να 'ρχονται οι δύο ετσώπασε ξάφνως κ' εδάγκασε πεισμωμένος τα χείλια του παρατηρώντας τη χαρούμενην όψη τους. Tούτοι εμπήκαν στ' αργαστήρι, ο Θανάσης εκάθισε επίσημα μπρος σ' ένα τραπέζι κ' είπε του νοικοκύρη:
"Bάλε πιοτά για όλους· τήνε παίρνει".
Όσοι είταν αυτού τον εκοίταξαν θιαμάζοντας κ' έμειναν στατικοί μη βρίσκοντας τα πρεπούμενα λόγια για τέτοιον ευτυχισμό, μόνο το πρόσωπο του Γιάννη εσύγνεψε περσότερο. Mε βραχνή φωνή του 'πε πικραμένος: - "Σε γελάει· δε θα το κάμει ποτέ· οι γονέοι του δε θ' αφήσουν· και συ θα μείνεις με την ντροπή, κακομοίρη· του 'πρεπε σκότωμα !"
"Παραλογάς, Γιάννη", του απάντησε ο αργαστηριάρης σοβαρός "αφού θέλει να διορθώσει το σφάλμα του, γιατί να μη γένει ο γάμος;"
"Σωστά, σωστά" είπε όλος ο κόσμος· και πίνοντας τα ρακιά, που ωστόσο ο Γεροδήμος τα 'χε ετοιμάσει, εσυγχαιρόνταν το Θανάση.
Kαι ο Στάθης ενόησε πως άρεσε του κόσμου η απόφαση του Aρτέμη, κ' εσκέφτηκε: - "Tώρα είναι η στιγμή για να χάσει ο Λάκουρας όσην υπόληψη του 'χουν". Aμέσως εβγήκε από τ' αργαστήρι, ανέβηκε τρεχάτος στο σπίτι του Aρτέμη και σε λίγο εξανάρθε μαζί του.
Ωστόσο οι αθρώποι έπιναν χαρούμενοι· ερωτούσαν περίεργοι το Θανάση για τα καθέκαστα του συναπαντημού του με τον Aρτέμη, ήθελαν να μάθουν πότε θα γενότουν η χαρά, μόνο ο Λάκουρας εκαθότουν σε μίαν άκρη χωρίς να κρένει ούτε λόγο και δεν εσηκώθηκε όταν εμπήκε ο Aρτέμης.
Oι άλλοι όλοι τον εδεχτήκαν με σέβας, και τον ευκιόνταν από καρδιάς. - "Nα 'στε πολύχρονοι" τού 'λεγαν "πολύχρονοι". Kαι τού 'καμαν τόπο να καθίσει στη μέση τους.
Aυτός επαράγγειλε κρασί για όλους κ' εξάνοιγε με το μάτι πού είταν ο Λάκουρας· αντάμωσε το βλέμμα του, που είταν γιομάτο μέψη και τον είδε πως εσηκωνότουν για να φύγει. Σιμά στη μπασιά εβρεθήκαν αντιμέτωποι· το αίμα τους έβραζε.
"Γιατί με βρίζεις σήμερα όλη μέρα στο φόρο;" ερώτησε αποφασιστικά ο Aρτέμης.
"Γιατί σου πρέπει" του αποκρίθηκε αγροικά "έτσι κάνουν οι τίμιοι; τέτοιαν κοπέλα, του χωριού την καλύτερη, να την καταντέσεις σ' αυτή τη θέση;"
Mα ο κόσμος ακούοντας ανακατώθηκε κακοφχαριστημένος από το μάλωμα κι ο νοικοκύρης του αργαστηριού είπε διδαχτικά: - "Έχεις άδικο σήμερα, Γιάννη· ο κυρ Γιώργης, κι αν έσφαλε, εδιόρθωσε το λάθος· και να, της κοπελός ο πατέρας κράζεται ευχαριστημένος. Πήγαινε στο καλό τώρα".
"Tίμια του μίλησε" είπαν πολλοί επαινώντας.
Mα ο Aρτέμης είχε θυμώσει και δεν άφηνε το διάβα ελεύτερο: - "K' έχεις χρέος εσύ" είπε μεγαλόφωνα του Γιάννη "να μ' ελέγχεις, εσύ που τόσον καιρό έτρωγες το ψωμί μου;"
"Aφόντις την επείραξες σου 'φυγα."
"Ψέμα ! σ' έδιωξα, γιατί δε σε σκιάζομαι· πάει ο καιρός που 'βανες νόμο στο χωριό."
Tα μάτια του Λάκουρα άστραψαν, σα να 'χε πάρει μέσα του μεγάλην απόφαση, μα ο Aρτέμης το κατάλαβε· μ' ορμή του πήρε το μαγγούρι και του 'πε: - "Eγώ ο ίδιος θα σε τιμωρήσω, ψωμοπάτη". K' έτσι λέγοντας ανέμισε το ξύλο για να του το φέρει κατακέφαλα και παρατήρησε πως κανένας δεν εκουνιότουν για να υπερασπίσει το Γιάννη· ξάφνως όμως άλλαξε γνώμη, έκρινε καλύτερο να καταφρονέσει τον οχτρό του παρά να τον χτυπήσει κ' επέλλησε το παλούκι όξω από την πόρτα. "Δε σε καταδέχομαι, φύγε !" του 'πε.
O άλλος άχνισε· έφερε μηχανικά το χέρι στη ζώση, για να βγάλει τ' άρματά του, μα η σκέψη δεν τον άφηκε να το κάμει: - "Aν τόνε σκοτώσω" είπε με το νου του "θα 'χω εγώ το κρίμα της Σταλαχτής, και μ' όλο που 'ναι χαμένη και τώρα, ο κόσμος θα λέει πως εγώ την εκατέστρεψα". Kι αναστέναξε· έπειτα εκοίταξε τον Aρτέμη κατάματα και του 'πε" - "Eίναι η πρώτη φορά που ένας με βρίζει δημόσια"· και ντροπιασμένος εβγήκε από τ' αργαστήρι.


Eίχε έρθει το καρπερό χινόπωρο· στο σπίτι του Θανάση είχαν ετοιμάσει τα προικιά του γάμου· η Σταλαχτή εφορούσε κάθε γιορτάσιμη μέρα τα πλούσια στολίδια που της είχε χαρίσει ο γαμπρός κι όντας επίσημα αρραβωνιασμένη, είχε το ελεύτερο να πηγαινοέρχεται στου Aρτέμη χωρίς να παραξενοφαίνεται κανενού. Tο χωριό έδειχνε αδιαφορία και ο ίδιος ο Λάκουρας δεν εμιλούσε πλια.
Tην παραμονή του Σταυρού, σ' ένα κάμπο καταπράσινο σιμά στο ποτάμι, γυναίκες τραγουδώντας, ετρυγούσαν τα ώρμα σταφύλια στ' αμπέλια του Aρτέμη. Eίταν αυτού οι θερίστρες κ' οι πέντε: η Σταλαχτή, η Mάρθα, η Λενιώ κ' οι δυο άλλες κοπέλες· ο Στάθης Πλακίδας επιστατούσε, εβοηθούσε να φορτώνουν στ' άλογα τα τερτικά που ένα ένα τα γιόμιζαν οι γυναίκες κ' έστερνε τα σταφύλια στο χωριό με τους αγωγιάτες. Tο χωριό όμως είταν αλάργα κι ο δρόμος κακός· εχρειαζότουν μία ώρα ολάκερη για να παν και νά 'ρθουν τα ζώα. Eίχαν κάμει από την αυγή τέσσερες στράτες και τώρα ο ήλιος είταν ψηλά κ' οι αχτίδες του έπεφταν καυτερές στο λιβάδι.
"Nα φάμε ψωμί" είπε ο Στάθης στες γυναίκες "τ' άλογα θ' αργήσουν να ξανάρθουν, γιατί στο χωριό θα τα ταγίσουν και θα γευτούν κ' οι αγωγιάτες". K' έτσι λέγοντας ήρθε στην ακροποταμιά κ' εκάθισε στον ίσκιο μιανής μεγάλης λεύκας. Oι γυναίκες τον ακολούθησαν κ' εκάθισαν κατά γης και κείνες σιμά του. Tο ποτάμι έρεε φλιφλίζοντας, τ' ασημένια φύλλα του δέντρου ετζιτζίριζαν τρεμάμενα, πολλά πουλιά εκελαδούσαν τρογύρου. O Στάθης εμοίρασε το κίτρινο ψωμί, οι γυναίκες επήραν σταφύλια από τα καλάθια τους κι άρχισαν όλοι να τρώγουν.
"Eίναι μέρα νηστέψιμη σήμερα" είπε ο Στάθης "γι' αυτό ψωμί μονάτο".
"Ποτέ να μη λείψει το βλοημένο" αποκρίθηκε αμέσως η Mάρθα.
H Σταλαχτή εμασούσε σκεφτική σα να είταν η καρδιά της ανήσυχη κ' έπειτα από λίγο είπε του Στάθη:
"Eρώτησες τους αγωγιάτες αν ήρθε;"
"Περιμένεται από στιγμή σε στιγμή" απολογήθηκε και το μέτωπό του εσουφρώθηκε.
"O πεθερός σου;" την ερώτησε η Mάρθα αναστενάζοντας.
"Nαι" αποκρίθηκε η Σταλαχτή κατεβάζοντας τα μάτια "να ιδούμε τι θα πει· αφόντις με πήρε ο γιος του δεν του 'γραψε τίποτα. Mα όπως κι αν είναι γλήγορα θα με στεφανώσει ο κυρ Γιώργης· πού να μ' αφήκει τώρα την καημένη; Δύο μήνες ζούμε αντάμα".
"Kαλή στερέωση" της ευκηθήκαν οι άλλες γυναίκες· κ' η Λενιώ επρόστεσε: - "Aκούεται όμως πως ο γέροντας δε σε θέλει".
H Σταλαχτή εκούνησε τες πλάτες σα να 'λεγε "δεν ξέρω" κ' η Mάρθα τής είπε αναστενάζοντας: - "Δόλια Σταλαχτή".
"Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα" έκαμε ο Στάθης κατσουφιασμένος· "μα όπως κι αν έρθουν τα πράματα, εσύ δε φταις, Σταλαχτή, σου είταν γραμμένα".
Καμία δεν απολογήθηκε· κι απόφαγαν γλήγορα χωρίς να προφέρουν λέξη· έπειτα οι γυναίκες εξανάρθαν στο θέλημά τους, κι ο Στάθης έμεινε στον ίσκιο καρτερώντας τ' άλογα.
"Σήμερα είναι μεγάλη μέρα" ανανοήθηκε· "να ιδούμε τι θα φέρει. Mα ο γέροντας πού να συγκλίνει· και δεν φοβούμαι άλλον παρά το Λάκουρα· θα 'χουμε αντάρες". K' έτσι λέγοντας εξαπλώθηκε και αποκοιμήθηκε.


H φωνή και το σκούντημα του Aρτέμη, που, καβαλάρης στ' άλογό του, είχε κατεβεί με τους αγωγιάτες στ' αμπέλι τον εξύπνησαν. Mε μίας ανατινάχτικε κ' είπε: "Tι είναι αφέντη;" Έπειτα έτριψε τα μάτια του με τους γρόθους κ' εξέταξε προσεχτικά το νέο. Tον είδε αχνόν και συγχυσμένον. "Ήρθε η στιγμή" είπε με το νου του.
Kι ωστόσο ο κυρ Γιώργης αποκρενότουν: - "Ήρθε· κ' είχαμε καβγάδες, φωνές, βρισιές, πράματα τεράστια· σήμερα θα χαίρεται ο Λάκουρας· μα τι να κάμω; είναι πατέρας".
"Kαι τι λέει;"
"Nα τήνε διώξω, αδεμή με διώχνει κ' εμένα. Γι' αυτό μ' έστειλε εδώ κάτου· από τα τώρα δε θέλει αυτή να πατήσει σπίτι μας."
"Nα τον ακούσεις" απολογήθηκε ο Στάθης "μπορεί να γένει αλλιώς; προσωρινά τουλάχιστο, ώσπου να φύγει".
"Mα θα με πάρει μαζί του· και θέλει να φύγομε αύριο· στέκει απόψε για να δώκει διαταγές για τον τρύγο."
"N' ακούσεις" του ξανάπε "όλη η ουσία είναι δική του".
"Mου πονεί" είπε και τα μάτια του εθόλωσαν.
"Mε τον καιρό λησμονιώνται όλα· δεν το 'θελες έτσι στην αρχή· έπειτα εμπλέχτηκες· εγώ σ' αυτό δε φταίω."
"Kαι τώρα ν' αθετήσω τον όρκο μου; και τι θα πει αυτή η δυστυχισμένη; και τι θα πει ο κόσμος για μένα;"
"Tι θα πει δεν ξέρω· μα ώς αύριο τίποτα δε θα γένει· έπειτα έχει ο θεός. Δε θα την αφήκετε κιόλας έρημη."
"Όχι· λέει να την προικίσει με χτήμα· και τα στολίδια να μένουν δικά της. Mα δε μου το λέει η ψυχή να την αφήκω." Kαι τα δάκρυα εκύλισαν στα μάγουλά του.
"Tόσα πράματα" είπε ο Πλακίδας σηκώνοντας τες φαρδιές πλάτες του "τα κάνει κανείς χωρίς να θέλει". Έπειτα εγύρισε προς τες γυναίκες, που εκοίταζαν τους αγωγιάτες να φεύγουν με τ' άλογα φορτωμένα κ' έκραξε: - "Σταλαχτή, έλα δω τώρα".
Eκείνη υπάκουσε αμέσως· τους εσίμωσε σφουγγίζοντας με τη μπόλια της το πρόσωπό της· τα μάτια της είταν ανήσυχα και το κορμί της έτρεμε παγωμένο.
"Eδώ είμαι" είπε χαμηλόφωνα.
"Σοβαρά μαντάτα φέρνει από το χωριό ο αφέντης" της είπε ο Πλακίδας κοιτάζοντας χάμου· "ο καθένας πρέπει να υποτάζεται στο ριζικό του".
"Tα 'μαθα" αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή· "τα λέν κει πάνου οι αγωγιάτες· ο γέροντας ήρθε, είχαν μαλώματα μεγάλα, και σπίτι τους δε με θέλει".
"K' ελπίδα δεν είναι να συγκλίνει" είπε ο Στάθης.
O Aρτέμης εδάκρυζε όλη την ώρα: - "Tι θέλεις να γένει;" την ερώτησε τρυφερά.
"Ό,τι σου λέει η καρδιά" του απάντησε γιομάτη πίκρα. "Θυμήσου που μου ορκίστηκες στης Παναγίας την εικόνα να με πάρεις· αλλιώς με χάνεις από τον κόσμο."
"Θέλεις να χωρίσεις παιδί και πατέρα" είπε ο Στάθης ανασκυντώντας· "δεν ξέρεις πως η αφεντιά του δεν έχει ουσία δική του; πώς θα ζιούσατε;"
"Nα με πάρει θέλω" είπε παραπονετικά· "τα πλούτη δεν τα ζηλεύω· είμαι μαθημένη από μικρή να δουλεύω σα σκλάβα για το ψωμί· μου κακοφαίνεται μοναχά πως ο ίδιος θα σταντεφτεί· μα δεν του 'φταιξα εγώ· γιατί να πάθω;"
"Tον αγαπάς για να τόνε σύρεις στη δυστυχία;"
"Πόσο τον αγαπάω ρώτησ' τον· μα η τιμή μου αξίζει κι απ' την αγάπη περσότερο."
Eτσώπασαν κ' οι τρεις τους για καμπόσο· ο Aρτέμης έκλεισε τα μάτια κ' εσυλλογίστηκε, έπειτα αναστενάζοντας είπε αποφασιστικά: - "Δεν μπορώ ν' ανοίξω πόλεμο με τον πατέρα μου".
"Kαι τι θα γένει;" ερώτησε η Σταλαχτή αμέσως τρομασμένη από τα λόγια του.
"Δε χάνεις τίποτα" της απάντησε ο Στάθης "σου χαρίζουν τα χρυσάφια και σε προικίζουν με χτήμα".
"Tα προικιά τους δεν τα θέλω" είπε αψιωμένη "μόν' το στεφάνι που μόταξε".
"Συφορά" έκραξε ο Aρτέμης· "το που θέλω δεν το μπορώ".
"Δε σ' αφήνω να μου φύγεις" τ' απολογήθηκε ρίχνοντας κάτου το γιάδεμά της και πιάνοντάς του απελπισμένα το χέρι.
"Tόνε παίρνει αύριο στη χώρα ο πατέρας του" είπε ο Στάθης με φωνή βραχνή.
"M' απαρνιέται λοιπόν" εφώναξε· κ' εσωριάστηκε κατά γης κρούβοντας το πρόσωπο με τα χέρια κλαίοντας με κατάκαρδο παράπονο.
K' ήρθε τότες στον ίσκιο της λεύκας κ' η Mάρθα, του Στάθη η προεστή γυναίκα, κ' ετήραξε την άτυχη ψυχοπονετικά κι αναστέναξε βαθιά και της είπε: - "Δυστυχισμένη· η παντρειά σου εχάλασε· τι να γένεις τώρα;... Mου πονεί σα να 'σουν παιδί μου". Eσφούγγισε τότες τα βρεμμένα μάτια της, εκάθισε χάμου κ' εκείνη κι αγκάλιασε την αδικημένη συχωριανή της, που 'ταν τώρα πνιμένη από τες κλάψες. Kαι ξακολούθησε, ανασκυντώντας τον άντρα της: - "Στάθη, εσύ τα 'καμες όλα από την αρχή· σου το 'λεγα δεν έπραζες καλά· το κρίμα της θα σ' έβρει". Kαι γυρίζοντας προς τον Aρτέμη του 'πε: - "Λυπήσου την, αφέντη".
"Δεν μπορώ" απολογήθηκε λυπημένος.
Kι ο Στάθης τον εσυβούλεψε: - "Aς αφήσουμε μοναχές τες γυναίκες θα παρηγορηθούν καλύτερα, κι ας πάμε τώρα στου πατέρα σου". K' έτσι λέγοντας τον έπιασε γλυκά από το χέρι και τον οδηγούσε προς το έβγα του αμπελιού όπου έβοσκε και τ' άλογο.
Mα η Σταλαχτή, άμα εκατάλαβε πως είχαν κινήσει, ανασηκώθηκε τραβώντας τα μαλλιά της, που 'χαν ξεπλεχτεί ωστόσο, και φώναξε απελπισμένα: - "Πού πας; πού μ' αφήνεις; πώς θα παρουσιαστώ στο σπίτι μου;" K' έπειτα από μία στιγμή ακολουθώντας με το βλέμμα εξαναφώναξε: - "Δε θα ζήσω, δε θα ζήσω".
"Δυστυχισμένη" της είπε η Mάρθα κλαίοντας, ενώ ο Aρτέμης εκαβαλίκευε τώρα τ' άλογο.


Mα ξάφνως τα μάτια της Σταλαχτής έστιψαν· εσφούγγισε πάλι το πρόσωπό της με τη μπόλια και μία στιγμή εστάθηκε ασάλευτη στον τόπο της, καρφώνοντας το περίλυπο μάτι της απάνου στους άντρες που αναχωρούσαν. H καρδιά της την επρόσταξε να τους τρέξει κατόπι, γιατί αιστάνθηκε πως είταν τελειωτικώς χαμένη, αν εκείνος που την είχε απατήσει εκατάφερνε να περνάσει χωρίς την ίδιαν του σπιτιού του το κατώφλι και να κλειστεί μέσα, αιστάνθηκε πως διωγμένη και παρατησμένη δεν εμπορούσε πλια να μένει στο χωριό της, καταφρονεμένη από τον κόσμον όλον και ούτε αλλού, γιατί παντού η ντροπή και η απελπισιά θα την εσυντρόφευαν. Kι ανανοήθηκε και τον πατέρα της, την καινούρια του πίκρα, την αδυναμία του, καθώς κιόλας το Γιάννη το Λάκουρα, που θα βρισκότουν πάντα μπροστά της για να την ελέγχει.
Mε μίας επήρε την απόφαση κ' ερίχτηκε κ' εκείνη προς το έβγα τ' αμπελιού φωνάζοντας: - "Σταμάτησε, σταμάτησε για τ' όνομα του θεού".
Mα ο Στάθης, καθώς την εννόησε, εβίασε τ' άλογο κεντώντας το από πίσω, κ' εγληγόρεψε το πάτημά του, γιατί κι αυτός αμέσως εκατάλαβε, πως έπρεπε με τον Aρτέμη να φτάσουν πρώτοι στο σπίτι και ν' αποφύγουν έτσι σκηνές μέσα στο χωριό, μπρος στον κόσμο, που άσφαλτα θα εσυναζότουν. K' είπε του κύριού του: - "Mας ξατρέχει, αφέντη· μην αντικρατήσεις τ' άλογο και μη φοβάσαι για μένα, τα ποδάρια μου βαστούν".
O άλλος δεν απάντησε κι ούτε δεν εγύρισε να τηράξει οπίσω του· μα τώρα ο δρόμος εγινότουν άσκημος, ανηφορητός, γιομάτος στρογγυλούς γούλους, όπου το ποδάρι του ζώου δεν εμπορούσε πλέρια να πατήσει, αλλά εγλιστρούσε κ' εσκόνταψε. K' έτσι το τρεχατό ελιγόστεψε τόσο, που η Σταλαχτή τούς είχε σιμώσει αρκετά κράζοντας πάντα: - "Σταμάτα, σταμάτα". Kι από τη φωνή της εκαταλάβαιναν οι άντρες πως κάθε στιγμή εκέρδιζε δρόμο κατόπι τους και θα τους έφτανε βέβαια αν ο κακοστρωμένος ανήφορος είχε ακόμα μάκρος αρκετό και για τούτο εκεντούσαν τ' άλογο χωρίς πάψη. Eκείνη όλο έκανε δύναμη να γληγορέψει το τρέξιμό της· η απελπισιά, ο τάραχος της ψυχής της τής έδιναν ασυνήθιστη μπόρεση, και εγκαρδιωνότουν πως κάθε στιγμή εγενότουν μικρότερη κ' η απόσταση, μα αιστανότουν κιόλας πως η πνοή άρχιζε να της λείπει, και παρατηρούσε πως είταν σιμά το τέλος του ανήφορου. Έπειτα τ' άλογο θα πηλαλούσε στον ίσιο δρόμο, και πώς θα δυνότουν να το προφτάκει; K' έτρεχε, κ' έτρεχε.
Eίταν το ρόβολο φυτεμένο ελιές, ολοπράσινο κ' επίδροσο· τα φύλλα και τα λουλούδια εμισόκρουβαν το δρόμο που τώρα εγύριζε λίγο· και στο γύρισμα είταν κιόλας ένα μονοπάτι, κουραστικό, ορθό και γιομάτο σκαλιά, μα που έκοφτε καμπόση στράτα κ' έβγαζε κι αυτό στην κορφή της ράχης, στο τέλος του ανήφορου. K' η Σταλαχτή το πήρε. Λεχάμενη ανέβαινε κ' έβλεπε τ' άλογο ν' ανεβαίνει δίπλα της το γύρο, ο ίδρος τής έβρεχε το πρόσωπο και το λαρούγγι της είταν στεγνό και την ετυραγνούσε. Έφτακε πάνου· αλλά κείνην τη στιγμή τ' άλογο εδιάβαινε από μπροστά της, κι ο Aρτέμης, που είταν καβαλάρης καθιστά στη σαμάρα και της εγύριζε τες πλάτες, δεν εστράφηκε ούτε να την κοιτάξει. Mε δυο τρεις βιαστικές λασιές το ζώο αποτέλειωσε τον ανήφορο.
Kαι κείνη ενόμισε πως οι δύναμές της την παραιτούσαν, άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης. Eσύρθηκε ακόμα σιγά σιγά κατόπι τους, αλλά τ' άλογο τώρα έτρεχε στο σιάδι κ' επήγαινε κάθε στιγμή μακρότερα. Tότες ένιωσε πως σωτηρία πλια δεν υπήρχε, πως η μοίρα την έσερνε στο χαμό. Eκοίταξε ολόγυρά της χωρίς να ξέρει γιατί, κ' είδε σιμά της πολύ ένα πηγάδι. Kαι με μιας έφεξε στο νου της η ιδέα πως το πηγάδι θα της προβοδούσε ήσυχο θάνατο, ανάπαψη για τα πάθια της όλα· και μόλις εσκέφτηκε το θάνατο και τον αποφάσισε. Έπεσε μέσα με το κεφάλι. Tο νερό δαρμένο έβρασε· ο θόλος αντιλάλησε.


Kαι τ' ανακάτωμα του νερού και τη βοή τ' άκουσαν κι ο καβαλάρης κι ο Στάθης, κ' εγύρισαν να κοιτάξουν τρομασμένοι κ' οι δύο.
"Έπεσε μέσα" είπε ο Aρτέμης γυρίζοντας τ' άλογο και κιτρινίζοντας.
"Έπεσε μέσα" είπε ο δούλος του ανοίγοντας τα μάτια.
"Nα τη γλυτώσουμε" ξανάειπε ο Aρτέμης κ' εκίνησε μ' όλη τη γληγοράδα τ' αλόγου του, ενώ ο άλλος τον ακολουθούσε καταπόδι.
Σε μία στιγμή έφτακαν· τα νερά εχτυπιόνταν ακόμα· κ' ενώ ο Aρτέμης επηδούσε από τ' άλογο ο Στάθης έσκυψε στο φροχείλι κ' εμέτρησε με το βλέμμα το βάθος. - "Kατεβαίνω" είπε.
"Όχι δε σε σώνω" του αποκρίθηκε· "λύσε γλήγορα τα σαμαρόσκοινα θα κρεμαστώ εγώ". K' έτσι λέγοντας έριχνε μερικά φορέματα, ενώ ο άλλος εξεμπέρδευε γοργά τα σκοινιά, κ' έδενε μία κλώνα σ' ένα σιμοτινό δέντρο. Έπειτα ήρθε αμέσως στον Aρτέμη, που 'χε καθίσει στου πηγαδιού τη βίρα, και με την άλλη κλώνα τον έδεσε από τη μέση. Πατώντας στους τοίχους άρχισε τούτος ευτύς να κατεβαίνει κ' ο Στάθης εβαστούσε από πάνου το σκοινί τεντωμένο, βοηθώντας τον έτσι στο κατέβασμα. Tο πηγάδι είταν βαθύ κ' είχε νερό πλήθιο.
"Bάστα" είπε από μέσα ο Aρτέμης άμα έφτακε την όψη του νερού, που ανακατευότουν. K' εκοίταξε. H Σταλαχτή εξαναρχότουν στον αφρό κουνώντας ακανόνιστα κι απελπισμένα τα χέρια, κι όταν το κεφάλι της εβγήκε όξω, το στόμα της, που 'θελε να φωνάξει, εγαργάρισε βραχνά μία στιγμή, έπειτα το νερό την εσκέπασε μπουρμπουλίζοντας κι άρχισε σύγκορμη να βουλάει. M' ένα χέρι ο Aρτέμης εκρεμάστηκε από το σκοινί κρατώντας τα πόδια στες λιθιασμένες πέτρες, έσκυψε μ' ορμή κι άδραξε από τα μαλλιά τη δυστυχισμένη. Tην ετράβηξε πάλι απάνου· τα χέρια της εσπερδουκλωθήκαν στο βραχιόνι του και τα νύχια της εμπηχτήκαν στο κρέας του.
"Tράβα" εφώναξε από μέσα "είναι βαριά· μοναχός δε θα μπορέσω ν' ανέβω".
"Bαστάξου μια στιγμή" τ' αποκρίθηκε από πάνου· "κάποιος έρχεται και θα βοηθήσει. Eπλάκωσε". Kαι μ' όση δύναμη είχε στα πλατιά του στήθια εφώναξε:
"Έλα γλήγορα, Γιάννη· εδώ πνίγονται".
"Πνίγονται;" είπε στατικός ο Γιάννης ο Λάκουρας που 'χε φτάσει τρεχάτος. K' επρόστεσε: - "Eρχόμουνα στ' αμπέλι, ήξερα πως θα συνέβαινε κάτι, αφού την απελπίσατε". K' έπιασε το σκοινί.
"Tράβα" του 'πε ο Στάθης παίρνοντας φόρα "κρέμονται κ' οι δύο· τράβα".
Mα ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, Kι ο Στάθης έστρεψε το πρόσωπο και τον εκοίταξε κατάματα· τον είδε χλωμό, με τα μάτια βγαλμένα από τες κόχες, με σκληρήν έκφραση στα χείλια. K' ετρόμαξε.
"Θα τους πνίξω" είπε ο Γιάννης.
"Tραβάτε" εφώναξε από κάτου ο Aρτέμης "τα χέρια μου καίνε σα να βαστούσα αθρακιά".
"Tι θα κάμεις;" είπε ο Στάθης βλέποντας το Γιάννη να βγάζει από τη ζώση το μαχαίρι.
"Eκεινού του πρέπει τιμωρία, εκείνη γιατί να ζιει στην ατιμία;" αποκρίθηκε "γι' αυτό μου την επήρετε;"
Tώρα ο Στάθης εφώναξε: - "Aφέντη άφησέ την και μοναχός σου ανέβα". Kι άφησε το σκοινί. "A, μη μου τον σκοτώσεις" επρόστεσε κ' ερίχτηκε πάνου στο Γιάννη για να τον ξαρματώσει.
"Tραβάτε" εφώναξε πάλι ο Aρτέμης· "δεν την αφήνω".
Kι ωστόσο ο Γιάννης έλεγε αγριεμένος: - "Φεύγα, άτιμε μεσάτορα, σε σφάζω και σένα".
Mα ο Στάθης είχε χάσει κάθε φόβο, με το κορμί του εδιαφέντευε το σκοινί, κ' επάσκιζε να σιμώσει τον άλλον, ώσπου μια μαχαιριά τον εσώριασε κατά γης λαβωμένον.
Kι αμέσως με το ματωμένο μαχαίρι ο Γιάννης έκοψε το σκοινί· το νερό δαρμένο από τα δύο κορμιά, που βούλιαζαν, έβρασε κι αναπετάχτηκε ώς το φροχείλι, κι ο φονιάς ετήραξε τρογύρου του σαν ξαφνισμένος από το έργο του.
Ένα κοράκι ήρθε κ' εκάθισε στην ελιά, όπου είταν ακόμα δεμένο ένα κομμάτι του σκοινιού, κ' έκραξε· κι ο Γιάννης ανασηκώνοντας τα μάτια είπε: - "Έκαμα κρίση".

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Περί βλακείας...

Η βλακεία έριξε επιτέλους και το τείχος των τεχνών.
Αυτή είναι άλλωστε η κύρια ασχολία της. Να κυριεύσει όσα της είναι ακατανόητα.


Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι: Ο Εζρα Πάουντ είναι ένα μοναχικό ηφαίστειο...

Ποιητές & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Ω τραγούδιά μου,

Γιατί ψάχνετε τόσο αχόρταγα και τόσο περίεργα τα πρόσωπα των ανθρώπων,

μήπως και βρείτε ανάμεσά τους τον χαμένο σας νεκρό;

(Ezra Pound, Coda)

Για πολλούς, ο κορυφαίος ποιητής του 20ου αιώνα, "the poet of the poet's"...


Σπάνια ποιητής αγαπήθηκε και μισήθηκε όσο αυτός...

Έζρα Πάουντ, ένας μύθος της εποχής μας...

Χαρακτηριστική η ετυμηγορία του Γέιτς: «Δεν υπάρχει νεότερη γενιά ποιητών. Ο Εζρα Πάουντ είναι ένα μοναχικό ηφαίστειο».



Ezra Pound
Canto LXXXI*
(μτφρ.: Γιώργος Μπλάνας)
ΛΙΜΠΡΕΤΤΟ

Ωστόσο
πριν πεθάνει από το κρύο η εποχή
που κουβάλησε ένας ζέφυρος στους ώμους
στον χρυσαφένιο υψώθηκα ουρανό
ο Λωζ κι ο Τζένκις τον ύπνο σου φυλάνε
ο Ντόλμετς στο πλάι σου πάντα να 'ναι,
Αυτός λείανε το ξύλο
της βιόλας για να δυναμώσει την χαμηλή και την ψηλή;
Αυτός στρογγύλεψε την σκάφη του λαγούτου;
ο Λωζ κι ο Τζένκις τον ύπνο σου φυλάνε
ο Ντόλμετς στο πλάι σου πάντα να 'ναι,
Επλασες κόσμο ευάερο να φέρεις
το φύλλο από την ρίζα;
Σύγνεφο βρήκες διάφανο, που ομίχλη
και ίσκιος δεν του έμοιασαν ποτέ;
Ε, τότε λύτρωσέ με, πες μου -αλήθεια-
αν τραγούδησε ο Ουώλερ κι αν έπαιξε ο Ντάουλαντ.
Τα δυο σου μάτια θα γενούν μαχαίρια να με σφάξουν
αφού πλέον δεν δύναμαι ν' αντέξω την μπωτέ τους
Κι επί 180 χρόνια τίποτε σχεδόν.
Εντ ασκολντάντο ιλεγκιέρ μορμόριo
μπήκε στην σκηνή μου μια καινούργια λεπτή ισορροπία ματιών, κι αν ήταν
πνεύμα, υπόσταση κι αν ήταν- δεμένα μάτια τίποτε,
κρυμμένα ματιά, μάτια
σε καρναβάλι πάντως
θυμό δεν είχανε ζευγάρι
κι εγώ δεν είδα παρά μάτια, κι ανάμεσα στα μάτια χρώμα
διάστημα,
αμέριμνο ή ανύποπτο πάντως δεν είχε
όλο τον χώρο της σκηνής
μήτε ήταν τόπος για πλήρη Ειδώς
διείσδυση, διάτρηση
μονάχα μια σκιά πέρα στα πέρα φώτα
γαλάζιο τ' ουρανού
θάλασσα μες στην νύχτα
πράσινη λίμνη απάνω στα βουνά
λάμψη από μάτια ακάλυπτα στην επικράτεια μιας μάσκας τόσης δα.
Ο,τι πολύ αγάπησες σου μένει,
τα υπόλοιπα σαβούρα
Ο,τι πολύ αγάπησες δεν θα το στερηθείς
Ο,τι πολύ αγάπησες το αληθινό σου μέρισμα
κληρονομιά ενός κόσμου, δικού μου και δικού τους
ή μήπως κανενός;
Πρώτα ήρθαν τα ορατά, κι ακολούθησαν τ' απτά
Ηλύσια, έστω και στις αίθουσες του Αδη,
Ο,τι πολύ αγάπησες το αληθινό σου μέρισμα
Ο,τι πολύ αγάπησες δεν θα το στερηθείς
κένταυρος είναι το μυρμήγκι για τους δικούς του δράκοντές του.
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία, δεν έπλασε ο άνθρωπος
την τόλμη και την δύναμη, δεν έπλασε την τάξη ο άνθρωπος την χάρη,
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία, τέλειωνε λέω.
Μάθε απ' το πράσινο του κόσμου την θέση σου στην κλίμακα
της δημιουργίας ή της γνήσιας καλλιτεχνίας,
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
τέλειωνε Πακίν!
Ο πράσινος ο σκούφος ξέκανε την κομψότητά σου.
κυβέρνησε τον εαυτό σου κι οι άλλοι θα σε αντέξουν
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία
ένα σκυλί δαρμένο είσαι και πέφτει το χαλάζι,
μια κουρούνα που κορδώνεται και πάνω πότε βγαίνει πότε κρύβεται ο ήλιος,
Ασπρόμαυρη, μισή μισή,
δεν ξεχωρίζεις καν την φτερούγα απ' την ουρά σου
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία
Βρώμα φρικτή το μίσος σου
και τρέφεται με ψέμα,
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
Αμε, ταχιά και τέλειωνε, τσιγκούνης στην αγάπη, ναι
μα τέλειωνε μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
τέλειωνε λέω.
Να πράξεις, άπρακτος μην μείνεις
αυτό δεν είναι δα ματαιοδοξία
Να χτυπήσεις μ' ευγένεια την πόρτα
που θ' ανοίξει ένας Μπλαντ να μυρίσεις στον αέρα
μια ζωντανή παράδοση ν' αδράξεις
σε μια ματιά σοφή γριά ματιά την φλόγα την αιώνια
όχι αυτό δεν είναι δα και ματαιοδοξία.
Το λάθος βρίσκεται σ' εκείνο,
που δεν πραγματοποίησες, το λάθος όλο σε μιαν απόφαση που δεν την πήρες
και τρέκλισε η απόφαση...

  • Έλληνες ποιητές και λόγιοι μετέφρασαν τον Έζρα Πάουντ στα ελληνικά. Ανάμεσα τους: Γιώργος Σεφέρης, Ζήσιμος Λορεντζάτος, Νίκος Σημηριώτης, Τάκης Μενδράκος, Τάσος Κόρφης, Στέφανος Ροζάνης, Γιώργος Βάρσος, Χάρης Βλαβιανός. Ιδιαιτέρως αναφέρουμε τον Αντώνη Ζέρβα, που τον μεταφράζει εδώ και μια εικοσαετία. Από τις πρώτες μεταφράσεις των Ασμάτων στις σελίδες του Εκηβόλου το 1982-3, ώς την πρώτη, δίγλωσση έκδοση της μετάφρασής τους το 1994 και την αναθεωρημένη, σημερινή έκδοση, ο Ζέρβας επανέρχεται διαρκώς στο κείμενο του Πάουντ, αναζητώντας νέα μονοπάτια προσέγγισής του.

Μερικά αποφθέγματα του Έζρα Πάουντ
(σε πρόχειρη δική μας μετάφραση)

  • Η μεγαλοφυία έχει δικαίωμα σε κάθε τρόπο έκφρασης.
  • Μεγαλοφυία... είναι η ικανότητα να βλέπεις δέκα πράγματα εκεί που ο συνηθισμένος άνθρωπος βλέπει ένα.
  • Η καλή τέχνη, ακόμη και η «ανήθικη», εκφράζει την απόλυτη αρετή. Η καλή τέχνη δεν μπορεί να είναι ανήθικη. Ως καλή τέχνη ορίζω την τέχνη που αντέχει την πραγματική μαρτυρία, ορίζω την ακριβέστατη τέχνη.
  • Καλοί συγγραφείς είναι εκείνοι που έχουν αποτελεσματική γλώσσα. Σαν να λέμε, κρατήσου ακριβής, κρατήσου σαφής.
  • Μεγάλη λογοτεχνία είναι απλά η γλώσσα που χρεώνεται την ερμηνεία στον απώτατο πιθανό βαθμό.
  • Εάν η λογοτεχνία ενός έθνους πέφτει, το έθνος ατροφεί και αποσυντίθεται.
  • Στην εποχή μας, η πληγή είναι ο νομισματικός αναλφαβητισμός, ακριβώς όπως η ανικανότητα της ανάγνωσης ενός απλού εντύπου ήταν η πληγή των προηγούμενων αιώνων.
  • Το διάβασμα απευθύνεται στη δύναμη. Ο άνθρωπος που διαβάζει πρέπει να είναι ένας άνθρωπος έντονα ζωντανός. Το βιβλίο πρέπει να είναι μια σφαίρα φωτός στο χέρι του.
  • Η πραγματική εκπαίδευση πρέπει τελικά να περιοριστεί στα άτομα που επιμένουν στη γνώση, το υπόλοιπο είναι σκέτη πρόβατο-βοσκή.
  • Θρησκεία, ωχ, ακόμη μία από αυτές τις πολυάριθμες αποτυχίες που προκύπτουν από την προσπάθεια να εκλαϊκευτεί η τέχνη.
  • Η εικόνα υπερισχύει της ιδέας. Είναι μια δίνη ή μια συστάδα λιωμένων ιδεών και προικίζεται με ενέργεια.
  • Ο σύγχρονος καλλιτέχνης πρέπει να ζήσει με τέχνη και βία. Οι θεοί του είναι βίαιοι θεοί. Οι αποκαλούμενοι καλλιτέχνες, των οποίων η εργασία δεν παρουσιάζει αυτήν τη σύγκρουση, είναι χωρίς ενδιαφέρον.
  • Το πραγματικό πρόβλημα με τον πόλεμο (τον σύγχρονο πόλεμο) είναι ότι δεν δίνει σε κανένα μια πιθανότητα να σκοτώσει τους σωστούς ανθρώπους.


Ezra Pound
USURA


Με την τοκογλυφία,
δεν φτιάχνουν σπίτια οι άνθρωποι γερά:
η κάθε πέτρα λαξεμένη και βαλμένη στη θέση της σωστά
να στρώσει απάνω ο σοβάς, να δέσει
ο σκελετός, να κάτσουν τα στολίδια.
Με την τοκογλυφία
δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι
παράδεισους στις εκκλησίες
μετά βαΐων και κλάδων,
την παναγιά να δέχεται τον άγγελο εξ ουρανών
κι απάνω εκεί στο πρόχειρο μολύβωμα να λάμπει
το φωτοστέφανό της.
Με την τοκογλυφία
δεν αξιώνονται οι άνθρωποι Γκονζάγα,
κληρονόμους, παλλακίδες,
δεν φτιάχνονται οι εικόνες για ν’ αντέξουν
στον χρόνο και να μας αντέξουν
φτιάχνονται για να πουληθούν αμέσως
και πουλιούνται
Με την τοκογλυφία,
κρίμα μεγάλο κι άδικο ενάντια την φύση,
κάτι μπαγιάτικα αποφάγια το ψωμί σου
χάρτινο το ψωμί σου,
χωρίς το στάρι των βουνών και το σκληρό αλεύρι.
Με την τοκογλυφία χοντραίνει η μολυβιά.
Με την τοκογλυφία ξεχαλινώνονται οι γραμμές
κι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τόπο να φωλιάσουν.
Η πέτρα τρώει το λιθοξόο
κι ο αργαλειός τον υφαντή.
ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
δεν φτάνει το μαλλί στην αγορά
και δεν αφήνει κέρδος το κοπάδι με την τοκογλυφία.
Μάστιγα, μάστιγα μεγάλη αυτή η τοκογλυφία
στομώνει τη βελόνα στο χέρι της κυράς
και σταματά το ακούραστο αδράχτι.
Δεν γίνεται Πιέδρο Λομπάρδο
ούτε κρασί με την τοκογλυφία.
Ντούτσιο δεν γίνεται ούτε Πιερ ντελά Φρανσέσκα
και Χουάν Μπελίν και Λα Καλούνια
ζωγραφιστή με την τοκογλυφία.
Αντζέλικο δεν γίνεται, δεν γίνεται Αμπρότζιο Πρέντις,
ούτε εκκλησία πέτρινη,
κι απάνω από την πύλη σμιλεμένο: Αγαπάτε Αλλήλους.
Άγιο Τρόφιμο… όχι, ασφαλώς, με την τοκογλυφία.
Και Άγιο Ιλαρίωνα… όχι, βεβαίως, με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η σμίλη με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η τέχνη κι ο τεχνίτης,
τρώει το νήμα ο αργαλειός,
κανείς δεν ξέρει πια να κάνει τα χρυσοκεντητά ,
έχει λεκέδες το γαλάζιο, σκορπίζεται το κρεμεζί,
Μέμλινκ δεν βρίσκει πια το σμαραγδί.
Έσφαξε η τοκογλυφία μες τη μήτρα το παιδί,
στόμωσε του νέου την ορμή,
την άνοια, την παράλυση έφερε στο κρεβάτι,
πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στη νύφη
και τον γαμπρό της
ΠΑΡΑΦΥΣΗ
Έφεραν πόρνες στην Ελευσίνα,
σερβίρουν πτώματα…
έτσι προστάζει η τοκογλυφία.

-----

Ezra Pound
« Ώ λαμπρέ Απόλλωνα


τιν' άνδρα, τιν' ήρωα, τίνα θεόν,

Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα

τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;»
« Είναι παλιά σας συνήθεια να ξεκάνετε τους καλούς συγγραφείς/

εσείς ή τους τρελλαίνετε / ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν/

ή πάλι βρίσκετε δικαιολογίες για τα ναρκωτικά τους / και μιλάτε για παραφροσύνη και μεγαλοφυία/

Όμως εγώ δεν θα τρελλαθώ για να σας ευχαριστήσω/

δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο/

Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος /

θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου
σαν ευχάριστο γαργάλημα/

να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά/

ενώ πολλοί κινούνται ύποπτα

και φοβούνται να πουν πως σας μισούν/

η γεύση της αρβύλας μου;

Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου

χαϊδέψτε την/

βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Αυτή η πλεονεξία της κατοχής μόνο αγαθών και αποκτημάτων...

Στοχασμοί & ελληνική ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Αθήνα, λάδι σε καμβά

Αυτή η πλεονεξία της κατοχής μόνο αγαθών και αποκτημάτων για μας και τους κοντινότερους φίλους μας, είναι ακόρεστη, διαρκής, καθολική, και άμεσα καταστρεπτική για την κοινωνία.

Είναι ένα δίκαιο πολιτικό αξίωμα, ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποθετικός απατεώνας.

Δεν είναι αντίθετο προς τη λογική ότι θα προτιμήσω την καταστροφή ολόκληρου του κόσμου από το γρατσούνισμα του δάχτυλού μου.

Κι όμως τα παραπάνω αποφθέγματα δεν ανήκουν σε σύγχρονο μας...

Συνεχίζουμε το ταξίδι της σκέψης...


Από την Ελληνική αρχαιότητα στον Σκωτσέζικο διαφωτισμό...

David Hume
Αποφθέγματα

1. Ένα άτομο εξοικειωμένο με την ιστορία μπορεί, από κάποια άποψη, να ειπωθεί ότι έχει ζήσει από την αρχή του κόσμου, κάνοντας συνεχείς προσθήκες στο απόθεμα γνώσης του σε κάθε αιώνα.

2. Η ροπή προς την ελπίδα και τη χαρά είναι πραγματικός πλούτος· η ροπή προς τον φόβο και τη θλίψη αληθινή φτώχεια.

3. Ο σκοπός, η πρόθεση, το σχέδιο, συναντάται παντού, ακόμα και στον απρόσεκτο, στον πιό ηλίθιο.

4. Ο σοφός άνθρωπος στηρίζει τις πεποιθησεις του σε στοιχεία.

5. Η ακρίβεια σε κάθε περίπτωση, προάγει την ομορφιά, και αιτιολογεί σωστά το λεπτό συναίσθημα. Μάταια θα εξυψώναμε το ένα υποτιμώντας το άλλο.

6. Και ποιος είναι ο μέγιστος αριθμός; Ο αριθμός ένα.

7. Όποιο άτομο ωριμάζει με τη σωστή αίσθηση των ατελειών του φυσικού λόγου, θα πετάξει προς την αποκαλυφθείσα αλήθεια με τη μέγιστη απληστεία.

8. Φιλαργυρία, το κέντρισμα της βιομηχανίας.

9. Να είσαι φιλόσοφος αλλά, ανάμεσα σε όλη τη φιλοσοφία σου να παραμείνεις άνθρωπος.

10. Η ομορφιά στα πράγματα υπάρχει στο μυαλό που τα συλλογίζεται.

11. Η ομορφιά δεν είναι καμία ποιότητα στα ίδια τα πράγματα. Υπάρχει μόνο στο μυαλό που τα συλλογίζεται.

12. Η ομορφιά, είτε ηθική είτε φυσική, γίνεται περισσότερο αισθητή, παρά αντιληπτή.

13. Η πίστη δεν είναι παρά μια πιο ζωηρή, ζωντανή, βίαια, αμετακίνητη, σταθερή σύλληψη ενός αντικειμένου, που η φαντασία από μόνη της ποτέ δεν θα καταφέρει να πετύχει.

14. Ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος των στερεότυπων αρχών.

15. Η συνήθεια είναι ο μεγάλος οδηγός στην ανθρώπινη ζωή.

16. Η ευγλωττία, στην υψηλότερη έκφραση της, αφήνει λίγα περιθώρια στη λογική ή το συλλογισμό, καθώς απευθύνεται εξ ολοκλήρου στις επιθυμίες και τα συναισθήματα που γοητεύουν τους πρόθυμους ακροατές, και κατακτούν την κατανόησή τους.

17. Κάθε σοφή, δίκαιη και η ήπια κυβέρνηση, που ερμηνεύει τα θέματα της με εύκολους και ασφαλείς όρους, θα δημιουργεί πάντα αφθονία τόσο στο λαό όσο και στα προϊόντα και στον πλούτο.

18. Όλα στον κόσμο αγοράζονται από την εργασία

19. Μιλώντας γενικά, τα λάθη στη θρησκεία είναι επικίνδυνα· στη φιλοσοφία μόνο γελοία.

20 Ευτυχής είναι εκείνος που οι περιστάσεις ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία του· αλλά είναι άριστος εκείνος που ταιριάζει την ιδιοσυγκρασία του σε οποιαδήποτε περίσταση.

21. Ο ουρανός και η κόλαση υποθέτουν δύο ευδιάκριτα είδη ανθρώπων, το καλό και το κακό. Όμως το μέγιστο μέρος της ανθρωπότητας επιπλέει μεταξύ της κακίας και της αρετής.

22. Η ανθρώπινη φύση είναι η μόνη επιστήμη του ανθρώπου και όμως ήταν έως τώρα η πιο παραμελημένη.

23. Έχω γράψει για όλα τα είδη των θεμάτων... και ακόμα δεν έχω κανέναν εχθρό εκτός, πράγματι, από όλους τους Whigs, όλους τους Τories, και όλους τους Χριστιανούς.

24. Είναι ένα δίκαιο πολιτικό αξίωμα, ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποθετικός απατεώνας.

25. Δεν είναι αντίθετο προς τη λογική ότι θα προτιμήσω την καταστροφή ολόκληρου του κόσμου από το γρατσούνισμα του δάχτυλού μου.

26. Δεν είναι η λογική που είναι ο οδηγός της ζωής, αλλά η συνήθεια

27. Σπάνια η ελευθερία οποιουδήποτε είδους χάνεται εντελώς ξαφνικά.

28. Όταν αρχίζουμε να δουλεύουμε μαζί πραγματοποιείται η πραγματική θεραπεία... όταν αρχίζουμε να χύνουμε τον ιδρώτα μας και όχι το αίμα μας.

29. Οι άνθρωποι συχνότερα πέφτουν στα γόνατα από τη μελαγχολία παρά από τα ευχάριστα πάθη.

30. Οι άνθρωποι ενεργούν συχνά εσκεμμένα ενάντια στο ενδιαφέρον τους.

31. Κανένα πλεονέκτημα σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι καθαρό και αμιγές

32. Καμία μαρτυρία δεν είναι επαρκής για να καθιερώσει ένα θαύμα, εκτός αν η μαρτυρία είναι τέτοια που η αναλήθειά της θα ήταν πιό θαυμαστή από το στοιχείο που προσπαθεί να διαπιστώσει.

33. Τίποτα δεν καθιστά πιο προσφιλή έναν φίλο ως θλίψη για το θάνατό του. Η ευχαρίστηση της συντροφιάς του δεν έχει τόσο ισχυρή επιρροή.

34. Τίποτα δεν είναι πιό εκπληκτικό από την ευκολία με την οποία οι πολλοί κυβερνώνται από τους λίγους.

35. Η φιλοσοφία θα ερμηνευόταν εξ ολοκλήρου ως Πύρρεια αν η φύση δεν ήταν πάρα πολύ ισχυρή για αυτό.

36. Η λογική είναι, και πρέπει μόνο να είναι ο σκλάβος των παθών, και δεν μπορεί ποτέ να προσποιείται οτιδήποτε άλλο πέρα από να τα υπηρετεί και να τα υπακούει.

37. Η σχολαστική μάθηση και η πολεμική θεολογία καθυστέρησαν την ανάπτυξη όλης της αληθινής γνώσης.

38. Ότι ο ήλιος δεν θα ανατείλει αύριο ως πρόταση δεν είναι λιγότερο καταληπτή, και δεν υπονοεί άλλη αντίφαση, από την επιβεβαίωση, ότι θα ανατείλει.

39. Τα πλεονεκτήματα που βρίσκονται στην ιστορία φαίνονται να είναι τριών ειδών, όσα διασκεδάζουν τη φαντασία, όσα βελτιώνουν την κατανόηση, και όσα ενισχύουν την αρετή.

40. Το κύριο όφελος, που προκύπτει από τη φιλοσοφία, πραγματοποιείται με έμμεσο τρόπο, και προχωρά περισσότερο με τη μυστική, ανεπαίσθητη επιρροή του, παρά με την άμεση αίτησή του.

41. Η χριστιανική θρησκεία όχι μόνο εξ αρχής εισακούστηκε με τα θαύματα, αλλά ακόμη και μέχρι σήμερα δεν μπορεί να γίνει πιστευτή από οποιοδήποτε λογικό πρόσωπο χώρις έστω κι ένα.

42. Η διαφθορά των καλύτερων πραγμάτων προκαλεί το χειρότερο.

43. Τα ύψη της δημοτικότητας και του πατριωτισμού εξακολουθούν να είναι ο νικηφόρος δρόμος προς τη δύναμη και τυραννία.

44. Ο νόμος περιορίζει πάντα κάθε δύναμη που δίνει.

45. Η ζωή του ανθρώπου δεν έχει μεγαλύτερη σπουδαιότητα για το σύμπαν από αυτή ενός στρειδιού.

46. Οι κανόνες της ηθικής δεν είναι το συμπέρασμα της λογικής μας.

47. Υπάρχει μια πολύ αξιοπρόσεκτη κλίση στην ανθρώπινη φύση να παραχωρεί στα εξωτερικά αντικείμενα τις ίδιες συγκινήσεις που παρατηρεί στον εαυτό της, και να βρίσκει οπουδήποτε εκείνες τις ιδέες που είναι οι πιό παρούσες σε αυτό.

48. Αυτή η πλεονεξία της κατοχής μόνο αγαθών και των αποκτημάτων για μας και τους κοντινότερους φίλους μας, είναι ακόρεστη, διαρκής, καθολική, και άμεσα καταστρεπτική για την κοινωνία.

49. Να μισείς, να αγαπάς, να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι να βλέπεις· όλο αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά να αντιλαμβάνεσαι.

50. Η αλήθεια ξεπετάγεται από το επιχείρημα μεταξύ των φίλων.

51. Τι ιδιαίτερο προνόμιο έχει αυτήν η μικρή αναταραχή του εγκεφάλου που αποκαλούμε "σκέψη".

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: και τους φρονίμους ατυχείν και τους ανοήτους κατορθούν...

Αποφθέγματα & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

Σε ταραγμένες εποχές όπως η δική μας...

Ταιριάζουν απόλυτα κάποια κλασικά ρητά...

Πελοποννησιακός πόλεμος...

Ισοκράτης

Παννηγυρικός 48

Ούτω ταραχώδεις ούσας τας τύχας ώστε πολλάκις εν αυταίς και τους φρονίμους ατυχείν και τους ανοήτους κατορθούν

Διώξεις Εθνικών από Χριστιανούς...

Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς


Είμαστε αλήθεια ζωντανοί ω Έλληνες
Τώρα που μας βρήκε η συμφορά
Κι έγινε η ζωή μας εφιάλτης;
Ή μήπως ζούμε εμείς κι έχει η ζωή πεθάνει;

-------------------------------------------

Συνεχίζουμε με

Ισοκράτη

Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία.

Να κάνεις φίλους σου όχι όλους που το επιθυμούν, ούτε αυτούς με τους οποίους θα περάσεις ευχάριστα, αλλά εκείνους με τους οποίους άριστα θα κυβερνήσεις.

Είναι φανερό ότι εκείνος που δεν είναι χρήσιμος για τον εαυτό του, ούτε άλλον θα συμβουλεύσει καλώς.

Να εμπιστεύεσαι όχι αυτούς που επαινούν ο,τιδήποτε λέγεις και πράττεις, αλλ’ εκείνους που κατακρίνουν τα σφάλματά σου.

Να διακρίνεις τους πονηρούς κόλακες από εκείνους που σε υπηρετούν από συμπάθεια.

Να επιζητείς νόμους που στο σύνολό τους να είναι δίκαιοι και συμφέροντες, χωρίς να αντιφάσκουν και επιπλέον να ελαχιστοποιούν τις έριδες των πολιτών και να επιταχύνουν τις διευθετήσεις τους.

Απόδειξη καλής διακυβερνήσεως να θεωρείς, όταν βλέπεις τους διοικουμένους να γίνονται ευπορότεροι και συνετότεροι εξαιτίας της δικής σου φροντίδας.

Θα κυβερνήσεις δε καλώς, εάν ούτε τον όχλο θα αφήνεις να βιαιοπραγεί, ούτε θα ανέχεσαι να βιαιοπραγείται, αλλά να επιμελείσαι ώστε να λαμβάνουν τα αξιώματα οι άριστοι, οι δε άλλοι να μη αδικούνται.

Να μη ζηλεύεις όσους απέκτησαν μεγάλη εξουσία, αλλ’ εκείνους που χρησιμοποίησαν με άριστο τρόπο την εξουσία τους.

Εκείνων που ζηλεύεις την καλή φήμη, να μιμείσαι τις πράξεις.

Πάντοτε να δείχνεις τέτοιο σεβασμό στην αλήθεια, ώστε να είσαι πιο αξιόπιστος από τους όρκους των άλλων.

Να μη υπερηφανεύεσαι για τέτοιες πράξεις που μπορεί να πράξουν και οι ασήμαντοι, αλλά για την αρετή, της οποίας δεν μετέχουν οι κακοί.

Να προτιμάς να έχεις λιγότερα από τα απαραίτητα και όχι περισσότερα, διότι τα ορθότερα ενυπάρχουν μάλλον στις ελλείψεις παρά στις υπερβολές.

Αν έχεις στο νου σου τα περασμένα, άριστα θα αποφασίζεις για τα μέλλοντα).

Να προτιμάς να πεθάνεις τιμίως, παρά να ζήσεις ντροπιασμένος.



Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική: Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή αυτοί που δεν την έχουν ζήσει...

Σύγχρονη σκέψη & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

"Κατά τους Κινέζους, οι αυτοκράτορες που πλησιάζουν στο τέλος τους, εκδίδουν αναρίθμητους νόμους.
"

Κάτι ανάλογο μπορούμε να πούμε για ολόκληρο τον δυτικό κόσμο...

Η σκέψη του, ευτυχώς, δεν ανήκει σε καμμιά σχολή...

Από τους εξέχοντες στοχαστές του 20ου αιώνα...

Albert Camus
Αποφθέγματα

  • Η αλήθεια, όπως και το φως, τυφλώνει.
  • Η ένοχη συνείδηση επιδιώκει την ομολογία. Το έργο τέχνης είναι ομολογία.
  • Η γεύση της αλήθειας με κάθε κόστος είναι ένα πάθος που τίποτα δεν αποδίδει.
  • Πρέπει να θεωρούμε τον ηρωισμό και το θάρρος δευτερεύουσες αξίες, αφού όμως πρώτα δώσουμε αποδείξεις ηρωισμού και θάρρους.
  • Δεν μου αρέσουν τα μυστικά των άλλων. Με ενδιαφέρουν όμως οι εξομολογήσεις τους.
  • Η αλήθεια, όπως και το φως, τυφλώνει.
  • Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή αυτοί που δεν την έχουν ζήσει.
  • Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές.
  • Η ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο, σφραγίδα ενός χυδαίου πνεύματος.
  • Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές.
  • Η πραγματική γενναιοδωρία προς το μέλλον έγκειται στο να τα δίνουμε όλα στο παρόν.
  • Σε συγχωρούν για την ευτυχία σου και τα πλούτη σου μόνο αν συναινείς γενναιόδωρα να τα μοιράζεσαι.
  • Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να βλέπεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ' αυτό που σε συνθλίβει.
  • Είναι πιθανό να είναι κανείς ενάρετος, αλλά μόνο από ιδιοτροπία.
  • Δεν μπορείς να αποκτήσεις εμπειρία κάνοντας πειράματα. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις εμπειρία. Πρέπει να την υποστείς.
  • Στα τριάντα μου, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, γνώρισα τη φήμη. Τώρα ξέρω περί τίνος πρόκειται. Μικροπράγματα.
  • Γοητεία είναι ένας τρόπος να παίρνεις την απάντηση "ναι", χωρίς να έχεις κάνει κάποια ξεκάθαρη ερώτηση.
  • Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.
  • Ο ελεύθερος Τύπος μπορεί βέβαια να είναι καλός ή κακός, αλλά χωρίς ελευθερία είναι απόλυτα βέβαιο ότι ο Τύπος δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από κακός.
  • Όταν παραδέχεται κανείς κάποια -ασήμαντα- ελαττώματα, πιστεύει ότι αποφεύγει έτσι να γίνει λόγος για τα άλλα του ελαττώματα. Επειδή είναι φυσιολογικό, σε κάποιον που ομολογεί αυθόρμητα κάποια ελαττώματα, να μην αναζητούμε κι άλλα.
  • Το σχολείο μας προετοιμάζει για τη ζωή σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
  • Υπάρχουν κάποια πάθη τόσο δυνατά, που δεν μπορεί παρά να είναι αρετές.
  • Πρέπει να έχει κανείς έναν έρωτα, ένα μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που κυριεύουν όλους μας.
  • Μπορείς να κρίνεις το χαρακτήρα ενός άντρα παρατηρώντας την όψη της γυναίκας του.
  • Προπαντός όταν οι μέρες φαίνονται ατέλειωτες, είναι που αρχίζουν τα χρόνια να περνάνε γρήγορα.
  • Στην πραγματικότητα δεν ζούμε παρά μερικές ώρες της ζωής μας.
  • Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι.
  • Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας.
  • Από την εμπειρία κανείς δεν γίνεται σοφός, αλλά εμπειρογνώμων. Σε τι όμως;
  • Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.
  • Η πολιτική και η μοίρα της ανθρωπότητας διαμορφώνονται από ανθρώπους χωρίς ιδανικά και χωρίς μεγαλείο. Άνθρωποι που έχουν μεγαλείο μέσα τους δεν ασχολούνται με την πολιτική.
  • "Το αλκοόλ σβήνει τον άνθρωπο για ν' ανάψει το κτήνος", κάτι που τον κάνει να αντιληφθεί γιατί του αρέσει το αλκοόλ.
  • Ακόμα κι όταν κάποιος είναι πεπεισμένος για την απελπισία του, πρέπει να δρα σαν να ελπίζει. Ή να αυτοκτονεί. Ο πόνος δεν δίνει δικαιώματα.
  • Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.
  • Ο κόσμος όπου αισθάνομαι πιο άνετα, είναι ο Ελληνικός μύθος.
  • Καλιγούλας: "αυτό που δεν θα καταλάβετε ποτέ είναι πως είμαι άνθρωπος απλός".
  • Κατά τους Κινέζους, οι αυτοκράτορες που πλησιάζουν στο τέλος τους, εκδίδουν αναρίθμητους νόμους.
  • Για τους πιο πολλούς ανθρώπους, ο πόλεμος είναι το τέλος της μοναξιάς. Για μένα είναι η οριστική μοναξιά.
  • Όλη η τέχνη στον Κάφκα συνίσταται στο ότι υποχρεώνει τον αναγνώστη να τον ξαναδιαβάσει.

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Μακριά από τη χώρα...Μακριά από τη γή...

Ταξίδι & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αναχώρηση, λάδι σε καμβά

Να ταξιδέψουμε...

Μακριά από την καθημερινότητα...

Μακριά από τη χώρα...

Μακριά από τη γή...

Το ταξίδι του σύμπαντος και η σκοτεινή ροή...

Η "σκοτεινή ροή" του σύμπαντος
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17-3-2010

Οι αστρονόμοι ανακάλυψαν ότι ολόκληρες ομάδες γαλαξιών κινούνται με την μορφή φάλαγγας ή νηοπομπής (κονβόι) προς ένα συγκεκριμένο σημείο στην «άκρη» του σύμπαντος. Αυτή η μυστηριώδης «σκοτεινή ροή» φαίνεται να είναι ξεχωριστή από τη γενικότερη συνεχή επέκταση του σύμπαντος, που έχει αποδοθεί στην - επίσης μυστηριώδη- «σκοτεινή ενέργεια». Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι κάποια άγνωστη δύναμη πίσω από το ορατό σύμπαν ευθύνεται για αυτό το κοσμικό «κονβόι».

Οι κοσμολόγοι ήδη κάνουν λόγο για τη «σκοτεινή ύλη» στην οποία αποδίδεται η περιστροφή των γαλαξιών και για τη «σκοτεινή ενέργεια» που θεωρείται ότι επιταχύνει τη διαστολή του σύμπαντος. Τώρα, στη «σκοτεινή οικογένεια», έρχεται να προστεθεί, όπως φαίνεται, και η «σκοτεινή ροή».

Η νέα μελέτη, υπό τον Σάσα Κασλίνσκι του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Goddard των ΗΠΑ, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό αστροφυσικής «Astrophysical Journal Letters», σύμφωνα με το «Physics World», ανέλυσε τις διακυμάνσεις στην κοσμική ακτινοβολία μικροκυμάτων, που αποτελεί «απομεινάρι» του αρχικού «Μπιγκ Μπανγκ» της δημιουργίας του σύμπαντος και δείχνει ότι η θερμοκρασία είναι η ίδια όπου κοιτάξει κανείς στον ουρανό (2,7 βαθμοί πάνω από το απόλυτο μηδέν).

Το σκάφος WMAP της NASA όμως έδειξε ότι υπάρχουν μικρής κλίμακας διαφοροποιήσεις σε αυτή την ενιαία θερμοκρασία, της τάξης περίπου του ενός δεκάτου του χιλιοστού του βαθμού Κελσίου. Οι νέες έρευνες υπό τον Κασλίνσκι έδειξαν ότι αυτές οι μικρές διακυμάνσεις της θερμοκρασίας μετακινούνται προς την κατεύθυνση ενός αριθμού ομάδων γαλαξιών, πράγμα που αποτελεί ένδειξη ότι αυτοί γαλαξίες κινούνται σε σχέση με το υπόλοιπο σύμπαν, μια κίνηση που είναι ανεξάρτητη από τη γενικότερη διαστολή του σύμπαντος.

Το συμπέρασμα αυτό είναι σημαντικό, γιατί, καθώς δεν μπορεί να ερμηνευτεί με βάση τη γνωστή κατανομή της ύλης στο ορατό σύμπαν, σημαίνει ότι «κάτι» έξω από το ορατό σύμπαν έλκει τους γαλαξίες ομαδικά προς το μέρος του. Επειδή το φαινόμενο ξεφεύγει από τα μέχρι τώρα γνωστά στην κοσμολογία, οι ερευνητές δυσκολεύτηκαν να το πιστέψουν κι έκαναν ξανά και ξανά τους υπολογισμούς τους, όμως κάθε φορά επιβεβαίωναν ότι το φαινόμενο είναι υπαρκτό και απαιτεί κάποια εξήγηση.

Για πρώτη φορά το φαινόμενο της «σκοτεινής ροής» εντοπίστηκε το 2008 και τώρα η νέα έρευνα, που κράτησε χρόνια, έρχεται να το επιβεβαιώσει. Οι ερευνητές υπολόγισαν το μέγεθος του «κονβόι» των γαλαξιών στα 800 μεγα-παρσέκ ή εκατομμύρια παρσέκ (ένα παρσέκ αντιστοιχεί σε απόσταση περίπου 3.262.000 ετών φωτός), ενώ η προηγούμενη μελέτη είχε κάνει μικρότερη εκτίμηση (στα 300 μεγα-παρσέκ).

Μια πιθανή εξήγηση για τη «σκοτεινή ροή», κατά τον Κασλίνσκι, μπορεί να δοθεί από την «θεωρία του κοσμικού πληθωρισμού», σύμφωνα με την οποία το πολύ πρώιμο σύμπαν (απειροελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου μετά τη δημιουργία του) ήταν σαν αφρός με «μπουρμπουλήθρες» και μια από αυτές «φούσκωσε» απότομα για να γίνει το σημερινό σύμπαν. Οι γειτονικές αρχέγονες «φυσαλίδες» μπορεί να ευθύνονται για την μυστηριώδη έλξη που ασκούν στους γαλαξίες σήμερα. Σύμφωνα με τον Κασλίνσκι, «αυτό που πιστεύουμε ότι συμβαίνει, είναι ότι καταγράφουμε την επίδραση των τμημάτων του χωροχρόνου που βρίσκονταν εκεί, πριν τον πληθωρισμό του σύμπαντος».

www.kathimerini.gr με πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ