Μια εξαιρετέα έκπληξη στην...ελληνική τηλεόραση!
Δευτέρα 15/5, ώρα 22.00 (Cosmote History)
στην εκπομπή "ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΟΛΜΗΣΑΝ":
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ (1943-1998)!
Για πολλούς ο μεγαλύτερος φιλόσοφος της εποχής μας...
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Τετάρτη 10 Μαΐου 2017
Όλα γκρεμιστήκανε...
Στη ζωή μας βρήκαμε
ήλιους και φεγγάρια.
Μόνοι μας τα σβήσαμε
κι ήρθανε σκοτάδια...
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, λάδι σε καμβά
Νίκος Γκάτσος
Μακρινή της αγάπης ώρα
Στη ζωή μας βρήκαμε
ήλιους και φεγγάρια.
Μόνοι μας τα σβήσαμε
κι ήρθανε σκοτάδια.
Μακρινή της αγάπης ώρα,
σε ξεχάσαμε.
Μες στη λάσπη και μες στη μπόρα
τις ψυχές μας τις χάσαμε.
Όλα γκρεμιστήκανε,
δεν υπάρχει νόμος.
Στην καρδιά παράπονο
και στα μάτια ο τρόμος.
Το σκυλί στην πόρτα μας
έγινε τσακάλι.
Πέφτουν οι καλύτεροι
προχωρούν οι άλλοι.
ήλιους και φεγγάρια.
Μόνοι μας τα σβήσαμε
κι ήρθανε σκοτάδια...
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, λάδι σε καμβά
Νίκος Γκάτσος
Μακρινή της αγάπης ώρα
Στη ζωή μας βρήκαμε
ήλιους και φεγγάρια.
Μόνοι μας τα σβήσαμε
κι ήρθανε σκοτάδια.
Μακρινή της αγάπης ώρα,
σε ξεχάσαμε.
Μες στη λάσπη και μες στη μπόρα
τις ψυχές μας τις χάσαμε.
Όλα γκρεμιστήκανε,
δεν υπάρχει νόμος.
Στην καρδιά παράπονο
και στα μάτια ο τρόμος.
Το σκυλί στην πόρτα μας
έγινε τσακάλι.
Πέφτουν οι καλύτεροι
προχωρούν οι άλλοι.
Δευτέρα 8 Μαΐου 2017
φεγγάρι...
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου
τώρα
Η πηγή
Φεγγάρι πεθαμένο μου
γιὰ ξαναβγὲς καὶ πάλι
θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου
δὲν ἔκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
τὸ φοβισμένο πρόσωπο
θέλω νὰ δῶ
τὸ φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι καὶ πάλι
τότε
ὅλο τὸ σῶμα μου ἦταν
μιὰ πληγὴ
φεγγάρι
μιὰ πηγὴ
καὶ φώτιζε
τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου
τώρα
πάλι καὶ πάλι
Κυριακή 7 Μαΐου 2017
Νόει το πραττόμενον...
Άκουε πολλά, λάλει καίρια...
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά
Βίας ο Πριηνεύς
(625-540 π.Χ.)
Αποφθέγματα
Τόπων μεταβολαί ούτε φρόνησιν διδάσκουσιν, ούτε αφροσύνην αφαιρούνται.
(το να αλλάξεις μέρος δεν σου διδάσκει φρόνηση ούτε σου αφαιρεί τη βλακεία)
Κτήσαι μεν εν τη νεότητι ευπραξίαν, εν δε τω γήρα σοφίαν.
Αρχή άνδρα δείκνυσι.
(η εξουσία αποκαλύπτει τον χαρακτήρα)
Δει τον αγαθόν άνδρα παυόμενον της αρχής μη πλουσιώτερον, αλλά μάλλον ενδοξότερον γεγονέναι.
Οι αγαθοί ευαπάτητοι.
(οι καλοί άνθρωποι εξαπατούνται εύκολα)
Μήτε ευήθης ίσθι, μήτε κακοήθης.
(να μην είσαι ούτε καλός [μέχρι αφελείας] ούτε κακοήθης)
Αλαζονεία εμπόδιον σοφίας.
Κρατίστην είναι δημοκρατίαν εν ή πάντες ως τύραννον φοβούνται τον νόμον.
Άκουε πολλά, λάλει καίρια.
Νόει το πραττόμενον.
(να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου)
Νόσος ψυχής το των αδυνάτων εράν.
(είναι ψυχική νόσος να επιδιώκεις τα αδύνατα)
Το γήρας όρμον είναι των κακών.
(τα γηρατειά είναι λιμάνι όπου αράζουν όλες οι συμφορές)
Πείσας λαβέ, μη βιασάμενος.
(να παίρνεις με την πειθώ, όχι με τη βία)
Τον τ’ αλλότρια περιεργαζόμενον μίσει.
Βίας ο Πριηνεύς
(625-540 π.Χ.)
Αποφθέγματα
Τόπων μεταβολαί ούτε φρόνησιν διδάσκουσιν, ούτε αφροσύνην αφαιρούνται.
(το να αλλάξεις μέρος δεν σου διδάσκει φρόνηση ούτε σου αφαιρεί τη βλακεία)
Κτήσαι μεν εν τη νεότητι ευπραξίαν, εν δε τω γήρα σοφίαν.
Αρχή άνδρα δείκνυσι.
(η εξουσία αποκαλύπτει τον χαρακτήρα)
Δει τον αγαθόν άνδρα παυόμενον της αρχής μη πλουσιώτερον, αλλά μάλλον ενδοξότερον γεγονέναι.
Οι αγαθοί ευαπάτητοι.
(οι καλοί άνθρωποι εξαπατούνται εύκολα)
Μήτε ευήθης ίσθι, μήτε κακοήθης.
(να μην είσαι ούτε καλός [μέχρι αφελείας] ούτε κακοήθης)
Αλαζονεία εμπόδιον σοφίας.
Κρατίστην είναι δημοκρατίαν εν ή πάντες ως τύραννον φοβούνται τον νόμον.
Άκουε πολλά, λάλει καίρια.
Νόει το πραττόμενον.
(να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου)
Νόσος ψυχής το των αδυνάτων εράν.
(είναι ψυχική νόσος να επιδιώκεις τα αδύνατα)
Το γήρας όρμον είναι των κακών.
(τα γηρατειά είναι λιμάνι όπου αράζουν όλες οι συμφορές)
Πείσας λαβέ, μη βιασάμενος.
(να παίρνεις με την πειθώ, όχι με τη βία)
Τον τ’ αλλότρια περιεργαζόμενον μίσει.
Σάββατο 6 Μαΐου 2017
και με' φως και με' θάνατον ακαταπαύστως...
Όλην την Oικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας...
*
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με' φως και με' θάνατον
ακαταπαύστως...
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Ανδρέας Κάλβος
Ωδή Τρίτη. Eις Θάνατον
α΄.
Eις τούτον τον ναόν,
των πρώτων Xριστιανών
παλαιότατον κτίριον,
πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι
γονατισμένος; 5
β΄.
Όλην την Oικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας. 10
γ΄.
Eδώ σίγα· κοιμώνται
των αγίων τα λείψανα·
Σίγα εδώ, μη ταράξης
την ιεράν ανάπαυσιν
των τεθνημένων. 15
δ΄.
Ακούω του λυσσώντος
ανέμου την ορμήν·
κτυπά με' βίαν· ανοίγονται
του ναού τα παράθυρα
κατασχισμένα. 20
ε΄.
Από τον ουρανόν,
όπου τα μελανόπτερα
σύννεφα αρμενίζουν,
το ψυχρόν της αργύριον
ρίπτει η σελήνη. 25
ς΄.
Kαι ένα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
σβησθέν λιβανιστήριον,
κερία σβηστά και κόλυβα
έχει το μνήμα. 30
ζ΄.
Ω παντοδυναμώτατε!
τι είναι; τι παθαίνω;
ορθαί εις την κεφαλήν μου
στέκονται η τρίχες!... λείπει
η αναπνοή μου! 35
η΄.
Iδού, η πλάκα σείεται...
ιδού από τα χαράγματα
του μνήματος εκβαίνει
λεπτή αναθυμίασις
κ' εμπρός μου μένει. 40
θ΄.
Eπυκνώθη· λαμβάνει
μορφήν ανθρωπικήν.
Tι είσαι; ειπέ μου; πλάσμα,
φάντασμα του νοός μου
τεταραγμένου; 45
ι΄.
Ή ζωντανός είσ' άνθρωπος,
και κατοικείς τους τάφους;
χαμογελάεις;.... αν άφηκας
τον άδην.... ή ο παράδεισος
ειπέ μου αν σ' έχη. 50
ια΄.
―Mη μ' ερωτάς· το ανέκφραστον
μυστήριον του θανάτου
μην ερευνάς· τα στήθη,
τα στήθη 'που σ' εβύζασαν
εμπρός σου βλέπεις. 55
ιβ΄.
Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
αγαπητόν μου σπλάγχνον,
ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
και προσπαθείς ματαίως
'να με αγκαλιάσης. 60
ιγ΄.
Παύσε τα δάκρυα. Hσύχασε
το πάθος της καρδιάς σου.
Αν η χαρά η ανέλπιστος,
ότι με είδες, βρέχη
τους οφθαλμούς σου 65
ιδ΄.
Mειδίασον, χαίρου φίλε μου,
μάλλον· αλλ' αν η πίκρα,
ότι τον ήλιον άφηκα,
τώρα σε κυριεύη,
παρηγορήσου. 70
ιε΄.
Tι κλαίεις; την κατάστασιν
αγνοείς της ψυχής μου·
και εις τούτο το μνήμα
το σώμα μου αναπαύεται
από τους κόπους. 75
ις΄.
Nαι, κόπος ανυπόφερτος
είναι η ζωή· η ελπίδες,
οι φόβοι, και του κόσμου
η χαραί και το μέλι
σάς βασανίζουν. 80
ιζ΄.
Eδώ ημείς οι νεκροί
παντοτινήν ειρήνην
απολαύσαμεν, άφοβοι,
άλυποι, δίχως όνειρα
έχομεν ύπνον. 85
ιη΄.
Σεις οι δειλοί αχνύζετε
όταν τις ψιθυρίση
τ' όνομα του θανάτου
αλλ' άφευκτος ο θάνατος,
άφευκτος είναι. 90
ιθ΄.
Mία και μόνη είναι
η οδός, και εις τον τάφον
φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη
αμάχητον με' χείρα
ωθεί τους ζώντας. 95
κ΄.
Yιέ μου πνέουσαν μ' είδες
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με' φως και με' θάνατον
ακαταπαύστως. 100
κα΄.
Tο πνεύμα οπού μ' εμψύχωνε
του Θεού ήτον φύσημα,
και εις τον Θεόν ανέβη·
γη το κορμί μου, κ' έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον. 105
κβ΄.
Αλλά το φέγγος χάνεται
της σελήνης· σε αφίνω·
πάλιν θέλω σε ειδείν
ότε η ζωή σού λείψει,
και τότε μόνον. 110
κγ΄.
Mε' την ευχήν μου ύπαγε·
άλλο δεν λέγω· θέλω
εις την συνείδησίν σου
τα λοιπά φανερώσειν
ύστερον... χαίρε... 115
κδ΄.
Tέκνον μου χαίρε... ―Πρόσμενε,
τον υιόν λυπημένον
μη παραιτήσης. Έπεσε.
Kαι μένουν οι οφθαλμοί μου
εις βαθύ σκότος. 120
κε΄.
Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις·
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
με' γλυκά δάκρυα! 125
κς΄.
Kαι συ στόμα οπού εφίλησα
τόσαις φοραίς, με' τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
μας ξεχωρίζει! 130
κζ΄.
Αι, και άπειρος ας είναι
κ' έτι φοβερωτέρα·
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθείν
γυρεύοντάς σας. 135
κη΄.
Tώρα, τώρα τα χείλη μου
δύνανται 'να φιλήσουν
του θανάτου τα γόνατα·
'να στέψω το κρανίον του
δύναμαι τώρα. 140
κθ΄.
Πού είναι τα ρόδα; φέρετε
στεφάνους αμαράντους·
την λύραν δότε· υμνήσατε·
ο φοβερός εχθρός
έγινε φίλος. 145
λ΄.
Kείνος οπού το μέτωπον
τρυφερών γυναικών
αγκάλιασε, πώς δύναται
εις ανδρικήν καρδίαν
'να ρίψη φόβον; 150
λα΄.
Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον
είναι; τώρα οπού βλέπω
τον θάνατον με' θάρρος,
εγώ κρατώ την άγκυραν
της σωτηρίας. 155
λβ΄.
Eγώ τώρα εξαπλώνω
ισχυράν δεξιάν
και την άτιμον σφίγγω
πλεξίδα των τυράννων
δολιοφρόνων. 160
λγ΄.
Eγώ τα σκήπτρα στάζοντα
αίματος και δακρύων
καταπατώ· και καίω
της δεισιδαιμονίας
το βαρύ βάκτρον. 165
λδ΄.
Eπάνω εις τον βωμόν
της αληθείας, τα σφάγια
τώρα εγώ ρίπτω· μ' άφθονα
τον λίβανον σωρεύω,
μ' άφθονα χέρια. 170
λε΄.
Ως απ' ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω. 175
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας...
*
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με' φως και με' θάνατον
ακαταπαύστως...
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Ανδρέας Κάλβος
Ωδή Τρίτη. Eις Θάνατον
α΄.
Eις τούτον τον ναόν,
των πρώτων Xριστιανών
παλαιότατον κτίριον,
πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι
γονατισμένος; 5
β΄.
Όλην την Oικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας. 10
γ΄.
Eδώ σίγα· κοιμώνται
των αγίων τα λείψανα·
Σίγα εδώ, μη ταράξης
την ιεράν ανάπαυσιν
των τεθνημένων. 15
δ΄.
Ακούω του λυσσώντος
ανέμου την ορμήν·
κτυπά με' βίαν· ανοίγονται
του ναού τα παράθυρα
κατασχισμένα. 20
ε΄.
Από τον ουρανόν,
όπου τα μελανόπτερα
σύννεφα αρμενίζουν,
το ψυχρόν της αργύριον
ρίπτει η σελήνη. 25
ς΄.
Kαι ένα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
σβησθέν λιβανιστήριον,
κερία σβηστά και κόλυβα
έχει το μνήμα. 30
ζ΄.
Ω παντοδυναμώτατε!
τι είναι; τι παθαίνω;
ορθαί εις την κεφαλήν μου
στέκονται η τρίχες!... λείπει
η αναπνοή μου! 35
η΄.
Iδού, η πλάκα σείεται...
ιδού από τα χαράγματα
του μνήματος εκβαίνει
λεπτή αναθυμίασις
κ' εμπρός μου μένει. 40
θ΄.
Eπυκνώθη· λαμβάνει
μορφήν ανθρωπικήν.
Tι είσαι; ειπέ μου; πλάσμα,
φάντασμα του νοός μου
τεταραγμένου; 45
ι΄.
Ή ζωντανός είσ' άνθρωπος,
και κατοικείς τους τάφους;
χαμογελάεις;.... αν άφηκας
τον άδην.... ή ο παράδεισος
ειπέ μου αν σ' έχη. 50
ια΄.
―Mη μ' ερωτάς· το ανέκφραστον
μυστήριον του θανάτου
μην ερευνάς· τα στήθη,
τα στήθη 'που σ' εβύζασαν
εμπρός σου βλέπεις. 55
ιβ΄.
Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
αγαπητόν μου σπλάγχνον,
ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
και προσπαθείς ματαίως
'να με αγκαλιάσης. 60
ιγ΄.
Παύσε τα δάκρυα. Hσύχασε
το πάθος της καρδιάς σου.
Αν η χαρά η ανέλπιστος,
ότι με είδες, βρέχη
τους οφθαλμούς σου 65
ιδ΄.
Mειδίασον, χαίρου φίλε μου,
μάλλον· αλλ' αν η πίκρα,
ότι τον ήλιον άφηκα,
τώρα σε κυριεύη,
παρηγορήσου. 70
ιε΄.
Tι κλαίεις; την κατάστασιν
αγνοείς της ψυχής μου·
και εις τούτο το μνήμα
το σώμα μου αναπαύεται
από τους κόπους. 75
ις΄.
Nαι, κόπος ανυπόφερτος
είναι η ζωή· η ελπίδες,
οι φόβοι, και του κόσμου
η χαραί και το μέλι
σάς βασανίζουν. 80
ιζ΄.
Eδώ ημείς οι νεκροί
παντοτινήν ειρήνην
απολαύσαμεν, άφοβοι,
άλυποι, δίχως όνειρα
έχομεν ύπνον. 85
ιη΄.
Σεις οι δειλοί αχνύζετε
όταν τις ψιθυρίση
τ' όνομα του θανάτου
αλλ' άφευκτος ο θάνατος,
άφευκτος είναι. 90
ιθ΄.
Mία και μόνη είναι
η οδός, και εις τον τάφον
φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη
αμάχητον με' χείρα
ωθεί τους ζώντας. 95
κ΄.
Yιέ μου πνέουσαν μ' είδες
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με' φως και με' θάνατον
ακαταπαύστως. 100
κα΄.
Tο πνεύμα οπού μ' εμψύχωνε
του Θεού ήτον φύσημα,
και εις τον Θεόν ανέβη·
γη το κορμί μου, κ' έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον. 105
κβ΄.
Αλλά το φέγγος χάνεται
της σελήνης· σε αφίνω·
πάλιν θέλω σε ειδείν
ότε η ζωή σού λείψει,
και τότε μόνον. 110
κγ΄.
Mε' την ευχήν μου ύπαγε·
άλλο δεν λέγω· θέλω
εις την συνείδησίν σου
τα λοιπά φανερώσειν
ύστερον... χαίρε... 115
κδ΄.
Tέκνον μου χαίρε... ―Πρόσμενε,
τον υιόν λυπημένον
μη παραιτήσης. Έπεσε.
Kαι μένουν οι οφθαλμοί μου
εις βαθύ σκότος. 120
κε΄.
Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις·
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
με' γλυκά δάκρυα! 125
κς΄.
Kαι συ στόμα οπού εφίλησα
τόσαις φοραίς, με' τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
μας ξεχωρίζει! 130
κζ΄.
Αι, και άπειρος ας είναι
κ' έτι φοβερωτέρα·
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθείν
γυρεύοντάς σας. 135
κη΄.
Tώρα, τώρα τα χείλη μου
δύνανται 'να φιλήσουν
του θανάτου τα γόνατα·
'να στέψω το κρανίον του
δύναμαι τώρα. 140
κθ΄.
Πού είναι τα ρόδα; φέρετε
στεφάνους αμαράντους·
την λύραν δότε· υμνήσατε·
ο φοβερός εχθρός
έγινε φίλος. 145
λ΄.
Kείνος οπού το μέτωπον
τρυφερών γυναικών
αγκάλιασε, πώς δύναται
εις ανδρικήν καρδίαν
'να ρίψη φόβον; 150
λα΄.
Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον
είναι; τώρα οπού βλέπω
τον θάνατον με' θάρρος,
εγώ κρατώ την άγκυραν
της σωτηρίας. 155
λβ΄.
Eγώ τώρα εξαπλώνω
ισχυράν δεξιάν
και την άτιμον σφίγγω
πλεξίδα των τυράννων
δολιοφρόνων. 160
λγ΄.
Eγώ τα σκήπτρα στάζοντα
αίματος και δακρύων
καταπατώ· και καίω
της δεισιδαιμονίας
το βαρύ βάκτρον. 165
λδ΄.
Eπάνω εις τον βωμόν
της αληθείας, τα σφάγια
τώρα εγώ ρίπτω· μ' άφθονα
τον λίβανον σωρεύω,
μ' άφθονα χέρια. 170
λε΄.
Ως απ' ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω. 175
Παρασκευή 5 Μαΐου 2017
πριν απ' το χρόνο...
Λοιπόν θυμάμαι μια φορά στον ουρανό...
*
Entonces yo recuerdo que, una vez, en el cielo...
Γιάννης Σταύρου, Θερμαϊκός, λάδι σε καμβά
Ραφαέλ Αλμπέρτι
Τρεις αναμνήσεις από τον ουρανό
Αφιέρωμα στον G.A. Bequer
Πρόλογος
Δεν είχανε χρονίσει ακόμα μήτε ο αρχάγγελος μήτε το ρόδο.
Όλα είταν πριν απ' το βέλασμα πριν απ' το κλάμα.
Όταν το φως δεν ήξερε καλά-καλά
αν η θάλασσα θα γεννούσε αγόρι ή κορίτσι.
Όταν ο άνεμος ονειρευότανε μαλλιά να τα χτενίζει,
γαρούφαλα και μάγουλα να κατακαίει η φωτιά
και το νερό να ξεδιψάει από δυο χείλη ράθυμα.
Όλα είταν πριν από το κορμί και τ' όνομα,
πριν απ' το χρόνο.
Λοιπόν θυμάμαι μια φορά στον ουρανό...
Πρώτη ανάμνηση
...Ένα κομμένο κρίνο...
G.A.B.
Εβάδιζε μ' ένα λύγισμα κρίνου συλλογισμένου,
πουλιού σχεδόν που εννόησε πως πρέπει να γεννήσει,
κοιτώντας δίχως να κοιτάζεται σ' ένα φεγγάρι
που παρασταίνονταν μες στ' όνειρό της σαν καθρέφτης,
σε μια σιωπή χιονιού που ανύψωνε τα πόδια της.
Σε μια σιωπή σκυμένη.
Είτανε πριν από την άρπα, τη βροχή, πριν απ' τα λόγια.
Δεν ήξερε.
Άσπρη μαθητευόμενη του αέρα,
τρεμούλιαζε με τ' άστρα, με τα δέντρα και με τ' άνθος.
Ο μίσχος της, τ' ανάστημά της πράσινο.
Με τα δικά μου αστέρια που μη ξέροντας,
δυο βάλτους θέλοντας να σκάψουνε στα μάτια της
σε δυο πέλαγα τη βυθίσανε.
Θυμάμαι...
Κι έπειτα τίποτα. Νεκρή να φεύγει και να χάνεται.
(μετ. Τάκης Σινόπουλος)
Rafael Alberti
TRES RECUERDOS DEL CIELO
Homenaje a Gustavo Adolfo Bécquer
Prólogo
No habían cumplido años ni la rosa ni el arcángel.
Todo, anterior al balido y al llanto.
Cuando la luz ignoraba todavía
si el mar nacería niño o niña.
Cuando el viento soñaba melenas que peinar
y claveles el fuego que encender y mejillas
y el agua unos labios parados donde beber.
Todo, anterior al cuerpo, al nombre y al tiempo.
Entonces yo recuerdo que, una vez, en el cielo...
Primer recuerdo
... una azucena tronchada...
G.A.BÉCQUER
Paseaba con un dejo de azucena que piensa,
casi de pájaro que sabe ha de nacer.
Mirándose sin verse a una luna que le hacía espejo el sueño
y a un silencio de nieve que le elevaba los pies.
A un silencio asomada.
Era anterior al arpa, a la lluvia y a las palabras.
No sabía.
Blanca alumna del aire,
temblaba con las estrellas, con la flor y los árboles.
Su tallo, su verde talle.
Con las estrellas mías
que, ignorantes de todo,
por cavar dos lagunas en sus ojos
la ahogaron en dos mares.
Y recuerdo...
Nada más: muerta, alejarse.
*
Entonces yo recuerdo que, una vez, en el cielo...
Γιάννης Σταύρου, Θερμαϊκός, λάδι σε καμβά
Ραφαέλ Αλμπέρτι
Τρεις αναμνήσεις από τον ουρανό
Αφιέρωμα στον G.A. Bequer
Πρόλογος
Δεν είχανε χρονίσει ακόμα μήτε ο αρχάγγελος μήτε το ρόδο.
Όλα είταν πριν απ' το βέλασμα πριν απ' το κλάμα.
Όταν το φως δεν ήξερε καλά-καλά
αν η θάλασσα θα γεννούσε αγόρι ή κορίτσι.
Όταν ο άνεμος ονειρευότανε μαλλιά να τα χτενίζει,
γαρούφαλα και μάγουλα να κατακαίει η φωτιά
και το νερό να ξεδιψάει από δυο χείλη ράθυμα.
Όλα είταν πριν από το κορμί και τ' όνομα,
πριν απ' το χρόνο.
Λοιπόν θυμάμαι μια φορά στον ουρανό...
Πρώτη ανάμνηση
...Ένα κομμένο κρίνο...
G.A.B.
Εβάδιζε μ' ένα λύγισμα κρίνου συλλογισμένου,
πουλιού σχεδόν που εννόησε πως πρέπει να γεννήσει,
κοιτώντας δίχως να κοιτάζεται σ' ένα φεγγάρι
που παρασταίνονταν μες στ' όνειρό της σαν καθρέφτης,
σε μια σιωπή χιονιού που ανύψωνε τα πόδια της.
Σε μια σιωπή σκυμένη.
Είτανε πριν από την άρπα, τη βροχή, πριν απ' τα λόγια.
Δεν ήξερε.
Άσπρη μαθητευόμενη του αέρα,
τρεμούλιαζε με τ' άστρα, με τα δέντρα και με τ' άνθος.
Ο μίσχος της, τ' ανάστημά της πράσινο.
Με τα δικά μου αστέρια που μη ξέροντας,
δυο βάλτους θέλοντας να σκάψουνε στα μάτια της
σε δυο πέλαγα τη βυθίσανε.
Θυμάμαι...
Κι έπειτα τίποτα. Νεκρή να φεύγει και να χάνεται.
(μετ. Τάκης Σινόπουλος)
Rafael Alberti
TRES RECUERDOS DEL CIELO
Homenaje a Gustavo Adolfo Bécquer
Prólogo
No habían cumplido años ni la rosa ni el arcángel.
Todo, anterior al balido y al llanto.
Cuando la luz ignoraba todavía
si el mar nacería niño o niña.
Cuando el viento soñaba melenas que peinar
y claveles el fuego que encender y mejillas
y el agua unos labios parados donde beber.
Todo, anterior al cuerpo, al nombre y al tiempo.
Entonces yo recuerdo que, una vez, en el cielo...
Primer recuerdo
... una azucena tronchada...
G.A.BÉCQUER
Paseaba con un dejo de azucena que piensa,
casi de pájaro que sabe ha de nacer.
Mirándose sin verse a una luna que le hacía espejo el sueño
y a un silencio de nieve que le elevaba los pies.
A un silencio asomada.
Era anterior al arpa, a la lluvia y a las palabras.
No sabía.
Blanca alumna del aire,
temblaba con las estrellas, con la flor y los árboles.
Su tallo, su verde talle.
Con las estrellas mías
que, ignorantes de todo,
por cavar dos lagunas en sus ojos
la ahogaron en dos mares.
Y recuerdo...
Nada más: muerta, alejarse.
Τετάρτη 3 Μαΐου 2017
όσο για τον άνθρωπο θα υπάρχει ένα μυστήριο...
όσο ο ήλιος τα σκόρπια νέφη
με φωτιά και χρυσάφι θα ντύνει...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Γκουστάβο Αντόλφο Μπέκερ
Rimas
ΙV
Μην πείτε πως με το θησαυρό της ξοδεμένο,
ελλείψει θεμάτων , βουβάθηκε η λίρα ∙
μπορεί ποιητές να μην υπάρχουν ∙ όμως πάντα
θα υπάρχει ποίηση.
Όσο απ’ του φωτός τις συχνότητες, το φιλί,
πυρωμένο θα πάλλεται ∙
όσο ο ήλιος τα σκόρπια νέφη
με φωτιά και χρυσάφι θα ντύνει ∙
Όσο η αγκαλιά του αγέρα κουβαλάει
ευωδιές κι αρμονίες∙
όσο θα υπάρχει στον κόσμο η Άνοιξη,
θα υπάρχει και η ποίηση!
Όσο η επιστήμη δεν μπορεί να εντοπίσει
τις πηγές της ζωής,
και στους ουρανούς ή στα πέλαγα θα υπάρχει μια άβυσσος
που στους υπολογισμούς θ’ αντιστέκεται ·
Όσο θα προχωρά η ανθρωπότητα
χωρίς να ξέρει για πού τραβάει ∙
όσο για τον άνθρωπο θα υπάρχει ένα μυστήριο,
θα υπάρχει και η ποίηση!
Όσο θα νιώθουμε ν’ αγαλλιά η ψυχή μας,
δίχως στα χείλη να σκάει χαμόγελο ∙
Όσο κάποιος θα κλαίει χωρίς το κλάμα να φαίνεται
που συννεφιάζει τα μάτια ∙
Όσο καρδιά και κεφάλι
θα εξακολουθούν να παλεύουν ·
όσο θα υπάρχουν ελπίδες και αναμνήσεις,
θα υπάρχει κι η ποίηση!
Όσο μάτια θα υπάρχουν π’ αντανακλούνε
εκείνα τα μάτια που τα κοιτούνε ∙
όσο τα χείλη που αναστενάζουν θ’ αποκρίνονται
σε άλλα χείλη που αναστενάζουν ∙
όσο μπορούν μες το φιλί ταραγμένες
να αισθάνονται δύο ψυχές ∙
όσο μια ωραία θα υπάρχει γυναίκα,
θα υπάρχει κι η ποίηση!
(μετ. Στέργιος Ντέρτσας)
με φωτιά και χρυσάφι θα ντύνει...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Γκουστάβο Αντόλφο Μπέκερ
Rimas
ΙV
Μην πείτε πως με το θησαυρό της ξοδεμένο,
ελλείψει θεμάτων , βουβάθηκε η λίρα ∙
μπορεί ποιητές να μην υπάρχουν ∙ όμως πάντα
θα υπάρχει ποίηση.
Όσο απ’ του φωτός τις συχνότητες, το φιλί,
πυρωμένο θα πάλλεται ∙
όσο ο ήλιος τα σκόρπια νέφη
με φωτιά και χρυσάφι θα ντύνει ∙
Όσο η αγκαλιά του αγέρα κουβαλάει
ευωδιές κι αρμονίες∙
όσο θα υπάρχει στον κόσμο η Άνοιξη,
θα υπάρχει και η ποίηση!
Όσο η επιστήμη δεν μπορεί να εντοπίσει
τις πηγές της ζωής,
και στους ουρανούς ή στα πέλαγα θα υπάρχει μια άβυσσος
που στους υπολογισμούς θ’ αντιστέκεται ·
Όσο θα προχωρά η ανθρωπότητα
χωρίς να ξέρει για πού τραβάει ∙
όσο για τον άνθρωπο θα υπάρχει ένα μυστήριο,
θα υπάρχει και η ποίηση!
Όσο θα νιώθουμε ν’ αγαλλιά η ψυχή μας,
δίχως στα χείλη να σκάει χαμόγελο ∙
Όσο κάποιος θα κλαίει χωρίς το κλάμα να φαίνεται
που συννεφιάζει τα μάτια ∙
Όσο καρδιά και κεφάλι
θα εξακολουθούν να παλεύουν ·
όσο θα υπάρχουν ελπίδες και αναμνήσεις,
θα υπάρχει κι η ποίηση!
Όσο μάτια θα υπάρχουν π’ αντανακλούνε
εκείνα τα μάτια που τα κοιτούνε ∙
όσο τα χείλη που αναστενάζουν θ’ αποκρίνονται
σε άλλα χείλη που αναστενάζουν ∙
όσο μπορούν μες το φιλί ταραγμένες
να αισθάνονται δύο ψυχές ∙
όσο μια ωραία θα υπάρχει γυναίκα,
θα υπάρχει κι η ποίηση!
(μετ. Στέργιος Ντέρτσας)
Τρίτη 2 Μαΐου 2017
Δευτέρα 1 Μαΐου 2017
Πρωτομαγιά
.. και η Άνοιξη έγινε πρωτομαγιάτικο στεφάνι
για να χωρέσει στο τελάρο...
για να χωρέσει στο τελάρο...
*
.. Nothing I cared, in the lamb white days, that time would take me
Up to the swallow thronged loft by the shadow of my hand,
In the moon that is always rising,
Nor that riding to sleep
I should hear him fly with the high fields
And wake to the farm forever fled from the childless land.
Oh as I was young and easy in the mercy of his means,
Time held me green and dyin
Though I sang in my chains like the sea....
Up to the swallow thronged loft by the shadow of my hand,
In the moon that is always rising,
Nor that riding to sleep
I should hear him fly with the high fields
And wake to the farm forever fled from the childless land.
Oh as I was young and easy in the mercy of his means,
Time held me green and dyin
Though I sang in my chains like the sea....
Dylan Thomas, Fern Hill (extract)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










