t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Τα μάτια της μ’ εξερευνούσαν...

Ακόμα και στα όνειρά μου μ’ έχεις απαρνηθεί,
Μου έχεις στείλει μοναχά τις θεραπαινίδες σου.
*
Even in my dreams you have denied yourself to me,
You have sent me only your handmaids.


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ezra Pound
Poems of Lustra

Άλμπα

Τόσο δροσερή, όσο τα ωχρά μουσκεμένα φύλλα
του κρίνου της κοιλάδας
Έγειρε δίπλα μου την χαραυγή.

Alba

As cool as the pale wet leaves
of lily-of-the-valley
She lay beside me in the dawn.
*
Η Συνάντηση

Ενόσω συνομιλούσαν για τη νέα ηθική
Τα μάτια της μ’ εξερευνούσαν.
Και όταν εγέρθηκα ν’ αποχωρίσω
Τα δάχτυλά της ήσαν ιστός
Ιαπωνικού χάρτινου μανδηλιού.

The Encounter

All the while they were talking the new morality
Her eyes explored me.
And when I rose to go
Her fingers were like the tissue
Of a Japanese paper napkin.
*
Τό Καλόν

Ακόμα και στα όνειρά μου μ’ έχεις απαρνηθεί,
Μου έχεις στείλει μοναχά τις θεραπαινίδες σου.

Τό Καλόν

Even in my dreams you have denied yourself to me,
You have sent me only your handmaids.
*
Η Πωλήτρια

Για μια στιγμή έγειρε πάνω μου
Όπως ανεμοζαλισμένο χελιδόνι στον τοίχο,
Και συνομιλούν για τις γυναίκες του Σουίνμπερν,
Και το αντάμωμα της βοσκοπούλας με το Γκουίντο.
Και τις εταίρες του Μπωντλαίρ.

Shop Girl

For a moment she rested against me
Like a swallow half blown to the wall,
And they talk of Swinburne’s women,
And the shepherdess meeting with Guido.
And the harlots of Baudelaire.

(μετ. Δημήτρης Ξυδερός)

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

προσθέτοντας παράθυρα στα πλοία που ετοιμάζονται να σαλπάρουν...

Μίλα μας, ποιητή, για την τρομερή άβυσσο αυτών που την έζησαν κι αυτών που δεν την έζησαν, των γεννημένων και των αγέννητων, για το σταθμάρχη που ακόμα περιμένει το τρένο σιωπηλός μαζεύοντας γαρύφαλλα στις έρημες ράγες. Για τις ατέλειωτες νυχτερινές επισκέψεις σου στα ναυπηγεία του κόσμου, προσθέτοντας παράθυρα στα πλοία που ετοιμάζονται να σαλπάρουν, μοιράζοντας τα εισιτήρια της ακαθόριστης προσδοκίας...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Στάυρου, Πλοία στον Πειραιά, λάδι σε καμβά

Δημήτρης Α. Δημητριάδης
Πες μας ποιητή

Ποιητή, θα μας πεις; Πες μας, με ποιους ανέμους συνωμοτείς, ποια μουσική ακούς όταν σκαλίζεις στο χαρτί τα σκοτεινά σου αινίγματα; Πώς γίνεται ένας μονάχα άνθρωπος να είναι τόσοι άλλοι, κατεβάζοντας τα φεγγάρια στην πιο σκοτεινή φυλακή, με τα χρυσά μαλλιά του ξεφτισμένα και το πρόσωπο ρημαγμένο, το φωτοστέφανό του σβηστό πεταμένο μέσα στις λάσπες και το κορμί λαβωμένο, τρεκλίζοντας, φωνάζοντας το θεό του;

Πες μας, πώς γίνεται να κουβαλάς το ασήκωτο βάρος του καημού με μάτι άγρυπνο και αυτί ασκημένο στους ψιθύρους, ανελέητος κι ακριβοδίκαιος, ωστόσο, έτοιμος για τη μεγάλη αγρύπνια που διαλαλεί των μαύρων σαν το χιόνι ονείρων την αμφίσημη απειλητική ωμότητα, όπως οσμίζεται του αίματος το μέταλλο, καθώς στα ίσα προμηνύει του αθώου τη σφαγή;

Πες μας, για την ανάγνωση και τη γραφή, για το γράμμα και το ψηφίο, καθώς στις ουράνιες κι υπόγειες διαδρομές σου γράφεις την Ιστορία της οικουμένης, σκοντάφτοντας στα άπειρα οστά που τη γεννούν, σταματώντας με δέος σε εκείνα των παιδιών, των δολοφονημένων και των αυτοκτόνων. Και ποιος είσαι εσύ που γνωρίζεις όσα η καταιγίδα, κατάμονος στη βροχή, κουκίδα στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, χωρίς ομπρέλα, χωρίς καπαρντίνα, χτυπώντας τα πόδια σου, πετώντας ένα ένα τα ρούχα καθώς η κραυγή σου ανταμώνει την αστραπή;

Μίλα μας, ποιητή, για την τρομερή άβυσσο αυτών που την έζησαν κι αυτών που δεν την έζησαν, των γεννημένων και των αγέννητων, για το σταθμάρχη που ακόμα περιμένει το τρένο σιωπηλός μαζεύοντας γαρύφαλλα στις έρημες ράγες. Για τις ατέλειωτες νυχτερινές επισκέψεις σου στα ναυπηγεία του κόσμου, προσθέτοντας παράθυρα στα πλοία που ετοιμάζονται να σαλπάρουν, μοιράζοντας τα εισιτήρια της ακαθόριστης προσδοκίας.

Ποιητή, θα μας πεις; Πες μας, για τα δόγματα που μας βομβαρδίζουν ντυμένα μανδύες ελευθερίας, για το νέο άνθρωπο που συλλέγει χρόνο κι αυταπάτες και το δικό σου αναμάλλιασμα, όρθιος μένοντας σε αυτό το μακελειό, με την ψυχή ζωσμένη με εκρηκτικά και τις τσέπες γεμάτες θρυαλλίδες για τις μεγάλες διαδηλώσεις των σωμάτων, μαζί με τους εξόριστους και τους κατατρεγμένους.

Κι ύστερα, πες μας, ποιος σε κρατά ακίνητο στον αέρα σαν φτερούγα πουλιού; Ποιος σε αγαπά κρυφά και δε σου το’ πε ακόμα; Ποιος; Πώς περνάς και ξαναπερνάς απαρατήρητος ανάμεσα σε μονόδρομους σκοπούς και μουσικές οδυρόμενες; Πώς ξεγλιστράς αναπνέοντας το άρωμα του αίματος και του δενδρολίβανου, της δάφνης και του ιδρώτα των απόκληρων; Εσύ, που αγαπάς τους ισοβίτες αγγέλους, ομολόγησέ μας τις μυστικές σου συναντήσεις με τον Γιεσένιν και τη Γώγου, τον Μαγιακόφσκι και την Άννα Αχμάτοβα, με τον Καρυωτάκη και την Έμιλυ Ντίκινσον και τα μεγάλα σας ζεϊμπέκικα και τα μπλουζ σε κάμαρες μικρές, κλειστές, χωρίς φώτα.

Πες μας, επιτέλους, τι είναι οι λέξεις σου; «Αρρώστια» ή ίαση; Λαμπάδες στις εκκλησίες των ανέστιων και των σαλών ώρες Σαββάτου αναστάσιμου; Λουλούδια, λιανοτούφεκα ή φεγγάρια κατακόκκινα καρφιτσωμένα στη θέση της καρδιάς που αιμορραγεί; Ή είναι εκείνο το μέγα πάθος που το ίδιο σου ανοίγει την πληγή, το ίδιο και την κλείνει; Πες μας, αλήθεια, γιατί άλλην αλήθεια δεν μπορείς να παραστήσεις πάρεξ εκείνης που κουβαλάς μέσα σου, εκείνης, δηλαδή, που σαν στυπόχαρτο ρουφά τον πόνο του άλλου μέχρι να τον νιώσει δικό του;

Κανείς κι απόψε, ποιητή. Κανείς πια δε γεννιέται. Ένας θεός ή ένας δαίμονας μας αφήνει γυμνούς για να κρυώνουμε, νηστικούς για να πεινούμε. Οι ψυχές μας δεν μπορούν να μιλήσουν, δεν έχουν γλώσσα, ούτε φωνή. Μας έχουν ξεκάνει τα πράγματα, μας ρήμαξε το έρεβος των οραμάτων. Τα μέλη μας τρέμουν. Τα σπλάχνα μας έχουν τον πυρετό της πυρκαγιάς. Πονά το αίμα μας.

Πες μας, ποιητή, μίλησέ μας για τους ωραίους ναυαγούς που χάνονται στον έρωτα, στη θάλασσα και στην αθανασία. Για την κοινή μας μήτρα και μοίρα που κομματιάζεται, θανατώνει και θανατώνεται. Γιατί τόσα χρόνια τίποτα δε μάθαμε κι ακόμα ψάχνουμε να βρούμε τη θηλειά που μας ταιριάζει.

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

με το φως αναμμένο...

Και θρυμματίζει το σκοτάδι του δωματίου
Σε μικρά κομμάτια αναμνήσεων...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Λεωνίδας Κακάρογλου
Τι γρήγορα περνάει ο καιρός

Κοιμάμαι με το φως αναμμένο
Λένε πως διώχνει τα άσχημα όνειρα
Και θρυμματίζει το σκοτάδι του δωματίου
Σε μικρά κομμάτια αναμνήσεων
Που ταξιδεύουν τη σιωπή
Να γίνει αντίλαλος
Στους λεκιασμένους τοίχους
Οι φωνές
Στα όνειρα έμειναν

"Μνήμη σχεδόν πλήρης"

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

Στερνὴ νυχτιὰ του λιμανιού...

Πέτρα θὰ τοῦ ῾ριξα καὶ δὲ μὲ θέλει τὸ ποτάμι.
Τί σοῦ ῾φταιξα καὶ μὲ ξυπνᾶς προτοῦ νὰ φέξει.
Στερνὴ νυχτιὰ τοῦ λιμανιοῦ δὲν πάει χαράμι...
 
https://yannisstavrou.blogspot.com
 
Νίκος Καββαδίας
Γυναίκα

Στὸν Ἀντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στὸ φτερὸ τοῦ καρχαρία.
Παῖξτε στὸν ἄνεμο τὴ γλώσσα σου καὶ πέρνα.
Ἀλλοῦ σὲ λέγανε Γιουδήθ, ἐδῶ Μαρία.
Τὸ φίδι σκίζεται στὸ βράχο μὲ τὴ σμέρνα.

Ἀπὸ παιδὶ βιαζόμουνα, μὰ τώρα πάω καλιά μου.
Μία τσιμινιέρα στὸν κόσμο καὶ σφυρίζει.
Τὸ χέρι σου, ποὺ χάιδεψε τὰ λιγοστὰ μαλλιά μου
γιὰ μία στιγμὴ ἂν μὲ λύγισε, σήμερα δὲ μὲ ὁρίζει.

Τὸ μετζαρόλι ράγισε καὶ τὸ τεσσαροχάλι.
Τὴν τάβλα πάρε, τζόβενο, νὰ ξανάπαμε ἀρόδο.
Ποιὸς σκύλας γιὸς μᾶς μούτζωσε κι ἔχουμε τέτοιο χάλι
ποὺ γέροι καὶ μικρὰ παιδιὰ μᾶς πῆραν στὸ κορόϊδο;

Βαμμένη. Νὰ σὲ φέγγει κόκκινο φεγγάρι.
Γιομάτη φύκια καὶ ροδάνθη, ἀμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ἀσέλωτο μὲ δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά, σὲ μία σπηλιά, στὴν Ἀλταμίρα.

Σαλτάρει ὁ γλάρος τὸ δελφίνι νὰ στραβώσει.
Τί μὲ κοιτᾶς; Θὰ σοῦ θυμίσω ἐγὼ ποῦ μ᾿ εἶδες.
Στὴν ἄμμο πάνω σ᾿ εἶχα ἀνάστροφα ζαβώσει
τὴ νύχτα ποὺ θεμέλιωναν τὶς Πυραμίδες.

Τὸ τεῖχος περπατήσαμε μαζὶ τὸ Σινικό.
Κοντά σου ναῦτες ἀπ᾿ τὴν Οὒρ πρωτόσκαρο ἐβιδώναν.
Ἀνάμεσα σὲ ὁλόγυμνα σπαθιὰ στὸ Γρανικὸ
ἔχυνες λάδι στὶς βαθιὲς πληγὲς τοῦ Μακεδόνα.

Πράσινο. Ἀφρός, θαλασσινὸ βαθὺ καὶ βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ἕνα χρυσὸ στὴ μέση σου ζωστήρι.
Τὰ μάτια σου τὰ χώριζαν ἑφτὰ Ἰσημερινοὶ
μὲς στοῦ Giorgione τὸ ἀργαστήρι.

Πέτρα θὰ τοῦ ῾ριξα καὶ δὲ μὲ θέλει τὸ ποτάμι.
Τί σοῦ ῾φταιξα καὶ μὲ ξυπνᾶς προτοῦ νὰ φέξει.
Στερνὴ νυχτιὰ τοῦ λιμανιοῦ δὲν πάει χαράμι.
Ἁμαρτωλὸς ποὺ δὲ χαρεῖ καὶ ποὺ δὲ φταίξει.

Βαμμένη. Νὰ σὲ φέγγει φῶς ἀρρωστημένο.
Διψᾶς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Ἐδῶ κοντά σου, χρόνια ἀσάλευτος νὰ μένω
ὡς νὰ μοῦ γίνεις Μοίρα, Θάνατος καὶ Πέτρα.

Ἰνδικὸς Ὠκεανὸς 1951

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν

Αυτός ο μαύρος τόπος
Θα πρασινίσει κάποτε.
Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ' αναποδογυρίσει τ' αμάξια
Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι καὶ σίκαλη
Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες...

https://yannisstavrou.blogspot.com

Νίκος Γκάτσος
Ὁ ἱππότης καὶ ὁ θάνατος

Καθὼς σὲ βλέπω ἀκίνητο
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τοῦ Ἅη-Γιωργιοῦ νὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Σ᾿ αὐτὲς τiς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιά μέρα νὰ σβηστεῖς κι ἐσὺ παντοτινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιά φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
Μιὰ νεραντζιὰ στοῦ φεγγαριοῦ τοὺς χιονισμένους κάμπους
Καὶ τὸ μαγνάδι μιᾶς βραδιᾶς νὰ ξεδιπλώσω μπροστά σου
Μὲ τὸν Ἀντάρη κόκκινο νὰ τραγουδάει τὰ νιάτα
Μὲ τὸ Ποτάμι τ᾿ Οὐρανοῦ νὰ χύνεται στὸν Αὔγουστο
Καὶ μὲ τ᾿ Ἀστέρι τοῦ Βοριᾶ νὰ κλαίει καὶ νὰ παγώνει—
Μπορῶ νὰ βάλω λιβάδια
Νερὰ ποὺ κάποτε πότισαν τὰ κρῖνα τῆς Γερμανίας
Κι αὐτὰ τὰ σίδερα ποὺ φορεῖς μπορῶ νὰ σοῦ τὰ στολίσω
Μ᾿ ἕνα κλωνὶ βασιλικὸ κι ἕνα ματσάκι δυόσμο
Μὲ τοῦ Πλαπούτα τ᾿ ἄρματα καὶ τοῦ Νικηταρᾶ τὶς πάλλες.
Μὰ ἐγὼ ποὺ εἶδα τοὺς ἀπογόνους σου σὰν πουλιὰ
Νὰ σκίζουν μιάν ἀνοιξιάτικη αὐγὴ τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδας μου
Κι εἶδα τὰ κυπαρίσσια τοῦ Μοριᾶ νὰ σωπαίνουν
Ἐκεῖ στὸν κάμπο τοῦ Ἀναπλιοῦ
Μπροστὰ στὴν πρόθυμη ἀγκαλιὰ τοῦ πληγωμένου πελάγου
Ὅπου οἱ αἰῶνες πάλευαν μὲ τοὺς σταυροὺς τῆς παλληκαριᾶς
Θὰ βάλω τώρα κοντά σου
Τὰ πικραμένα μάτια ἑνὸς παιδιοῦ
Καὶ τὰ κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στὴ λάσπη καὶ τὸ αἷμα τῆς Ὀλλανδίας.

Αὐτὸς ὁ μαῦρος τόπος
Θὰ πρασινίσει κάποτε.
Τὸ σιδερένιο χέρι τοῦ Γκὲτς θ᾿ ἀναποδογυρίσει τ᾿ ἁμάξια
Θὰ τὰ φορτώσει θημωνιὲς ἀπὸ κριθάρι καὶ σίκαλη
Καὶ μὲς στοὺς σκοτεινοὺς δρυμοὺς μὲ τὶς νεκρὲς ἀγάπες
Ἐκεῖ ποὺ πέτρωσε ὁ καιρὸς ἕνα παρθένο φύλλο
Στὰ στήθια ποὺ σιγότρεμε μιά δακρυσμένη τριανταφυλλιὰ
Θὰ λάμπει ἕνα ἄστρο σιωπηλὸ σὰν ἀνοιξιάτικη μαργαρίτα.

Μὰ σὺ θὰ μένεις ἀκίνητος
Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τ᾿ Ἅη-Γιωργιοῦ θὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
Ἕνας ἀνήσυχος κυνηγὸς ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἡρῴων
Μ᾿ αὐτὲς τὶς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
Ὥσπου μιὰ μέρα νὰ σβηστεῖς καὶ σὺ παντοτεινὰ μαζί τους
Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιὰ φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
Ὥσπου καὶ πάλι στὶς σπηλιὲς τῶν ποταμιῶν ν᾿ ἀντηχήσουν
Βαριὰ σφυριὰ τῆς ὑπομονῆς
Ὄχι γιὰ δαχτυλίδια καὶ σπαθιὰ
Ἀλλὰ γιὰ κλαδευτήρια κι ἀλέτρια.

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Αντρέι Βάιντα: Η σφαγή του Κατίν

.. να μην ξεχνάμε και το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς...

Στις 5 Μαρτίου 1940, ο Στάλιν έδωσε τη διαταγή για την εκτέλεση 22.000 Πολωνών αξιωματικών, αστυνομικών, διανοούμενων, πολιτικών κρατουμένων και αιχμαλώτων πολέμου. Το έγκλημα έγινε στο δάσος του Κατίν κοντά στην πόλη Σμολένσκ της Δυτικής Ρωσίας. Στην ιστορία έμεινε ως «η σφαγή του Κατίν», ένα από τα δέκα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Τα χρόνια πέρασαν όπως ο ήλιος που βυθίζεται στη θάλασσα...

Φεγγαρογυναίκα, επιτρέπεται τώρα που έχασα το σώμα μου να ‘μαστε μαζί; Ω φεγγαροκόριτσο, ήταν αυτή η τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στη γη και μου προξένησες μια τόσο δυνατή επιθυμία; Ορίστε λοιπόν, βρέθηκες μ’ ένα παιδί που απ’ τα μάγια σου θέλησε να ενωθεί μαζί Σου!...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Oskar Kokoschka, Veronica col sudario, 1909

Όσκαρ Κοκόσκα
Ο λευκός ζωοκτόνος

Μετά από κάποια ώρα είδα ένα λευκό πουλί, δίπλα ακριβώς στο πόδι μου. Κι ενώ μου απέσπασε την προσοχή, χωρίς να δείχνει τρομαγμένο, αίφνης έτρεξε άφοβα μπροστά μου, ακολουθώντας την κλίση του εδάφους, προς το ολόγιομο φεγγάρι. Προσπάθησα να το παρακολουθήσω με το βλέμμα μου, ώσπου όλα γύρω μου εξαφανίστηκαν, όλα εκτός απ’ το φως.
Στο φεγγάρι διαγράφονταν η ζωντανή, θαρρείς, μορφή μιας γυναίκας σε στάση προσμονής. Για αρκετή ώρα ατένιζα τη μορφή, δίχως να καταλάβω ότι αυτή με τραβούσε και εγώ ταξίδευα σε χώρους καλυμμένους με σύννεφα σε σχήμα ζώων που γρύλλιζαν και κινούνταν ανήσυχα. Και τη στιγμή που εμφανίζονταν και τινάζονταν στον αέρα, μονομιάς πέφτανε κάτω και θάβονταν στη γη. Καθώς συνέβαιναν όλα αυτά γύρω μου, άρχισα να μη νιώθω καλά. Αφού περπάτησα λίγο, συνειδητοποίησα πως βρίσκομαι σ’ ένα τοπίο με θέα, ενώ τα συννεφένια ζώα είχαν πια εξαφανιστεί. Τότε πρόσεξα - τυχαία, σαν κάποιος να παρατηρεί τι συμβαίνει έξω - ότι είχα μεταμορφωθεί σ’ ένα σκυθρωπό πλάσμα με φλογισμένα μάτια. Υπάρχουν βέβαια τέτοια πλάσματα που ζουν θαμμένα στη μοναξιά των βουνών.
Στην πραγματικότητα, οι παράξενες αυτές εικόνες είχαν να κάνουν με την εφηβική μου ηλικία, τότε που, γεμάτος πάθος, θεωρούσα τον εαυτό μου ευτυχισμένο. Τι να φοβηθούν τα νιάτα, τη στιγμή που τόσο πρόθυμα δοκιμάζουν κάθε ανατριχιαστική εμπειρία, διασκεδάζοντας ακόμα και σε ερημότοπους; Δεν ξέρω πως προκύπτει, ούτε μπορώ να εξηγήσω το γεγονός ότι κάποιες φορές χάνονται όλες οι έννοιες, σα να ‘ναι φιλάσθενα ανθάκια που καρτερούν τον ήλιο, ενώ τα χτυπά ξαφνικά ο αγέρας και η παγωνιά. Πως γίνεται - δε μου ξεκολλά απ’ το μυαλό - να μην αποζητώ παρά τον θάνατο και να βλέπω να πεθαίνει κάθε προηγούμενή μου εντύπωση; Καθετί που σχηματίστηκε στη γη ή στον αέρα, μεμιάς αποσυντίθεται, τα φτερωτά ζώα, τα μαλλιαρά ζώα και ό, τι άλλο αποζητά τη ζεστασιά.
«Γιόκα, πρέπει να γεράσουμε. Ως να στερέψει το γάλα μου, θα ‘χουμε χαθεί!» είπε κρυφογελώντας η φεγγαρογυναίκα και κοκκίνισε. Στο χέρι κρατούσε ένα πέπλο που το τίναξε, και αμέσως κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο.
«Ω σημάδι του μεσονυχτίου! Ήμουν κάποτε γερός πότης, δέκα χρόνια σερί έπινα γάλα απ’ τους μαστούς Σας. Μη φοβάστε, εδώ είμαι ν’ ανταλλάξω το αίμα Σας με γάλα!»
Όπως τα ραγισμένα ηφαίστεια που αντηχούν ως το φεγγάρι, ανασαίνοντας και μουρμουρίζοντας μέχρι την εξορία των φωτισμένων ερήμων, έτσι απηχούσαν τα λόγια αυτά την άγρια αγάπη μου.
«Θα ‘πρεπε να Σας επιπλήξω για τη θερμή αγάπη Σας! Από τ’ άγαρμπα χέρια Σας τα πλευρά μου είναι καταματωμένα, λες και έπεσα πάνω σε αγκάθια» φώναξε. Μετά πήγε και έσβησε το φεγγάρι.
Ένιωθα κουρασμένος, θα προτιμούσα να ‘μουν στο σπίτι. Έριξα μια πέτρα και έδιωξα το λευκό πουλί. Μετά ξάπλωσα στο έδαφος και αποκοιμήθηκα. Φαντάστηκα κοριτσάκια που θέλανε να τα φιλήσω, να με παρατηρούν, να κρατάνε σταφύλια και να τα περιφέρουν από χέρι σε χέρι, σα να ‘ναι μούρα που έχουν ξεκολλήσει απ’ τα κοτσάνια, σα να ‘ναι κόκκινα μούρα.
Τα κοριτσάκια, τη μια κοκκίνιζαν, την άλλη χλώμιαζαν, γιατί ήταν ερωτευμένα.
Σα να γάβγιζαν σκυλιά και λαλούσαν κοκόρια, έτσι μου φάνηκε, χωρίς όμως να μπορούν να με ξυπνήσουν απ’ τη νάρκωση. Έπειτα εμφανίστηκε μέσα απ’ τα σύννεφα ένα σπίτι, και το πορτόφυλλο, δίχως να ‘ναι κλειδωμένο, άνοιξε σα να ‘ταν σχέδιο από κιμωλία.
Ο ύπνος, το όνειρο με τα κοριτσάκια, η λάμψη απ’ τα σύννεφα, είναι οι αγγελιοφόροι της, που με οδηγούν, αν και κοιμισμένο, στο σπίτι μέσα, στο κρεβάτι, όπου ένα κορίτσι με χαϊδολογά και με φιλά!
«Αν σε ενοχλεί αυτό που κάνω, είναι γιατί δίψασα και εδώ δεν υπάρχει κανένας, για να πιω απ’ το ποτήρι του!»
«Μα πως έγινε αυτό;» ψέλλισα.
«Είσαι το πρωτοπαίδι μου, θα ‘θελες να περιπλανηθείς στο αίμα μου! Έλα!» μου απάντησε.
Έκρυψα το μαχαίρι μου κάτω απ’ το προσκεφάλι.
«Δε μπορούσες να σωθείς;» είπα στον εαυτό μου, γιατί το κορίτσι ήταν νεκρό, αν και η σκέψη μου γι’ αυτό παρέμενε ακόμα ζωντανή.
Αναλογίστηκα τότε τις στιγμές που πέρασαν, καθώς το κορίτσι ούρλιαζε για βοήθεια και μετά ξεψύχησε, ενώ μόλις πριν λίγο βρισκόμουν έξω από τον περίβολο του σπιτιού και δε μπορούσα να μπω μέσα, να τρέξω στο κορίτσι, για να προφτάσω να το σώσω. Τότε ακριβώς έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου και των συμβάντων.
Τώρα κείμαι στο φέρετρο, ερωτευμένος μ’ ένα φάντασμα της νύχτας, που με επισκέπτεται συχνά, για ν’ ακούσει τους θλιμμένους μου λογισμούς και να μου διώξει μεμιάς κάθε ενοχή.
Ένα βράδυ μου συγχώρεσε όλα μου κρίματα και με πρόσταξε να μείνω ήσυχος, περιμένοντάς την. Σύντομα επέστρεψε, ντυμένη στα λευκά, με λυμένα τα μαλλιά, και βάλθηκε να μου ετοιμάζει γαμήλια εδέσματα. Κανάτες με ζεστό αγελαδινό γάλα, ψωμιά που ευωδίαζαν σ’ όλο το δωμάτιο, και νόστιμα φρουτάκια, όλα αυτά τα τακτοποίησε με τα χέρια της. Με τρόπο παρόμοιο που τα σπουργίτια τσιμπολογάνε τους σπόρους, έτσι μου σέρβιρε φρούτα από μια πιατέλα.
«Έπρεπε να ζήσει μες στη στέρηση για τρία ολόκληρα χρόνια το πρωτοπαίδι μου;» αναρωτήθηκε, μου ‘δωσε να πιω και να φάω, ενώ με κοίταζε επίμονα. Κράτησε την κανάτα με το γάλα στα χείλη μου και μου χαμογέλασε. Μείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλο εκστατικά, μ’ ένα τρυφερό αίσθημα ντροπής.
Κάποια στιγμή η αξιολάτρευτη σερβιτόρα παίρνει μια γαβάθα με κοκκινόψαρο και έρχεται κοντά μου, στεφανωμένη από ένα ουράνιο τόξο.
«Στη γη είμαι μια σκιά στον καθρέφτη της μέρας, τη νύχτα γίνομαι υγρή φωτιά, καθώς εσύ μεθάς μέσα στ’ όνειρο. Δε μπορώ να ξεχάσω τα φιλιά Σου!» μου είπε.
Μπορεί άραγε να υπάρξει τέτοια συγχώρεση στη γη;
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου στο φως: «Αποζητάς την αιώνια ζωή μου;»
Όπως ηχούν τα σχοινιά όταν τεντώνονται, έτσι ξεστόμισε μια λέξη: «Έλα!»
«Μήπως με κοροϊδεύεις μ’ ένα θαύμα, σα σκυλί που μου γλύφει ντροπαλά τα μάγουλα;» και αμέσως πήρε ένα μαντήλι, με πλησίασε και μου σκούπισε τα δάκρυα. Με κοίταξε, χωρίς ν’ απορεί, χαμογελώντας περιπαικτικά και προκλητικά.
«Άμορφη! Κλαίω γιατί δε νιώθεις πως ο αγαπημένος Σου κρύβεται μέσα σε θάμνο. Στο σπίτι όπου ήταν να τον συναντήσεις, εκεί είναι ακόμα και κρατά αγκαλιά το χλωμό προσωπάκι Σου!»
Με τα χέρια της έτριψε μια κόκκινη ουσία στα μάγουλα, αρνούμενη τις κατηγορίες. «Μήπως επειδή μπορεί να με κοροϊδεύει το κάθε κοριτσάκι… Να, τούτος εδώ δεν κράτα τίποτα στα χέρια, αιωρείται μόνο, κοπιάζοντας να ενωθεί μ’ αυτή που ‘ναι τις νύχτες κοντά του. Δεν είναι άραγε κοριτσάκι; Γιατί δεν προσπάθησες ποτέ να φέρεις πίσω το αγόρι αυτό, με το οποίο σε συνδέει η θλίψη; Είσαι μαθημένος σε κάποια πράγματα. Γιατί το εγκατέλειψες μισοπεθαμένο, να παραδέρνει άψυχο και νεκρό;
Αλλά φοβάμαι ότι όλα αυτά είναι μόνο ένα όνειρο. Αν ακολουθήσω τα ίχνη σου, θα βρω τον θάνατο!»
Φάνηκε τότε να μας χωρίζει ένα τείχος. Με κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα, ενώ η φωνή της ήταν ακόμα πιο θλιμμένη. Όσο την επιθυμούσα, τόσο μελαγχολούσα. Έπειτα έκλεισε τα μάτια, και πλέον δεν την αναγνώριζα.
Έφυγε, λέγοντας με σβησμένη φωνή: «Παραμένω εντούτοις η πιο ταπεινή. Ως να βαδίσεις μες στη μεγάλη νύχτα, θέλω να σε πάρω στα γόνατά μου!»
Τα χρόνια πέρασαν όπως ο ήλιος που βυθίζεται στη θάλασσα.

Oskar Kokoschka, Dresden Neustadt, 1919
 
Όλα αυτά τα χρόνια, ένας κωπηλάτης διέσχιζε τη ζωή, ρίχνοντας συχνά τα δίχτυα της ελπίδας. Τι κατάφερε; Προς απογοήτευσή μου, η νεκρή ανατάραζε τα κύματα, χωρίς να δώσει κάποιο σημάδι, σημείωμα ή μήνυμα, ικανό να κατευνάσει την τρικυμία των ελπίδων μου. Τότε σερνόμουν δεξιά-αριστερά και ούρλιαζα με άγρια και ακατανόητη οργή: «Τι σκύλος που ‘μαι, να μη μπορώ παρά μόνο μες στ’ όνειρο ν’ αγγίξω το Καλό!»
«Τα δώρα της φιλίας δεν πρέπει να σχολιάζονται. Δεν κέρδισες τίποτα λιγότερο απ’ το μεγάλο όνειρο, νεαρέ μου, δεν πρόκειται να ξυπνήσεις απ’ αυτό. Περιπλανιέσαι μες στ’ όνειρο, μέσα στη θύελλα της μακαριότητας! Δε ρωτώ πια, για ποιο λόγο μ’ αγαπάς μέχρι θανάτου, ούτε γιατί σε πληγώνει αυτό που σε απελευθερώνει!»
Ρώτησα τη φωνή: «Μπορώ να βγάλω το ζεστό ρούχο που μέσα του κατοικώ;»
«Ναι! Και προσπάθησε να περάσεις τη μαύρη γέφυρα. Ο θάνατος παιδεύει τους νέους από πολύ νωρίς!»
Όλος χαρά έφτασα στη θάλασσα. Ψηλά έλαμπε το φεγγάρι. Βούτηξα μέσα και ένιωσα ένα χεράκι να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
«Με αδειάζεις από ζωή, παιχνιδιάρικο κορίτσι, και μ’ αφήνεις να γλιστρήσω μέσα απ’ τα δάχτυλά σου!»
«Θέλω να πλαγιάσω δίπλα Σου, και να γίνουμε ένα!»
«Έρχεται φουσκοθαλασσιά! Εσύ, αξιολάτρευτη, τσαλαβουτάω μ’ ανοιχτή αγκαλιά. Τι απομένει να πιάσω; Είναι ανοιχτοί όλοι οι υδατοφράχτες. Μια απέραντη υδάτινη κλίνη απλώνεται μπροστά μου. Σου ‘ρχομαι! Φεγγαρογυναίκα!»
Άρχισε να τρέμει. Ακούμπησε τα χλωμά της μάγουλα, σαν αμνός, στα γόνατά μου, έβαλε τα ζεστά μου δάχτυλα στο στόμα και με αγκάλιασε, τρυφερά και εγκάρδια. Μετά βγήκε απ’ το νερό, με πήρε στα χέρια και με έβγαλε έξω στην ακτή. Με τα δάχτυλά της πίεσε τα μάτια μου, δίνοντας στο πρόσωπό μου τη μορφή της σκοτεινής γης που ξέρει ν’ αγαπά με φειδώ και ν’ αποδέχεται το εφήμερο. Πάνω απ’ το ξένο μου σώμα υψώθηκε τότε το φάντασμα της αγάπης μου, δίχως γήινο πλέον περίβλημα.
«Φεγγαρογυναίκα, επιτρέπεται τώρα που έχασα το σώμα μου να ‘μαστε μαζί; Ω φεγγαροκόριτσο, ήταν αυτή η τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στη γη και μου προξένησες μια τόσο δυνατή επιθυμία; Ορίστε λοιπόν, βρέθηκες μ’ ένα παιδί που απ’ τα μάγια σου θέλησε να ενωθεί μαζί Σου!»
(μετ. Νίκος Βουτυρόπουλος)

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Γύρω τριγύρω μου ερημιά…

Μες στα βαθειά μεσάνυχτα κυλούσε το καράβι,
και στον ἀφρό της θάλασσας κάποιο ένα φως κομάτια...
 
https://yannisstavrou.blogspot.com

Νίκος Γκάτσος

Της μοναξιάς

Ἐσὺ βραδιά, ποὺ ἄπλωσες γύρω τὰ μαῦρα σου φτερά,
κι’ εἶσαι μονάχος σύντροφος στοῦ κήπου τὴ βεράντα,
ἔλα νὰ κλάψουμε μαζὶ τὰ νιᾶτα σὰν τὰ κρύα τὰ νερὰ
ποὺ εἶχα δικά μου κάποτες καὶ τἄχασα γιὰ πάντα!

Κι’ ἐσύ, φεγγάρι, ποὺ περνᾶς μέσα στὰ σύννεφα γοργά,
κι’ ὅλα τὰ λούζεις στὸ ἄϋλο φῶς καὶ στὰ ἀσημένια κάλλη
Κάποιας ζωῆς ἀπόκοσμης, τώρα, ποὺ ἡ νύχτα ἀναριγᾶ,
πές μου, φεγγάρι, τὰ παλιὰ δὲ θὰ ξανάρθουν πάλι;

Γύρω τριγύρω μου ἐρημιά… Σὲ νιώθω, τῆς ψυχῆς μου καημέ,
τόσο, ποὺ μέσα στὴ ζωὴ δὲ σ’ ἔνιωσα ποτέ μου!…
Εἶσαι μιὰ θλίψη ὁλότρεμη καὶ μιὰ πικρὴ λαχτάρα, –ὠϊμέ!–
σὰ σιγανὸ μὲς στὰ κλαριὰ ψιθύρισμα τοῦ ἀνέμου…

Τίποτα! Μόνο ἐρείπια μιανῆς χαρᾶς πολὺ γοργῆς
κι’ ἕνα τραγοῦδι μακρυνὸ στῆς νύχτας τὸ μυστήριο…
Καὶ συλλογιέμαι, τί μπορεῖ ἄλλο σ’ αὐτὴ τὴ μάταιη γῆς
ἔτσι βαθιά μου ν’ ἀντηχεῖ, –σαν πένθιμο ἐμβατήριο!

(ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 119-120, 1 & 15 Δεκ. 1931, σελ. 1255)

Ρωμαντισμός

Μὲς στὰ βαθειὰ μεσάνυχτα κυλοῦσε τὸ καράβι,
καὶ στὸν ἀφρὸ τῆς θάλασσας κάποιο ἕνα φῶς κομάτια.
Φανταστικὰ στοῦ κρουσταλλιοῦ τὴν ὄψη, ἡ ἀχτίνα παύει
νὰ καίει σὰ φλόγα, κι ἀλαφρὰ χαϊδεύει σου τὰ μάτια.

Τώρα… Μὰ σὰν ἔναν καιρὸ στῆς μοίρας τὴν πλημμύρα
φεύγεις κι ἐσὺ γιὰ τ’ ὄνειρο, μοιραῖα έθὰ ρθεῖ νὰ ὑφάνει
μὲς στην καρδιά σου ἡ δόξα μας τὸ στίχο τοῦ Πορφύρα:
«Μόνο τῆς μπόρας ἔμειναν οἱ γλάροι καπετάνιοι…».

(ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 134, 15 Ιουλ. 1932, σελ. 761)