t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο...

Ο άνθρωπος, όπως και τα άλλα ζώα, δεν γεννιέται για να χαίρεται τη ζωή, αλλά μόνο για να τη διαιωνίσει, για να τη μεταδώσει σε αυτούς που θα τον διαδεχθούν, για να διατηρήσει τη ζωή. Ούτε αυτός, ούτε η ζωή, ούτε κανένα αντικείμενο του κόσμου υπάρχουν ειδικά για αυτόν. Αντίθετα, αυτός είναι που υπάρχει για τη ζωή. Μία τρομερή επιβεβαίωση, αλλά αληθινή, που αποτελεί το συμπέρασμα κάθε μεταφυσικής. 

Τζιάκομο Λεοπάρντι
 
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Τζιάκομο Λεοπάρντι
Το άπειρο

Αγαπημένος μού ήταν πάντα αυτός ο λόφος
ο έρημος, κι αυτά τα δέντρα που μου κρύβουν
τον μακρινόν ορίζοντα. Μα εδώ που στέκω
οραματίζομαι τις αχανείς εκτάσεις
τ’ ουρανού και την υπερκόσμια γαλήνη
κι ανατριχιάζω. Και καθώς ακούω
μέσα απ’ το φύλλωμα το θρόισμα του αέρα
συγκρίνω την αμόλυντη σιωπή του απείρου
μ’ αυτόν τον ήχο. Κι αισθάνομαι το αιώνιο,
και τις σβησμένες εποχές, και τη δική μας
που ζει και πάλλεται. Κι ο στοχασμός μου
πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη.
Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο.

(μετ. Νάσος Βαγενάς)

Στη σελήνη

Τώρα που έκλεισε έναν κύκλο ο χρόνος
Θυμάμαι, ερχόμουν με τόση αγωνία
Εδώ στον λόφο και σε κοιτούσα
Σελήνη μου, γεμάτη χάρη.
Κι εσύ, εκκρεμής πάνω απ’ το δάσος
Το φώτιζες ολόκληρο, όπως τώρα. Τότε όμως
Το πρόσωπό σου ήταν θολό κι αβέβαιο
Από τα δάκρυα που έρχονταν στα βλέφαρά μου
Γιατί ήταν βάσανο η ζωή μου, κι είναι ακόμα,
Δεν αλλάζει, σελήνη αγαπημένη.
Κι όμως, μ’ ευχαριστεί
Ν’ αναπολώ την εποχή της δυστυχίας μου.
Είναι γλυκό, όταν είσαι νέος
Και η πορεία της μνήμης είναι σύντομη
Ενώ η ελπίδα έχει μεγάλο δρόμο
Να θυμάσαι τα περασμένα
Κι ας ήταν λύπες, κι ας κρατάει ο πόνος.

(μετ. Λένας Καλλέργη)

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

καλύτερα την κούκλα...

Πότε χειμερινά θα ‘σαστε, ω δέντρα της ζωής;
Δεν ομονοούμε. Ειδοποιημένοι δεν είμαστε σαν τα πουλιά που αποδημούν.
Ξεπερασμένοι κι αργοπορεμένα φορτωνόμαστε, ξάφνου, στους ανέμους και πέφτουμε ξανά σ’ απαθές έλος...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρα πεύκα στο Μαρούσι, λάδι σε καμβά

Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Επίλογος

Ο θάνατος είναι μεγάλος.
Είμαστε δικοί του
κι όταν γελούμε.
Κι εκεί που θαρρούμε
πως η ζωή μας ζώνει
τολμά να κλάψει εντός μας.

Οι Ελεγείες του Ντουίνο
Τέταρτη Ελεγεία
(απόσπασμα)

Πότε χειμερινά θα ‘σαστε, ω δέντρα της ζωής;
Δεν ομονοούμε. Ειδοποιημένοι δεν είμαστε σαν τα πουλιά που αποδημούν.
Ξεπερασμένοι κι αργοπορεμένα φορτωνόμαστε, ξάφνου, στους ανέμους και πέφτουμε ξανά σ’ απαθές έλος.
Την άνθηση, το μαρασμό, την ίδια γνωρίζουμε στιγμή. Και κάπου ακόμη διαβαίνουνε λιοντάρια και καμιάν, όσο είναι μεγαλόπρεπα, δεν ξέρουν αδυναμία.
Μα εμείς, ενώ μονάχα, σ’ Ένα προσηλωνόμαστε, ενός άλλου νιώθουμε κιόλας την αξία. Κι αυτό, που πιο πολύ κοντά μας, βρίσκεται, είναι η εχθρότητα.
Μη, τάχα, δε σκοντάβουν αδιάκοπα, ο ένας μες στον άλλον, οι Ερωτευμένοι, στα όρια του, ενώ ‘χαν ο ένας στον άλλο υποσχεθεί έναν χώρο μεγάλο, και κυνήγι, και πατρίδα;
Τότε, για μιας στιγμής σχεδιάγραμμα, κουραστικά, ετοιμάζεται, ένα βάθος από αντίθεση, μόνο για να το δούμε: γιατί ‘ναι όλοι πολύ σαφείς μαζί μας.Της αίσθησης το διάγραμμα αγνοούμε εκτός ό,τι τη σχηματίζει απ’ έξω μόνο.
Ποιος δεν έχει καθίσει φοβισμένος μπρος στην αυλαία, της καρδιάς του; Υψώθη: παρουσιάστηκε σκηνή αποχαιρετισμού. Να το εννοήσεις εύκολο.
Ο γνωστός κήπος λικνιζόταν αργά: τότε ήρθε μόνο ο χορευτής.
Όχι, ΑΥΤΟΣ. Αρκετά. Μ’ ανάλαφρα όσο κι αν εκινήθη, είναι μασκαρεμένος και γίνεται ένας αστός και στο σπίτι του μπαίνει απ’ την κουζίνα.
Δε θέλω αυτές τις μισογεμισμένες προσωπίδες, –καλύτερα την κούκλα.
Είναι γεμάτη εκείνη. Ν’ ανεχθώ μπορώ το καύκαλό της και το σύρμα και το, εξωτερικό όλο, πρόσωπό της. Εδώ. Στέκω ακριβώς μπροστά. Τα φώτα κι αν ακόμη σβηστούνε, κι αν ακόμη μου πούνε: δεν υπάρχει τίποτε άλλο–, κι αν ακόμη από τη σκηνή προβάλέι το κενό με το γκρι ρεύμα του αγέρα, κι αν ακόμη δεν κάθεται κοντά μου από τους σιωπηλούς προγόνους μου ένας, μηδέ γυναίκα κι ούτε καν το αγόρι με το καφέ, το αλλήθωρο του μάτι: εγώ, όμως, μένω. Θέαμα, πάντα υπάρχει.

(μετ. Άρης Δικταίος)

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Η αγωνία υπερβαίνει τη ζωή...

Δεν είμαι θάλασσα να λιώσω με νύχτα τη σελήνη
και να την κάνω κομμάτια στα νερά
με νεκρώσιμη γαλήνη περίγυρα
ή με κύματα γοερά
με θρήσκευμα τον πόνο…


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Νίκος Καρούζος
Ρωμαϊκή οπτασία

εν τω τηρείν τον ένδον δαίμονα ανύβριστον και ασινή
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ Εις Εαυτόν, βιβλίο Β17


Ωραιότερος απ' τα ναυάγια των ήλιων
ο απλός αυτοκράτορας ενώ
τα μάτια του σχεδόν ερωτευμένα
και πρόθυμα στον άσχετο κίνδυνο μιας εκστρατείας
κερνούσαν έξω απ' τη σκηνή του
τη μοίρα δίχως τάραχο και την αθώα σκέψη
να μην τον εύρει σε μικρότητα ο θάνατος
όπως οι άγγελοι διαγράφονταν παγεροί μέσ΄ στον κόσμο
χωρίς άλλο ένδυμα, μονάχα την αυγή φορώντας
-εκείνη τη σοβαρότητα εκείνο το χρώμα!-
μιλούσε με τα λίγα δάκρυά του κι όπως
ο ήλιος ανέβαινε στην καμπύλη
σιγά - σιγά τα στέρεψε.
Η Ρώμη γινότανε μέσα του σαν ένα σβωλαράκι
τα χρόνια μάζευαν οδυνηρά
καθώς τα στρείδια στο λεμόνι.
Ποτέ δεν τον ένιωσαν, αλήθεια,
οι λεγεωνάριοι που 'χαν συνηθίσει
τόσον καιρό στη σφαγή και στον πονόδοντο
με σκονισμένα μάτια
με σπασμένα νεύρα.
Αίφνης ένας παλιός αριστοκράτης απ΄ του Βρούτου το σόι
μ' άσπρο κουστούμι και μια κόκκινη βαλίτσα
τον πλησίασε ήρεμα και διαιρώντας
με το χέρι του σηκωμένο ψηλά
την αυγινή σελήνη που ξεθύμαινε
του είπε: «Πώς να γίνει, αγαπητέ μου, διχάζομαι και συ
μου λες πως έχω το παρόν και μόνο.
Μα εκείνος ο γαλάζιος σκαντζόχοιρος
ο ουρανός όταν βρέχει
τα δέντρα που τρομάζουν ολόγυρα
η άκακη χλόη κι αποπάνω τα πτηνά
τούτο το βάρβαρο ρυάκι πλάι μας
τα ξίφη των αγγέλων
η μουγγαμάρα που σχηματίζει η λάμψη -
κάθε λαχτάρισμα του υπαρκτού με αφυπνίζει
για το μισό που καταπίνει τ΄ άλλο του μισό.
Δεν είμαι θάλασσα να λιώσω με νύχτα τη σελήνη
και να την κάνω κομμάτια στα νερά
με νεκρώσιμη γαλήνη περίγυρα
ή με κύματα γοερά
με θρήσκευμα τον πόνο…
Το έαρ είναι άλυτο.
Πώς να διδάξω τη φλόγα στη σταγόνα;
Η αγωνία υπερβαίνει τη ζωή,
γι' αυτό και αχρηστεύει τις απολαύσεις.
Αχ, τι λάκκος από σκοτάδι κάποτε
μ' ένα κόκορα στο κεφάλι για να τρελάνω τη νύχτα
ούρλιασα ξαφνικά σα να μου φύτεψαν βόλι:
-Μια τριανταφυλλιά στο φεγγαρόφωτο!
Τι φρίκη, την τρώνε τα δευτερόλεπτα! -
Πώς να κρατήσουμε απείραχτο το δαίμονα;
Μ΄ αν δεν μπορούμε - τότε λέω πως αρκεί
για λίγη βλόγηση κ΄ ίσως ίαση
κείνος ο σκύλος όνειρος, κείνος ο γκρίζος τύφος...
Χαίρε Καίσαρα!
Τα μάτια μου είναι ευρήματα του θανάτου».

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Λύση καμιά δεν βλέπω...

Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη...


http://yannisstavrou.blospot.com 

Άννα Αχμάτοβα
Στην άκρη της θάλασσας

Χαμηλά την ακτή ψαλιδίσαν οι κόλποι,
Πανιά πολλά στ' ανοιχτά αρμενίζαν,
Κι εγώ στέγνωνα τ' αλμυρά μου μαλλιά
Σε βράχο πλατύ, από τη στεριά ένα μίλι.
Ενα πράσινο ψάρι γλιστρούσε σε μένα,
Ενας άσπρος γλάρος σε μένα πετούσε,
Κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι,
Και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
Μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης,
Και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
Στα ζεστά σκοτεινά κύματά της.
Οταν γύριζα αναβόσβηνε κιόλας
Από τα ανατολικά το φως του φάρου,
Κι ο καλόγερος στης Χερσονήσου την πύλη
Με ρωτούσε: «Πού γυρνάς μες στη νύχτα;».
Ενιωθα το νερό κι οι γείτονες το ξέραν,
Κι όταν άνοιγαν καινούργιο πηγάδι
Με καλούσαν να βρω το μέρος
Και δεν πήγαινε ο κόπος τους χαμένος.
Οπως άλλοι μαζεύουν μανιτάρια ή μούρα,
Μάζευα εγώ σφαίρες των Γάλλων,
Κι έφερνα σπίτι μες στην ποδιά μου
Θραύσματα σκουριασμένα από βαριές οβίδες.
Κι έλεγα με θυμό στην αδερφή μου:
«Οταν θα γίνω τσαρίνα,
Εξι θωρηκτά θα φτιάξω
Κι έξι κανονιοφόρους,
Για να φρουρούν τις ακτές μου
Από δω ώς τ' ακρωτήρι».
Και τη νύχτα μπροστά στο κρεβάτι
Στη σκοτεινή προσευχόμουν εικόνα
Τις κερασιές να μην χτυπήσει χαλάζι,
Ενα ψάρι μεγάλο να πέσει στα δίχτυα,
Κι ο πονηρός αλήτης να μην προσέξει
Το κίτρινό μου φουστάνι.

(μετ. Ασπασία Λαμπρινίδου)

To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».

(μετ. Άρης Αλεξάνδρου)

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει...

Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό
για τις εκλείψεις της σελήνης και τη χαμένη
νεότητά τους. Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας.
Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,
προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά, (λεπτομέρεια)

Γιάννης Κοντός
Γενική κάτοψη του συναισθήματος

Δεν μπορεί, τα σκοτάδια και η επαναλαμβανόμενη
ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία
των λέξεων μέσα από τις άγνωστες γωνίες
των χεριών, δεν μπορεί, θα μας σώσουν.
Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,
όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών
μυθιστορημάτων. Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από
τις δύο έως τις πέντε μετά μεσημβρίαν, ο πληθυσμός
χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες ή ομάδες:
η μία κάθεται πλάι στο τζάκι και κοιτάζει
τη στάχτη. Η άλλη κοιμάται προσπαθώντας
να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.
Η τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες
σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού.
Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό
για τις εκλείψεις της σελήνης και τη χαμένη
νεότητά τους. Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας.
Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,
προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.
Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει
το επόμενο θύμα, χαμογελώντας στις κάμερες
της τηλεόρασης. Ένα φως μοβ του σφαγείου
φωτίζει την περιοχή και σπασμένοι καθρέφτες
γύρω αυξάνουν τις εικόνες και την αγωνία
των παρισταμένων.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Όλα γκρεμιστήκανε...

Το σκυλί στην πόρτα μας
έγινε τσακάλι.
Πέφτουν οι καλύτεροι
προχωρούν οι άλλοι...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο Νίκου Γκάτσου, μικτή τεχνική

Νίκος Γκάτσος
Γκρεμίσανε τα φράγματα

Εδώ που τώρα φτάσαμε
τι γίνεται μετά
κερδίσαμε ή χάσαμε
κανείς δε μας ρωτά

Τον δρόμο τον περάσαμε
μαζί και χωριστά
σωστά τα λογαριάσαμε
δε βγήκανε σωστά.

Κερδίσαμε ή χάσαμε
ποιος μας ρωτά;

Για να κριθούν τα πράγματα
στο δύσκολο καιρό
γκρεμίσανε τα φράγματα
να τρέξει το νερό

Μα τα παλιά φαντάσματα
σαν είδαν το σεισμό
οργώσαν τα χαλάσματα
και σπείραν διχασμό

Γκρεμίσανε τα φράγματα
και τι μ' αυτό;

Κι εσείς που δοκιμάσατε
της ήττας την ντροπή
κερδίσατε ή χάσατε
κανείς δε θα το πει

Μα σίγουρα διαβάσατε
τι γράφει το χαρτί
Ούτε σε ήλιο μοιάσατε
ούτε και σ' αστραπή

Κερδίσατε ή χάσατε
ποιος θα το πει;

Μακρινή της αγάπης ώρα

Στη ζωή μας βρήκαμε
ήλιους και φεγγάρια.
Μόνοι μας τα σβήσαμε
κι ήρθανε σκοτάδια.

Μακρινή της αγάπης ώρα,
σε ξεχάσαμε.
Μες στη λάσπη και μες στη μπόρα
τις ψυχές μας τις χάσαμε.

Όλα γκρεμιστήκανε,
δεν υπάρχει νόμος.
Στην καρδιά παράπονο
και στα μάτια ο τρόμος.

Το σκυλί στην πόρτα μας
έγινε τσακάλι.
Πέφτουν οι καλύτεροι
προχωρούν οι άλλοι.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

η Περσεφόνη ιερουργεί...

Άφησε με να δω τα πουλιά
την πρωινή ομίχλη
τη βροχή που ποτίζει τη γη.
Κι έπειτα, νύχτα, οδήγησέ με
στο πάλκο του θανάτου
όπου η κόρη σου η Περσεφόνη
ιερουργεί...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά

Γιώργος Χρονάς
Αύρα

Όταν θα φτάσεις στο σταθμό
μην κάνεις τίποτα το περιττό
Μην κινηθείς προς το περίπτερο
στους πωλητές καπνού ή φρούτων
Κάτω από τη μεγάλη πόρτα να σταθείς
ακίνητος μέσα στο φως της μέρας
αφήνοντας τη σκόνη του κόσμου στα παπούτσια
στις κλειστές γραμμές των χεριών σου
Γιατί εμείς από μακριά
θα σε αναγνωρίσουμε
κάτω από το ρολόι που θα σημαίνει
χαμένην ώρα.

Στο πάλκο του θανάτου

Ταραγμένη Δήμητρα,
εσύ που ορίζεις αυτά τα χώματα
τους καρπούς που η γη δίνει
οδήγησέ με στον τόπο σου.
Άφησε με να δω τα πουλιά
την πρωινή ομίχλη
τη βροχή που ποτίζει τη γη.
Κι έπειτα, νύχτα, οδήγησέ με
στο πάλκο του θανάτου
όπου η κόρη σου η Περσεφόνη
ιερουργεί.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Πάει καιρός πολύς...

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
*
Water, is taught by thirst.
Land—by the Oceans passed.
Transport—by throe— 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πράσινα μήλα, λάδι σε καμβά

Έμιλυ Ντίκινσον
Το μυστήριο του πόνου

Ο πόνος μοιάζει με άγραφο χαρτί.
Αδυνατεί να θυμηθεί
πότε άρχισε να υπάρχει, ή αν υπήρξε
μέρα που να μην υπήρχε.

Δεν έχει ορίζοντα άλλο απ’ τον εαυτό του.
Τα βασίλειά του τ’ απέραντα εσωκλείουν
το παρελθόν του, το φωτισμένο ν’ αντιλαμβάνεται
νέες περιόδους πόνου.


Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.

Δεν πέρασα το Θάνατο

Δεν πέρασα το Θάνατο να πάρω,
και μού `κανε ο ίδιος την τιμή.
στην άμαξα καθίσαμε μονάχα
εμείς κι η μετά θάνατον ζωή.

Βραδύναμε, εκείνος δεν βιαζόταν,
κι εγώ από τα έργα και τους κόπους
κι απ` την ανάπαυλα μου είχα πλέον
παραιτηθεί, για τους καλούς του τρόπους.

Περάσαμε εκεί που τα παιδιά
στο διάλειμμα παλεύαν του σχολείου,
περάσαμε τα ατενή σπαρτά,
και πέρα από τη δύση του ηλίου-

κι ο ήλιος μας προσπέρασε. Κι η δρόσος
έφερνε παγωνιά κι ανατριχίλα-
αράχνης είχα φόρεμα, και τούλι
γύρω στους ώμους που έτρεμαν σαν φύλλα.

Σταθήκαμε μπροστά σε κάποιο σπίτι,
Που έμοιαζε μ` εξόγκωμα στη γη.
Μόλις που διακρινόταν η σκεπή του,
το γείσωμά του έμπαινε στη γη.

Πάει καιρός πολύς, μα εκείνη η μέρα
μοιάζει πολύ μακρύτερη για μένα,
που κοίταξα και είδα των αλόγων
στραμμένα τα κεφάλια στους αιώνες

(μετ. Σπύρος Δόικας)

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Το καράβι που πλέει...

Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι...



Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Γιώργος Θέμελης 
Η νήσος των ναυαγών

Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ' αυτή την ξέρα σ' αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ' τους ανέμους δαρμένο απ' τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων

Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα

Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ' η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ήσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού

Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καϋμός

Σκαρί απ' όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι

Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά...

Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας