t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

φασματικό καράβι...

Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
εμηνύσαν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θαλασσινή ιστορία (πολύπτυχο), λάδι

Καίσαρ Εμμανουήλ
Νυχτερινή Φαντασίωση
 
Νύχθ’ υπό λυγαίαν
                                ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.
Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.
Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
            ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
            εμηνύσαν
πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,
σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.
Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:
εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
            άνθη.
Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!
Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.
Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.
Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

άκουσε το τραγούδι των ναυτών...

Θα φύγω! Πλοίο συ, που το κατάρτι σου ζυγιάζεται,
την άγκυρά σου σήκωσε για χώρα εξωτική!..
*
Je partirai ! Steamer balançant ta mâture,
Lève l'ancre pour une exotique nature!..


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Το πλοίο φεύγει, λάδι σε χαρτί

Στεφάν Μαλαρμέ
Θαλασσινή Αύρα
 
Η σάρκα είναι γεμάτη θλίψη αλίμονο! και διάβασα όλα τα βιβλία.
Να φύγεις! Να φύγεις κάτω κει! Νιώθω πως τα πουλιά μεθούν
σα βρίσκονται ανάμεσα στον άγνωστον αφρό και στα ουράνια!
Τίποτα, ούτε οι κήποι οι παλιοί όπου στα μάτια καθρεφτίζονται
δε θα κρατήσουν τη καρδιά αυτή όπου βουτά στη θάλασσα
ω νύχτες! ούτε το αχνό φως της λάμπας μου που πέφτει
πάνω στ' άγραφο χαρτί που ανθίσταται η λευκότης του
κι ούτε η νέα γυναίκα που το βρέφος της βυζαίνει.
Θα φύγω! Πλοίο συ, που το κατάρτι σου ζυγιάζεται,
την άγκυρά σου σήκωσε για χώρα εξωτική!

Μια πλήξη, ερημωμένη απ' τις σκληρές ελπίδες,
πιστεύει ακόμα στο υπέροχο "αντίο" των μαντηλιών!
Κι ίσως τα κατάρτια σου, τις θύελλες καλώντας
να είν' αυτά που ο άνεμος τα γέρνει στα χαμένα
τα ναυάγια, δίχως κατάρτια, δίχως να φτάσουνε στα γόνιμα νησιά...

Όμως καρδιά μου, άκουσε το τραγούδι των ναυτών!

(μετ. Αλ. Ζήρας)

Stéphane Mallarmé
Brise Marine

La chair est triste, hélas ! et j'ai lu tous les livres.
Fuir ! là-bas fuir! Je sens que des oiseaux sont ivres
D'être parmi l'écume inconnue et les cieux !
Rien, ni les vieux jardins reflétés par les yeux
Ne retiendra ce coeur qui dans la mer se trempe
Ô nuits ! ni la clarté déserte de ma lampe
Sur le vide papier que la blancheur défend
Et ni la jeune femme allaitant son enfant.
Je partirai ! Steamer balançant ta mâture,
Lève l'ancre pour une exotique nature !

Un Ennui, désolé par les cruels espoirs,
Croit encore à l'adieu suprême des mouchoirs !
Et, peut-être, les mâts, invitant les orages,
Sont-ils de ceux qu'un vent penche sur les naufrages
Perdus, sans mâts, sans mâts, ni fertiles îlots ...
Mais, ô mon coeur, entends le chant des matelots !

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Έξω λαμπρόφωτο φεγγάρι...

Και το φεγγάρι το ασημένιο
που χρόνια τώρα έχει σωπάσει,
και το κερί μου που πεθαίνει
-και μέσα η θλιβερή ψυχή μου,
χωρίς αιτία, κι οι τρεις στην πλάση
είμαστε τόσο λυπημένοι...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αναμονή στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Οι κύκνοι το φθινόπωρο

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους
γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τα' αγιοκαίρι…
Θα ζήσουν τάχα να τη βρόυν, την άνοιξη; -Ποιος ξέρει;
...γιατί μπορεί και να χαθούν πριν βρούνε τη χαρά τους…
Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδι,
ώσπου στο τέλος νύσταξαν κοιτώντας το σκοτάδι,
κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους...

Νυχτερινό

...Κίτρινη η φλόγα του κεριού μου,
στη νύχτα, απάνω στο τραπέζι
σαν έρημη πνοή ανασαίνει.
Σωθήκαν τα χρυσά όνειρά της
μες στα σκοτάδια τρεμοπαίζει,
χλωμή ψυχούλα φοβισμένη…

Έξω λαμπρόφωτο φεγγάρι
κάτι ονειρεύεται στα χάη
τα ζαφειρένια της ερήμου…
Σα να 'θελε να ζήσει ακόμα,
μ' αναλαμπές ψυχομαχάει
το ετοιμοθάνατο κερί μου…

Και το φεγγάρι το ασημένιο
που χρόνια τώρα έχει σωπάσει,
και το κερί μου που πεθαίνει
-και μέσα η θλιβερή ψυχή μου,
χωρίς αιτία, κι οι τρεις στην πλάση
είμαστε τόσο λυπημένοι...

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

ο Ενδυμίων δε θα ξυπνήσει ποτέ...

Τότε, πρόβαλε ανάμεσα από μια σκοτεινή φυλλωσιά η θεά Σελήνη. Χαμογέλασε όταν τον είδε και θέλησε να παίξει μαζί του. Τον πλησίασε κι έριξε με δύναμη στα μάτια του μικρού βοσκού το χρυσό φως της...

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Γιώργος Γεραλής
Ενδυμίων

Στο βουνό του Λάτμου, σ’ ένα μυστικό σπήλαιο, κοιμάται ακόμα, από τα πανάρχαια χρόνια, ο ξανθός Ενδυμίων έναν ύπνο αξύπνητο.
Απόβραδο, γύριζε από τα χλοερά βοσκοτόπια με το κοπάδι του. Διαβαίνοντας τη βουνοπλαγιά, έγειρε στο έμπα της σπηλιάς να ξεκουραστεί.
Τότε, πρόβαλε ανάμεσα από μια σκοτεινή φυλλωσιά η θεά Σελήνη. Χαμογέλασε όταν τον είδε και θέλησε να παίξει μαζί του. Τον πλησίασε κι έριξε με δύναμη στα μάτια του μικρού βοσκού το χρυσό φως της.
Ο Ενδυμίων ένιωσε μια ζάλη από τη μαγική εκείνη λάμψη. Αποκοιμήθηκε ακούγοντας, σαν σε όνειρο, τα κουδούνια των αρνιών του, που ξεμάκραιναν ακολουθώντας το γνώριμο δρόμο. Αυτή ήταν η αρχή ενός ύπνου που δεν είχε τέλος.

Η Σελήνη κάθισε πλάι στον ωραίο βοσκό και τον κοίταξε με αγάπη. Ακούμπησε τα ασημένια της δάχτυλα στα κλειστά του βλέφαρα. Τίναξε στα μαλλιά του, από τα μαλλιά της, ένα κύμα δροσιάς.
― Δε θα ξυπνήσεις, ψιθύρισε.
Ήρθε πάλι την άλλη νύχτα η Σελήνη, τον ξανακοίταξε χαμογελώντας.
― Ωραία κοιμάσαι, είπε. Φυλάω για σένα μια θαυμαστή μοίρα. Αθάνατος θα υπάρχεις, σ’ ένα αιώνιο, ατελείωτο όνειρο. Είναι και τ’ όνειρο μια αλλιώτικη ζωή. Δε θα πεθάνεις ποτέ και ποτέ δε θα ξυπνήσεις.
Έφυγε αλαφροπατώντας η θεά.
Όθε διαβεί, μαγεύει τα πάντα με το χρυσό φέγγος: τους κάμπους, τις ακροθαλασσιές, τις στέγες των σπιτιών που προστατεύουν τον ειρηνικό ύπνο των ανθρώπων. Μα όταν αποτραβιέται, για ν’ ανέβει στον ουρανό η αδερφή της η Αυγή, λύνονται τα μάγια. Η πλάση ξυπνά ξαναπαίρνοντας, στο φως της μέρας, την αληθινή της μορφή.

Μονάχα ο Ενδυμίων δε θα ξυπνήσει ποτέ απ’ το μαγικό ύπνο. Κυλάει πάντα το αίμα στις φλέβες του, μα απομένει ασάλευτος, σαν να ’χει φύγει απ’ τον κόσμο. Ένα χαμόγελο αχνό έχει ζωγραφιστεί στα μισάνοιχτα χείλη του. Ίσως ονειρεύεται μια αθώα χαρά: ένα κοπάδι ασπρόμαλλα πρόβατα.

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

τον κόσμο γυρνά...

Πιο πέρα απ'τα αχνά σελήνια βουνά
βαθιά μες στο σίσκιο το λαγκάδι
κατέβα γοργά
είπ'ο ίσκιος αργά
να βρεις του Ελδοράδο σημάδι...

*
"Over the Mountains
Of the Moon,
Down the Valley of the Shadow,
Ride, boldly ride,"
The shade replied-
"If you seek for Eldorado!"


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Υμηττός, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Ελδοράδο

Στο άνθος της νιότης
τρανός ιππότης
σε λιόφωτο και σε σκοτάδι
τον κόσμο γυρνά
κι ενώ τραγουδά
ζητά του Ελδοράδο σημάδι.

Μα η νιότη περνά κι ο ιππότης γερνά
στην έρμη καρδιά του το πλακώνει βαρύ
γιατί δεν μπορεί να βρει του Ελδοράδο σημάδι.

Κι ως γέρνει σκυφτός στο δρόμο του μπρος
αντάμωσε ίσκιο απ' τον άδη,
Πες μου ίσκιε ρωτά
μπορώ εδώ κοντά να βρω του Ελδοράδο σημάδι;

Πιο πέρα απ'τα αχνά σελήνια βουνά
βαθιά μες στο σίσκιο το λαγκάδι
κατέβα γοργά
είπ'ο ίσκιος αργά
να βρεις του Ελδοράδο σημάδι.

Edgar Allan Poe
Eldorado

Gaily bedight,
A gallant knight,
In sunshine and in shadow,
Had journeyed long,
Singing a song,
In search of Eldorado.

But he grew old-
This knight so bold-
And o'er his heart a shadow
Fell as he found
No spot of ground
That looked like Eldorado.

And, as his strength
Failed him at length,
He met a pilgrim shadow-
"Shadow," said he,
"Where can it be-
This land of Eldorado?"

"Over the Mountains
Of the Moon,
Down the Valley of the Shadow,
Ride, boldly ride,"
The shade replied-
"If you seek for Eldorado!"

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα...

Όλα αυτά τα κουρασμένα και σοβαρά πρόσωπα δεν έδειχναν καμιά απελπισία· κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βυθσμένα μέσα στη σκόνη μιας γης το ίδιο απελπισμένης μ’ αυτό τον ουρανό, βάδιζαν με το υποταγμένο πρόσωπο αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα...
*
Tous ces visages fatigués et sérieux ne témoignaient d’aucun désespoir ; sous la coupole spleenétique du ciel, les pieds plongés dans la poussière d’un sol aussi désolé que ce ciel, ils cheminaient avec la physionomie résignée de ceux qui sont condamnés à espérer toujours...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τραμ, τρεις άνθρωποι, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
Ο καθένας με τη Χίμαιρά του

Κάτω από ένα απέραντο γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, δίχως ένα γαϊδουράγκαθο, δίχως μια τσουκνίδα, συνάντησα πολλούς ανθρώπους που περπατούσαν σκυφτοί. Ο καθένας τους κουβαλούσε στην πλάτη του μια πελώρια Χίμαιρα, βαριά σαν ένα σκί αλεύρι ή κάρβουνο, ή σαν τον εξοπλισμό ενός Ρωμαίου στρατιώτη του πεζικού.

Αλλά το τερατόμορφο ζώο δεν ήταν ένα άψυχο βάρος· αντίθετα, τύλιγε και συμπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και δυνατούς μυς του· γαντζωνόταν με τα δυο μεγάλα νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του· και το μυθικό του κεφάλι δέσποζε πάνω στο μέτωπο του ανθρώπου, σα μια απ’ αυτές τις φριχτές περικεφαλαίες που φορούσαν οι παλιοί πολεμιστές ελπίζοντας να τρομάξουν περισσότερο τον εχθρό. Ρώτησα έναν απ’ αυτούς τους ανθρώπους, να μου πει πού πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε πως δεν ήξερε τίποτα, ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι· αλλά πως ήταν ολοφάνερο ότι κάπου πήγαιναν, αφού τους έσπρωχνε μια ακατανίκητη ανάγκη να περπατήσουν.

Και κάτι άξιο περιέργειας: κανείς απ’ αυτούς τους ταξιδιώτες δε φαινόταν εξοργισμένος με το άγριο θηρίο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του και κολλημένο στη ράχη του· θα ‘λεγε κανείς ότι το λογάριαζε σα μέρος του εαυτού του. Όλα αυτά τα κουρασμένα και σοβαρά πρόσωπα δεν έδειχναν καμιά απελπισία· κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βυθσμένα μέσα στη σκόνη μιας γης το ίδιο απελπισμένης μ’ αυτό τον ουρανό, βάδιζαν με το υποταγμένο πρόσωπο αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα.

Και η πομπή πέρασε πλάι μου και βυθίστηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του ορίζοντα, στο σημείο που η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη ξεφεύγει από την περιέργεια της ανθρώπινης ματιάς.

Και για λίγα λεπτά μ’ έπιασε το πείσμα να θέλω να καταλάβω αυτό το μυστήριο· αλλά γρήγορα η ακατανίκητη Αδιαφορία με κυρίεψε, και βρέθηκα πιο βαριά εξουθενωμένος εγώ παρά αυτοί από τις συντριπτικές τους Χίμαιρες.

(μετ. Εύα Μυλωνά)

Charles Baudelaire
Chacun sa chimère
(Petits poèmes en prose, 1869)

Sous un grand ciel gris, dans une grande plaine poudreuse, sans chemins, sans gazon, sans un chardon, sans une ortie, je rencontrai plusieurs hommes qui marchaient courbés.
Chacun d’eux portait sur son dos une énorme Chimère, aussi lourde qu’un sac de farine ou de charbon, ou le fourniment d’un fantassin romain.

Mais la monstrueuse bête n’était pas un poids inerte ; au contraire, elle enveloppait et opprimait l’homme de ses muscles élastiques et puissants ; elle s’agrafait avec ses deux vastes griffes à la poitrine de sa monture ; et sa tête fabuleuse surmontait le front de l’homme, comme un de ces casques horribles par lesquels les anciens guerriers espéraient ajouter à la terreur de l’ennemi.

Je questionnai l’un de ces hommes, et je lui demandai où ils allaient ainsi. Il me répondit qu’il n’en savait rien, ni lui, ni les autres ; mais qu’évidemment ils allaient quelque part, puisqu’ils étaient poussés par un invincible besoin de marcher.

Chose curieuse à noter : aucun de ces voyageurs n’avait l’air irrité contre la bête féroce suspendue à son cou et collée à son dos ; on eût dit qu’il la considérait comme faisant partie de lui-même. Tous ces visages fatigués et sérieux ne témoignaient d’aucun désespoir ; sous la coupole spleenétique du ciel, les pieds plongés dans la poussière d’un sol aussi désolé que ce ciel, ils cheminaient avec la physionomie résignée de ceux qui sont condamnés à espérer toujours.

Et le cortége passa à côté de moi et s’enfonça dans l’atmosphère de l’horizon, à l’endroit où la surface arrondie de la planète se dérobe à la curiosité du regard humain.

Et pendant quelques instants je m’obstinai à vouloir comprendre ce mystère ; mais bientôt l’irrésistible Indifférence s’abattit sur moi, et j’en fus plus lourdement accablé qu’ils ne l’étaient eux-mêmes par leurs écrasantes Chimères.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Αναζητώντας μια χαμένη Τροία...

Οι εαυτοί μας συγκεντρωμένοι στην ακροθαλασσιά
Με διαφορετικά ονόματα ο καθένας
Έτοιμοι να επιβιβαστούν στα πλοία
Αναζητώντας μια χαμένη Τροία...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Νάνος Βαλαωρίτης
Άπνοια

Αν κατεβούμε κάποτε προς τις ακρογιαλιές
- Τι μας είναι αυτές οι ακρογιαλιές
Παρά μια διέξοδος από τη μετριότητα
Ένας αφρός σπαταλημένων ημερών
Οι εαυτοί μας συγκεντρωμένοι στην ακροθαλασσιά
Με διαφορετικά ονόματα ο καθένας
Έτοιμοι να επιβιβαστούν στα πλοία
Αναζητώντας μια χαμένη Τροία
Οι πολυμήχανοι οι ωκύποδες με λόγια φτερωτά -
Το θέμα της συζήτησης στην τελευταία συνάντηση
Περί ανέμων και υδάτων και περί φαντασμάτων
Αγκαλά και δεν θυμάμαι τι ειπώθηκε ακριβώς
Ακούστηκαν πολλές φωνές μες στις σκηνές
περί θυσίας ο λόγος και περί αποπλεύσεως
Και περί θεάς Αρτέμιδος - όμως λείπει το άθροισμα
Λείπει το εγώ που σημειώνει και περιεργάζεται
Το αύριο και το σήμερα το άλλοθι και το εδώ
Του επί ξηρού ακμής παντοτινά ιστάμενου
Γίγαντα που βαστάει στα χέρια του τον ουρανό

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Κονδύλη για τον Συντηρητισμό

Παναγιώτης Κονδύλης: ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ, ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή
Μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα  2015, σελ.640.
http://yannisstavrou.blogspot.com

Αναδημοσίευση απο την ιστοσελίδα ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ
Εφημερίδα ΡΗΞΗ  φ.118

Πρόκειται για ένα βιβλίο του Π.Κονδύλη, που περιμέναμε την μετάφραση του στην γλώσσα μας, με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Γεγονός είναι ότι δεν μας διέψευσε, εφόσον συμπυκνώνει όλες τις αρετές  του: εξαντλητική γνώση της βιβλιογραφίας, αξιολογικά ουδέτερος λόγος –με την έννοια ότι δεν αντιμετωπίζει τον συντηρητισμό  ούτε σαν εχθρός ούτε σαν φίλος-, αυστηρά θεμελιωμένες και στέρεες κρίσεις, σαφής λόγος που δεν  παγιδεύει αλλά αντίθετα ωθεί  τον αναγνώστη να τον ακολουθήσει  στην περιπέτεια της σκέψης, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνει τον πολεμικό χαρακτήρα της σκέψης με την έννοια ότι αυτή καθορίζεται από την σχέση εχθρός και φίλος, όπως και από την ετερογονία των σκοπών.

Το έργο  έχει μια πρωτοτυπία. Δεν ταυτίζει τον συντηρητισμό με μια πάγια κοινωνική ή πνευματική νοοτροπία που επιδιώκει να διατηρήσει ορισμένες αξίες , ή κάποιους κοινωνικούς συσχετισμούς  ή αδιατάρακτη την σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο και την φύση, αλλά , όπως επισημαίνεται στο οπισθόφυλλο, «ως μια συνολική ιδεολογική και κοινωνικοπολιτική αντίδραση (των ανωτέρων στρωμάτων) της προνεωτερικής κοινωνίας ενάντια στη διάλυσή της, την οποία αρχικά σηματοδότησε η ανάδυση του νεότερου συγκεντρωτικού κράτους,  και αργότερα ολοκλήρωσε ο εκτοπισμός της αγροτικής οικονομίας από τη βιομηχανική-καπιταλιστική».

Με αυτόν τον τρόπο παρακολουθούμε την διάλυση  της παλαιάς κοινωνίας με την ανάδυση του σύγχρονου κράτους και τις ποικίλες αντιδράσεις που δημιούργησε. Πως για παράδειγμα η απόρριψη της γραφειοκρατίας και  του κράτους πρόνοιας συνδυάστηκε με την απόρριψη του εξισωτισμού της μαζικής κοινωνίας και του ορθολογικού επιστημονισμού που επικρίθηκε ως «υπολογιστικός και πνευματικά χωρίς ρίζες»(σελ.27). Οι συντηρητικοί επιπλέον «για να αναστείλουν τον εγωιστικό ατομικισμό και την άναρχη απουσία ριζών των μελών της μαζικής κοινωνίας, που προωθεί τον εξισωτισμό, θέλουν να χρησιμοποιήσουν όχι μόνο τον χριστιανισμό, την παράδοση και την αυθεντία, αλλά και υπερατομικά μορφώματα (οικογένεια, επαγγελματικές οργανώσεις, συλλόγους, τοπική αυτοδιοίκηση) για να προσφέρουν στο άτομο φυσική προστασία και έτσι να το απαλλάξουν από τις παρεμβάσεις του κράτους, το οποίο , κυρίως απέναντι στη μάζα των μεμονωμένων ατόμων, αναπτύσσει δεσποτικές τάσεις»(σελ.36). Οι σκέψεις αυτές οδήγησαν τον συντηρητισμό να αμφισβητήσει τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ώστε να τα υποκαταστήσει  με τα δικαιώματα που «έχουν τις ρίζες τους στην εκάστοτε ιστορικά διαμορφωμένη κοινωνία»(σελ.37). Το σημείο αυτό τον διακρίνει από τον σύγχρονο φιλελευθερισμό που αντιτάσσει  στον ολοκληρωτισμό τον φιλελεύθερο οικουμενισμό. Ο συντηρητισμός μοιάζει αμφιρρεπής, παράταιρος και ανεπίκαιρος, εφόσον  επικαλείται ηθικές αξίες σταθερές και αντι-ευδαιμονιστικές  σε μια «ελεύθερη»  οικονομία όπου ο «πνευματικός και ηθικός σχετικισμός  της εξισωτικής μαζικής κοινωνίας συναρτάται με τη γενίκευση, δηλαδή την ποσοτική και ποιοτική εντατικοποίηση της κατανάλωσης»(σελ 39).
Βεβαίως υπάρχει στην συντηρητική σκέψη ένα παρελθόν αντικαπιταλιστικού λόγου, που σε κάποιες περιπτώσεις προηγήθηκε του σοσιαλιστικού, αλλά αυτός δεν αποσκοπεί στην ισχυροποίηση της εργατικής τάξης,  αλλά επιδιώκει «να μειωθεί κατά το δυνατόν το ποσοστό κέρδους του βιομηχανικού κεφαλαίου και κατ’ επέκταση η κοινωνική ελκυστικότητα του, η οποία για τη γαιοκτησία σήμαινε έλλειψη κεφαλαίων και απώλεια κοινωνικού γοήτρου»(σελ.45).

Ο συντηρητισμός θα συνδυαστεί με την προτίμηση του εθίμου αλλά  και την εχθρότητα απέναντι στον ανθρώπινο Λόγο που επιβάλλει τα δικά του κριτήρια έναντι της παράδοσης, ενώ θα ασπαστεί την «οργανική-ιεραρχική αντίληψη περί κράτους»(σελ. 185). Συνακόλουθα τάσσεται κατά της πολυτέλειας, της κατανάλωσης,  ενώ αντιμετωπίζει τουλάχιστον με δυσπιστία την αυτονόμηση του χρήματος που «με την ευκινησία του μπορεί να κινητοποιήσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις ή και να τις επαναστατικοποιήσει»(σελ.199). Μέσα σε αυτά τα πλαίσια κατά  τον 16ο αιώνα θα απαγορευθεί  ο τόκος, ακολουθώντας πρακτικές της αρχαιότητας και του σχολαστικισμού. Ο Κονδύλης εξετάζει τις ιδιαίτερες πορείες των επιμέρους ευρωπαϊκών κοινωνιών, γι’ αυτό συγκρίνει την αγγλική με την γαλλική ή την γερμανική εξέλιξη. Συγχρόνως εντάσσει εντός αυτών των πλασίων, της σημασίας που είχαν για παράδειγμα ο Μπαίρκ στην Αγγλία και ο Μπονάλ στην ηπειρωτική Ευρώπη. Ο δημιουργία του νεωτερικού κράτους που ομογενοποιεί ένα κοινωνικό χώρο, θρυμματίζοντας επιμέρους ιεραρχίες που θεμελιώνονταν σε τοπικούς οίκους, προβλημάτισε την συντηρητική σκέψη, που επέμενε όπως ο Ζ.ν.Μαίστρ ότι κανένας πολίτευμα ή θεσμός δεν είναι προϊόν της ορθολογικής σκέψης, αλλά της θεσμικής αναγνώρισης κανόνων και εθίμων που έχει κατασκευάσει μακροχρόνια ο χαρακτήρας και το ύφος ενός λαού.  Παρεμπιπτόντως σημαντική είναι η διάκριση που κάνει ο Π.Κονδύλης  ανάμεσα στον Ζ.ν.Μαίστρ και τον Κ.Σμίτ (σελ 261)  στον τρόπο που αντιλαμβάνονται την παραδοσιακή και την σύγχρονη έννοια της κυριαρχικής εξουσίας (στην σελ.441 ο Κονδύλης θα επανέλθει για να επικρίνει αυτή την φορά την ερμηνεία του ρομαντισμού από τον Κ.Σμίτ). Πολλοί συντηρητικοί όπως ο Δονόσο Κορτές  θα δικαιολογήσουν την δικτατορία, και θα αποδώσουν στον μονάρχη, προσωρινά,  στην περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, απόλυτες εξουσίες, ώστε η προσωρινή εκ των άνω αναστολή των ελευθεριών υποτίθεται ότι θα αποκλείσει μια εκ των κάτω-δηλαδή επαναστατική – πλήρη κατάργησή τους.

Ο Π.Κονδύλης διακρίνει την σύγχρονη από την συντηρητική αντίληψη του έθνους. Στην πρώτη αθροίζονται νομικά-πολιτικά ισότιμα άτομα που υπάγονται άμεσα στο κράτος, ενώ στην δεύτερη τα άτομα «μόνο μέσω του συλλογικού τους σώματος ή του αρχηγού του οίκου τους έρχονται σε επαφή με τις εκάστοτε ανώτερες βαθμίδες ή την κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας»(σελ 328). Στόχος του συντηρητισμού  είναι διασφαλισθεί η οργανική διάρθρωση του έθνους, γεγονός που τον διαφοροποιεί για παράδειγμα από την αντίληψη του Χέρντερ για το έθνος. Συνέπεια αυτής της προτεραιότητας είναι κάποτε να συνηγορεί  υπέρ μιας οικουμενικότητας προεθνικής- προκρατικής  που την τοποθετεί απέναντι στο σύγχρονο εξισωτικό έθνος. Έτσι πολλοί συντηρητικοί «στον αγώνα τους κατά της αρχής των εθνοτήτων αρνούνταν με έμφαση την ύπαρξη καθαρόαιμων εθνικοτήτων και  το φυλετικό κριτήριο γενικά, φρονώντας ότι ο εθνικισμός διαλύει «τα ευρωπαϊκά έθνη πάλι σε φυλές» και έτσι οδηγεί πίσω «στη σκοπιά της βαρβαρότητας»(σελ.331).

Εξίσου αρνητικός στέκεται ο συντηρητισμός έναντι του φιλελευθερισμού εφόσον ο τελευταίος ανήκε στις «επαναστατικές δυνάμεις του σκότους»(σελ.340). Η συμφιλίωση των δύο θα επέλθει όταν οι γαιοκτήμονες και οι ευγενείς θα χάσουν την κυριαρχία από την προέλαση των αστών και της βιομηχανίας. Βεβαίως θα έχει προηγηθεί η σκληρή κριτική του καπιταλισμού από τους συντηρητικούς. Συγκεκριμένα θεωρούν ότι τα κράτη, εξαιτίας της επέκτασης της γραφειοκρατίας και των δαπανών του, γίνονται δούλοι των «ολιγαρχών του χρήματος», που συγκροτούν μια εξουσία «που σφίγγει από παντού και διαπερνά όλα τα κράτη και καθώς πατάει γερά και έχει εδραιωθεί σε πολλά κράτη ταυτόχρονα, έχει γίνει με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά ανεξάρτητη από την κρατική εξουσία»(σελ.409). Επιπλέον τα κατώτερα οικονομικά στρώματα είναι αυτά που πλήττονται περισσότερα, αφού απώλεσαν την προστασία που απολάμβαναν μέσα στις συντεχνίες, δημιουργώντας γι’ αυτά συνθήκες πολύ χειρότερες από αυτές της φεουδαρχίας.

Ο Π.Κονδύλης επισημαίνει  ότι ο λόγος των συντηρητικών  « σε αμέτρητες παραλλαγές και με συνεχώς ανανεωνόμενες εκφράσεις που προκαλούν οίκτο, διεκτραγωδούν από τα τέλη του 18ου αιώνα και εξής την άθλια ζωή των μαζών των προλεταρίων που, ξαφνικά ξεριζωμένες και έχοντας χάσει τις παραδοσιακές αγροτικές αρετές τους, συγκεντρώνονται στις πόλεις, πληθαίνουν άμετρα και αποκτούν τα χειρότερα ελαττώματα, ενώ η εφεύρεση νέων μηχανών ή μια τυχαία αλλαγή του γούστου των καταναλωτών και ένας αναπροσανατολισμός της παραγωγής μπορούν να τους πετάξουν κάθε στιγμή στο δρόμο»(σελ.417,418). Ο Μπονάλ μάλιστα συνδέει τους πολέμους με τις εμπορικές διαμάχες, ενώ θεωρεί ότι το εργοστάσιο φθείρει το σώμα και διαφθείρει τις ψυχές  αφού ο εργάτης παύει να είναι πρόσωπο(σελ.424). Το χρήμα από αναγκαίο κακό μετατράπηκε σε «ένα είδωλο που το λατρεύουν όλοι»(σελ.422). Το άτομο αποκομμένο από την κοινότητα έγινε πιο ανταγωνιστικό , έσπασαν οι ανθρώπινοι δεσμοί , ενώ ο δεσμός μεταξύ εργασίας και χρήματος διαλύθηκε εφόσον ο κερδοσκόπος  δεν είναι απαραίτητο να εργάζεται. Ο καπιταλισμός, για τους συντηρητικούς  βρίσκεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση, ενώ η «αποξένωση της ανθρώπινης φύσης φθάνει έτσι στα ακρότατα όρια»(σελ.429). Βεβαίως, σύμφωνα με τον Π.Κονδύλη, η συντηρητική ερμηνεία του Διαφωτισμού, ως νοησιαρχίας είναι λανθασμένη, αφού αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν η αντίθεση στην σχολαστική και καρτεσιανή νοησιαρχία  και η δικαίωση του αισθητού κόσμου.

Η αισθητικοποίηση του συντηρητισμού έγινε από στοχαστές όπως ο Καρλαϋλ που ισχυρίζονταν πως το πιο φρικτό έγκλημα του καπιταλισμού είναι η θεοποίηση του χρήματος και η θανάτωση της ψυχής, που συνδυάζεται με την επιβολή της μηχανής που δημιουργεί έναν κόσμο χωρίς ψυχή(σελ.520).
Ενδιαφέρουσα είναι η ερμηνεία της Action Francaise , μοναρχικής και αντικοινοβουλευτικής, που κατά την φράση του Μωρράς ξεκινά από την αντίθεση του πνεύματος και του ήθους με τον χρήμα. Μάλιστα η αντίθεση του προς το χρήμα αποτελεί μέρος της επίθεσης της προς την δημοκρατία. Ίσως στον χώρο αυτό θα έπρεπε να βρεθεί θέση για τη μελέτη του «κύκλου Προυντόν» για τον οποίο έγραψε ο Ζ. Στέρνχελ. Την ίδια εποχή στην Γερμανία πραγματοποιείται η συντηρητική επανάσταση με παρόμοια θεματολογία  και κατευθύνσεις Για παράδειγμα στον Ζίμμελ συγχωνεύονται «η παλαιότερη μαρξιστική και η νεότερη αισθητικίζουσα κριτική του καπιταλισμού και του πολιτισμού»(σελ582).
Η μνημειώδης εργασία του Π.Κονδύλη  ολοκληρώνεται με την παρατήρηση ότι ο «συντηρητισμός ως συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο  συνοδευόμενο από μια ιδεολογία με σαφές περίγραμμα έχει προ πολλού πεθάνει  και ενταφιασθεί»(σελ 587) και κατά συνέπεια δεν πρέπει να συγχέεται με κόμματα «που έχουν αφοσιωθεί στην τεχνική πρόοδο και στην κοινωνική κινητικότητα» και δρομολογούν μια εξέλιξη  που «ίσως δεν θα σεβασθεί ούτε τη βιολογική ουσία του ανθρώπινου είδους» (σελ.587).

http://koutroulis-spyros.blogspot.gr/2015/11/blog-post_19.html

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Παρασυρμένη στης γης την καθημερινή περιστροφή...

Γιατί συχνά, όταν γέρνω στον σοφά μου
Με διάθεση άδεια ή στοχαστική,
Αυτοί σαν αστραπή φανερώνονται στο μέσα μάτι
Που ’ναι η υπέρτατη ευτυχία της μοναξιάς...

*
For oft, when on my couch I lie
In vacant or in pensive mood,
They flash upon that inward eye
Which is the bliss of solitude...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κόκκινη ανταύγεια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ 
Ένας ύπνος σφράγισε το πνεύμα μου

Ένας ύπνος σφράγισε το πνεύμα μου
Δεν είχα ανθρώπινους φόβους:
Φαινόνταν σαν ένα πράγμα που δεν μπορούσε να αισθανθεί
Το άγγιγμα των επίγειων χρόνων.

Καθόλου κίνηση δεν περικλείει τώρα, διόλου δύναμη
Ούτε ακούει μήτε βλέπει
Παρασυρμένη στης γης την καθημερινή περιστροφή,
Με βράχους και πέτρες και δέντρα.

(μετ. Ηλίας Κεφάλας)

Περιπλανήθηκα μονάχος μου σαν σύννεφο

Περιπλανήθηκα μονάχος μου σαν σύννεφο
Που γλιστρά ψηλά πάνω από κοιλάδες και λόφους,
Όταν ξαφνικά εντελώς είδα ένα πλήθος,
Μια στρατιά, χρυσαφένιων ναρκίσσων,
Δίπλα στη λίμνη, κάτω απ’ τα δέντρα,
Να φτερουγίζουν και να χορεύουν στην αύρα.

Χωρίς κενά, όπως του γαλαξία τ’ αστέρια,
Που λάμπουν και σπιθοβολούν,
Απλώθηκαν σε μια σειρά χωρίς τέλος
Σ’ όλο το μήκος του όρμου:
Με μια μόνο ματιά δέκα χιλιάδες είδα
Να τινάζουν τα κεφάλια τους σε χορό ζωηρό.

Τα κύματα δίπλα τους χόρεψαν, αλλά εκείνοι
Σε αγαλλίαση πέρασαν τα σπιθοβόλα κύματα:
Ένας ποιητής μόνο χαρά θα μπορούσε να νιώσει
Μέσα σε τέτοια κεφάτη συντροφιά!
Ατένισα –κι ατένισα– μα λίγο σκέφτηκα
Τι πλούτο μου ’χε φέρει το θέαμα:

Γιατί συχνά, όταν γέρνω στον σοφά μου
Με διάθεση άδεια ή στοχαστική,
Αυτοί σαν αστραπή φανερώνονται στο μέσα μάτι
Που ’ναι η υπέρτατη ευτυχία της μοναξιάς·
Και τότε γεμίζει η καρδιά μου μ’ απόλαυση,
Και χορεύει μαζί με τους νάρκισσους.

(μετ. Βαγγέλης Αθανασόπουλος)

William Wordsworth
A Slumber Did My Spirit Seal

A slumber did my spirit seal;
I had no human fears:
She seemed a thing that could not feel
The touch of earthly years.

No motion has she now, no force;
She neither hears nor sees;
Rolled round in earth's diurnal course
With rocks, and stones, and trees.

I Wandered Lonely as a Cloud

I wandered lonely as a cloud
That floats on high o'er vales and hills,
When all at once I saw a crowd,
A host, of golden daffodils;
Beside the lake, beneath the trees,
Fluttering and dancing in the breeze.

Continuous as the stars that shine
And twinkle on the milky way,
They stretched in never-ending line
Along the margin of a bay:
Ten thousand saw I at a glance,
Tossing their heads in sprightly dance.

The waves beside them danced; but they
Out-did the sparkling waves in glee:
A poet could not but be gay,
In such a jocund company:
I gazed—and gazed—but little thought
What wealth the show to me had brought:

For oft, when on my couch I lie
In vacant or in pensive mood,
They flash upon that inward eye
Which is the bliss of solitude;
And then my heart with pleasure fills,
And dances with the daffodils.