Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα του φθινοπώρου, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Γκάτσος
Τραγούδια
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
που το χινόπωρο οι φουντουκιές
πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται.
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς
να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους
και τόνε κλαίνε κι αυτές.
Kαίνε τα νυχτικά τους
και φορούν το μισοφόρι της πάπιας.
Στρώνουν αστέρια καταγής
για να πατήσουν οι βασιλιάδες
με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά
με την κορώνα και την πορφύρα.
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
για να περάσουν οι ποντικοί
να πάνε σ’ άλλο κελάρι.
Nα μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές
να φαν τις Άγιες Tράπεζες
κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου,
οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε.
Απόψε φθινοπώριασε
Απόψε πέφτει παγωνιά
στο δρόμο και στη γειτονιά
και μες στο βράδυ το θολό
θυμάμαι και μελαγχολώ.
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε
καρδιά μου κάνε υπομονή
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί.
Απόψε μύρισε βροχή
χειμώνας μπαίνει στην ψυχή
και στο δρομάκι το στενό
με πιάνει το παράπονο.
Αχερουσία
Καράβια ταξιδεύουν
στην Κίνα, την Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο
για την Αχερουσία
Κόσμος το βλέπει στο γυαλό
κι εκείνο προχωράει
χιλιάδες οι αμαρτωλοί
κι ο Αδης δε χωράει
Τρέχει παλεύει ο άνθρωπος
και χάνει το μυαλό του
για το σκυλί τον Κέρβερο
να βρει τον οβολό του
Δόξα και πλούτη κι ομορφιά
και της ζωής το ψέμα
όλα βουλιάζουν κάποτε
στου Αχέροντα το ρέμα
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015
Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015
ο ουρανός υπόσχεται βροχή...
Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ' αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια...
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Μονάχος μου νυχτώνω
Βλέπω τη θάλασσα ν' ανοίγεται για σένα
τρυφερέ περιηγητή του ουρανού
μες στις ακρογιαλιές μου που κουρνιάζεις
Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα
οργανοπαίχτη μιας σβησμένης εποχής
που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη
τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια
Μονάχος μου νυχτώνω εδωπέρα
Ερημικό
Απόψε χιόνισε πολύ
στην πολιτεία
Αγάπες και κρύσταλλα
χυμούν μες στη νύχτα
Πού να γείρω το κεφάλι
ν' ατενίσω τη σιωπή των δέντρων
ν' αγαπήσω
Πού να γείρω το κεφάλι
Τελευταίος σταθμός
Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ' αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια
Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει
Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ' ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου
Νυχτερινό
Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη. Ακόμα μια νύχτα
κάτω από τους ίδιους αστερισμούς
Ακόμα μια νύχτα θα σφίξω τα χέρια σου∙
τα μάτια σου είναι γατίσια σα μια ταράτσα φθινοπωρινού ξενοδοχείου
ο ουρανός υπόσχεται βροχή και ξέρεις
πόσο χλομιάζουν οι ώρες, τα τρένα αρχίζουν χειμερινά δρομολόγια
κι ύστερα δεν ξέρω αν θ' ακούω για πάντα
εκείνη τη ραγισματιά στη φωνή, εσένα μονάχα ή ένα γράμμα
δίχως καν σκέψη ανταπόκρισης
Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη, χαμένος σε παιδικές χορωδίες
θυμάμαι ένα κλάμα παιδιού όταν οι δρόμοι χαμηλώνουν τα φώτα
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ' αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια...
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Μονάχος μου νυχτώνω
Βλέπω τη θάλασσα ν' ανοίγεται για σένα
τρυφερέ περιηγητή του ουρανού
μες στις ακρογιαλιές μου που κουρνιάζεις
Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα
οργανοπαίχτη μιας σβησμένης εποχής
που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη
τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια
Μονάχος μου νυχτώνω εδωπέρα
Ερημικό
Απόψε χιόνισε πολύ
στην πολιτεία
Αγάπες και κρύσταλλα
χυμούν μες στη νύχτα
Πού να γείρω το κεφάλι
ν' ατενίσω τη σιωπή των δέντρων
ν' αγαπήσω
Πού να γείρω το κεφάλι
Τελευταίος σταθμός
Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ' αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια
Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει
Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ' ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου
Νυχτερινό
Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη. Ακόμα μια νύχτα
κάτω από τους ίδιους αστερισμούς
Ακόμα μια νύχτα θα σφίξω τα χέρια σου∙
τα μάτια σου είναι γατίσια σα μια ταράτσα φθινοπωρινού ξενοδοχείου
ο ουρανός υπόσχεται βροχή και ξέρεις
πόσο χλομιάζουν οι ώρες, τα τρένα αρχίζουν χειμερινά δρομολόγια
κι ύστερα δεν ξέρω αν θ' ακούω για πάντα
εκείνη τη ραγισματιά στη φωνή, εσένα μονάχα ή ένα γράμμα
δίχως καν σκέψη ανταπόκρισης
Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη, χαμένος σε παιδικές χορωδίες
θυμάμαι ένα κλάμα παιδιού όταν οι δρόμοι χαμηλώνουν τα φώτα
Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015
Στ’ άδειο κεφάλι την αράζει ο αέρας...
Του αδειάζει ο σπόρος το κεφάλι
Το κάνει ποντικότρυπα
Τρώνε τον σπόρο οι ποντικοί
Μένουν νεκροί στον τόπο
Στ’ άδειο κεφάλι την αράζει ο αέρας
Και παρδαλά αερόπουλα γεννοβολάει...
Γιάννης Σταύρου, Αέρας στον Υμηττό. λάδι σε καμβά
Βάσκο Πόπα (1922-1991)
Μετά το παιχνίδι
Τέλος τα χέρια κάνουν να πιάσουν το στομάχι
Μη σκάσει το στομάχι από τα γέλια
Όπου άφαντο το στομάχι
Το ’να το χέρι υψώνεται με χίλια ζόρια
Από το μέτωπο τον κρύο ιδρώτα να σκουπίσει
Πάει και το μέτωπο
Το άλλο το χέρι τραβάει για την καρδιά
Να μην ξετιναχτεί η καρδιά απ’ τα στήθια
Πάει κι η καρδιά
Πέφτουν τα χέρια και τα δύο
Πέφτουνε ράθυμα στα γόνατα
Παν και τα γόνατα
Πάνω στη μια παλάμη τώρα βρέχει
Από τη δεύτερη χορτάρι μεγαλώνει
Μην τα ρωτάς
Του ιχνευτή
Κάποιος μπαίνει δίχως να χτυπήσει
Μπαίνει σε κάποιου το ’να αυτί
Και του βγαίνει απ’ τ’ άλλο
Μπαίνει με βήμα σπίρτου
Βήμα αναμμένου σπίρτου
Μες στο κεφάλι γυρνοβολάει
Είν’ ο μάγκας
Κάποιος μπαίνει δίχως να χτυπήσει
Μπαίνει σε κάποιου το ’να αυτί
Και δεν του βγαίνει απ’ τ’ άλλο
Αυτός κάηκε
Κρυφτό
Κάποιος κρύβεται από κάποιον
Του κρύβεται κάτω απ΄ τη γλώσσα
Αυτός κάτω απ΄ τη γη τον ψάχνει.
Του κρύβεται στο κούτελο
Αυτός στον ουρανό τον ψάχνει
Του κρύβεται στη λησμονιά
Αυτός τον ψάχνει στο χορτάρι
Το ψάχνει τον ψάχνει
Και πού δεν τον ψάχνει
Και με το ψάξε χάνει τον εαυτό του
Του σπόρου
Κάποιος σπέρνει κάποιον
Τον σπέρνει στο κεφάλι του
Γερά το χώμα πατικώνει
Παραφυλάει τον σπόρο να φυτρώσει
Του αδειάζει ο σπόρος το κεφάλι
Το κάνει ποντικότρυπα
Τρώνε τον σπόρο οι ποντικοί
Μένουν νεκροί στον τόπο
Στ’ άδειο κεφάλι την αράζει ο αέρας
Και παρδαλά αερόπουλα γεννοβολάει
Κυνηγητό
Κάποιοι δαγκώνουν κάποιους
Τους κόβουν χέρι ή πόδι ή οτιδήποτε
Στα δόντια το κρατάνε
Τρέχουνε έξαλλοι
Το θάβουνε στη γη
Ξεχύνονται οι άλλοι παντού
Οσφραίνονται ψάχνουν οσφραίνονται ψάχνουν
Όλη τη γη ξεσκάβουν
Αν βρουν οι τυχεροί το χέρι τους
Είτε το πόδι τους είτε το οτιδήποτε
Είναι η σειρά τους να δαγκώσουν
Το παιχνίδι συνεχίζεται ζωηρά
Όσο υπάρχουν χέρια
Όσο υπάρχουν πόδια
Όσο υπάρχει οτιδήποτε
(Μετ. Έλλη Σκοπετέα)
Το κάνει ποντικότρυπα
Τρώνε τον σπόρο οι ποντικοί
Μένουν νεκροί στον τόπο
Στ’ άδειο κεφάλι την αράζει ο αέρας
Και παρδαλά αερόπουλα γεννοβολάει...
Γιάννης Σταύρου, Αέρας στον Υμηττό. λάδι σε καμβά
Βάσκο Πόπα (1922-1991)
Μετά το παιχνίδι
Τέλος τα χέρια κάνουν να πιάσουν το στομάχι
Μη σκάσει το στομάχι από τα γέλια
Όπου άφαντο το στομάχι
Το ’να το χέρι υψώνεται με χίλια ζόρια
Από το μέτωπο τον κρύο ιδρώτα να σκουπίσει
Πάει και το μέτωπο
Το άλλο το χέρι τραβάει για την καρδιά
Να μην ξετιναχτεί η καρδιά απ’ τα στήθια
Πάει κι η καρδιά
Πέφτουν τα χέρια και τα δύο
Πέφτουνε ράθυμα στα γόνατα
Παν και τα γόνατα
Πάνω στη μια παλάμη τώρα βρέχει
Από τη δεύτερη χορτάρι μεγαλώνει
Μην τα ρωτάς
Του ιχνευτή
Κάποιος μπαίνει δίχως να χτυπήσει
Μπαίνει σε κάποιου το ’να αυτί
Και του βγαίνει απ’ τ’ άλλο
Μπαίνει με βήμα σπίρτου
Βήμα αναμμένου σπίρτου
Μες στο κεφάλι γυρνοβολάει
Είν’ ο μάγκας
Κάποιος μπαίνει δίχως να χτυπήσει
Μπαίνει σε κάποιου το ’να αυτί
Και δεν του βγαίνει απ’ τ’ άλλο
Αυτός κάηκε
Κρυφτό
Κάποιος κρύβεται από κάποιον
Του κρύβεται κάτω απ΄ τη γλώσσα
Αυτός κάτω απ΄ τη γη τον ψάχνει.
Του κρύβεται στο κούτελο
Αυτός στον ουρανό τον ψάχνει
Του κρύβεται στη λησμονιά
Αυτός τον ψάχνει στο χορτάρι
Το ψάχνει τον ψάχνει
Και πού δεν τον ψάχνει
Και με το ψάξε χάνει τον εαυτό του
Του σπόρου
Κάποιος σπέρνει κάποιον
Τον σπέρνει στο κεφάλι του
Γερά το χώμα πατικώνει
Παραφυλάει τον σπόρο να φυτρώσει
Του αδειάζει ο σπόρος το κεφάλι
Το κάνει ποντικότρυπα
Τρώνε τον σπόρο οι ποντικοί
Μένουν νεκροί στον τόπο
Στ’ άδειο κεφάλι την αράζει ο αέρας
Και παρδαλά αερόπουλα γεννοβολάει
Κυνηγητό
Κάποιοι δαγκώνουν κάποιους
Τους κόβουν χέρι ή πόδι ή οτιδήποτε
Στα δόντια το κρατάνε
Τρέχουνε έξαλλοι
Το θάβουνε στη γη
Ξεχύνονται οι άλλοι παντού
Οσφραίνονται ψάχνουν οσφραίνονται ψάχνουν
Όλη τη γη ξεσκάβουν
Αν βρουν οι τυχεροί το χέρι τους
Είτε το πόδι τους είτε το οτιδήποτε
Είναι η σειρά τους να δαγκώσουν
Το παιχνίδι συνεχίζεται ζωηρά
Όσο υπάρχουν χέρια
Όσο υπάρχουν πόδια
Όσο υπάρχει οτιδήποτε
(Μετ. Έλλη Σκοπετέα)
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015
Φθόνον δε και αμαθίαν νοσείς...
Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο·
και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε
απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή
είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον
πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η
άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν...
Φθόνον δὲ καὶ ἀμαθίαν νοσεῖς, κακῶν ἐναντιώτατα αὑτοῖς· καὶ ὁ μέν σε ἐπιθυμεῖν ποιεῖ τῶν καλῶν, ἡ δὲ ἀποτρέπει. ἀνθρώπινον μὲν οὖν τι πέπονθας· διότι γὰρ ἰσχυρός, οἴει καὶ ἀνδρεῖος εἶναι, καὶ οὐκ οἶσθα ὅτι σοφίᾳ περὶ πόλεμον καὶ ἀνδρείᾳ οὐ ταὐτόν ἐστιν ἰσχῦσαι, ἀμαθία δὲ κακὸν μέγιστον τοῖς ἔχουσιν...
Αντισθένης ( 445-360 π.Χ.)
Οδυσσεύς ή Οδυσσέως λόγος (1-14)
[1] Δεν απευθύνεται μόνο σ' εσένα ο λόγος που σηκώθηκα να πω αλλά και σ' όλους τους άλλους· γιατί έχω κάνει περισσότερα καλά στο στράτευμα εγώ απ' όσα όλοι εσείς. Κι αυτά τα λόγια θα τα έλεγα και αν ζούσε ο Αχιλλέας, και τώρα πάλι, που έχει πεθάνει, τα λέω σε σας. Γιατί εσείς δεν έχετε δώσει καμιάν άλλη μάχη που να μη την έχω δώσει κι εγώ μαζί σας· για τα δικά μου ωστόσο παράτολμα εγχειρήματα κανένας σας δεν ξέρει τίποτα. [2] Κι όμως, στις μάχες που δώσαμε μαζί, ακόμη κι αν πολεμούσατε καλά, δεν θα 'βγαινε τίποτε παραπάνω, με τα δικά μου όμως παράτολμα εγχειρήματα, στα οποία ριχνόμουν μόνος μου, θα κατορθώνονταν, αν πετύχαινα, όλ᾽ αυτά για τα οποία έχουμε έλθει στην Τροία, ενώ, αν αποτύγχανα, απλώς θα χάνατε εμένα — όλο κι όλο έναν άνθρωπο. Γιατί δεν έχουμε έλθει εδώ για να πολεμήσουμε τους Τρώες αλλά για να πάρουμε πίσω την Ελένη και να κυριέψουμε την Τροία. [3] Αυτά όμως όλα υπήρχαν μέσα στα εγχειρήματά μου. Γιατί υπήρχε χρησμός ότι η Τροία δεν κυριεύεται, αν προηγουμένως δεν πάρουμε πίσω το άγαλμα της θεάς που μας το 'κλεψαν — και ποιός άλλος παρά εγώ είναι αυτός που έφερε εδώ το άγαλμα; Και τον άνθρωπο αυτόν εσύ τον κατηγορείς για ιεροσυλία. Τίποτα δεν ξέρεις εσύ, ο οποίος χαρακτηρίζεις ιερόσυλο τον άνθρωπο που ξανάφερε το άγαλμα της θεάς κι όχι τον Αλέξανδρο που μας το είχε πάρει κρυφά. [4] Κι ενώ όλοι σας εύχεσθε να κυριευθεί η Τροία, στιγματίζεις ως ιερόσυλον εμένα, ο οποίος βρήκα με ποιόν τρόπο θα γίνει αυτό;
Αλλά αν ήταν ωραίο πράγμα να κυριευθεί η Τροία, εξίσου ωραίο είναι να βρεθεί και πώς θα γίνει αυτό. Κι ενώ οι άλλοι με ευγνωμονούν, εσύ με χλευάζεις κιόλας· γιατί από την άγνοια, δεν ξέρεις τίποτα για το καλό που σου 'χει γίνει. [5] Κι όσο για μένα, δεν σε κατακρίνω για την άγνοια —χωρίς τη θέλησή σου συμβαίνει αυτό, και σε σένα και στους άλλους— σε κατακρίνω όμως που δεν μπορείς να παραδεχτείς ότι έχεις σωθεί με τη δική μου καταισχύνη, και που απειλείς κι από πάνω ότι θα κάνεις κακό σ' αυτούς τους ανθρώπους, αν αποφασίσουν με την ψήφο τους ότι τα όπλα πρέπει να δοθούν σ᾽ εμένα. Θα απειλήσεις πολλές φορές και πολλά πράγματα προτού κάνεις έστω το παραμικρό. Αν πάντως πρέπει να συμπεράνω με βάση το τί είναι πιθανό, νομίζω ότι με το μάνιασμά σου θα προξενήσεις κακό στον ίδιο σου τον εαυτό. [6] Και καταλογίζεις σ' εμένα δειλία, επειδή έκανα κακό στους εχθρούς στα κρυφά· εσύ ωστόσο ήσουν ανόητος, γιατί του κάκου πάσχιζες μπροστά σε όλους. Ή μήπως φαντάζεσαι πως είσαι πιο άξιος επειδή το έκανες αυτό μαζί με όλους τους άλλους; Και μιλάς έπειτα σ' εμένα για αρετή; Εσύ που πρώτα'πρώτα δεν ξέρεις πώς θα 'πρεπε να πολεμάει κανείς, αλλά που ορμώντας μανιασμένα σαν αγριογούρουνο θα σκοτωθείς καμιά φορά μόνος σου με κακό τρόπο, πέφτοντας επάνω στο σπαθί σου. Δεν ξέρεις ότι ο άξιος άνδρας τίποτα δεν μπορεί να πάθει, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από το φίλο του, ούτε από τους εχθρούς του; [7] Κι εσύ χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή τούτοι εδώ σε λένε γενναίο· εγώ, αντίθετα, λέω πως είσαι ο πιο δειλός απ' όλους κι αυτός που φοβάται περισσότερο το θάνατο. Καταρχάς έχεις όπλα άθραυστα και άτρωτα, χάρη στα οποία, λένε, είναι αδύνατο να τραυματιστείς. Τί θα 'κανες όμως, αν ορμούσε επάνω σου κάποιος από τους εχθρούς κρατώντας τέτοια όπλα; Αλήθεια, όμορφο πράγμα θα 'ταν και θαυμάσιο, αν κανένας από τους δυο σας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα! Κι έπειτα, πάλι, νομίζεις πως διαφέρει σε κάτι το να έχει κανείς τέτοια όπλα από το να κάθεται προστατευμένος μέσα σ᾽ ένα τείχος; Κι όπως λες, μόνον εσύ δεν έχεις ένα τείχος· ε, λοιπόν: μόνον εσύ περιφέρεσαι κρατώντας μπροστά σου ένα τείχος από εφτά δέρματα βοδιού. [8]
Ενώ εγώ, όχι μόνο προχωρώ άοπλος προς τα τείχη των εχθρών αλλά περνάω μεσ' από αυτά και συλλαμβάνω τους άγρυπνους φρουρούς με τα όπλα τους, κι είμαι συνάμα αρχηγός και φρουρός, και δικός σου και όλων των άλλων, και ξέρω τί συμβαίνει εδώ και τί στους εχθρούς, όχι στέλνοντας κάποιον άλλο για να κατασκοπεύσει, αλλά πηγαίνοντας ο ίδιος, σαν τους καραβοκύρηδες που προσέχουν νύχτα'μέρα πώς να διαφυλάξουν τους ναύτες, έτσι κι εγώ φυλάω και εσένανε και τους άλλους όλους. [9] Δεν υπάρχει επικίνδυνο εγχείρημα με το οποίο θα μπορούσα να προξενήσω κάποιο κακό στους εχθρούς που να το απέφυγα· ούτε πάλι, από σφοδρή επιθυμία να φανώ γενναίος, θα έδειχνα θάρρος, όταν επρόκειτο να με δουν κάποιοι· αλλά αν υπήρχε η δυνατότητα να κάνω κάτι κακό στους εχθρούς, είτε δούλος ήμουν είτε ελεεινός και άθλιος που τον μαστιγώνουν, θα το επιχειρούσα, ακόμη κι αν δεν θα το έβλεπε κανένας. Γιατί ο πόλεμος δεν ζητάει επίφαση, αλλά να πράττεις — πάντοτε, και την ημέρα και τη νύχτα. Ούτε έχω κάποια ορισμένα όπλα, στα οποία προκαλώ τους εχθρούς να αναμετρηθούμε, αλλά είμαι πάντοτε έτοιμος να τα βάλω και με έναν και με πολλούς, με όποιον τρόπο θέλουν. [10] Κι ούτε πάλι, άμα αποκάμω στη μάχη, δίνω το όπλο σε κάποιον άλλο, αλλά ρίχνομαι στους εχθρούς τη νύχτα, την ώρα που αναπαύονται, με όπλα τέτοια που να τους προξενήσουν την πιο μεγάλη ζημιά. Ούτε έχει συμβεί ποτέ ώς τώρα να με κρατήσει η νύχτα μακριά από τη μάχη, όπως εσέναν, που πολλές φορές σε σταμάτησε, προς μεγάλη σου χαρά. Αλλά την ώρα που εσύ ροχαλίζεις, εγώ φυλάω τη ζωή σου και προξενώ πάντοτε κάποιο κακό στους εχθρούς, κρατώντας αυτά τα όπλα, που ταιριάζουν σε δούλο, με τα κουρέλια και με τα λουριά των μαστιγίων, χάρη στα οποία εσύ κοιμάσαι ήσυχος. [11]
Νομίζεις πως, επειδή πήρες κι έφερες τον νεκρό, είσαι γενναίος; Αν δεν μπορούσες να τον φέρεις εσύ, θα τον έφερναν δύο άνδρες, κι ίσως έπειτα να φιλονικούσαν κι εκείνοι μ᾽ εμάς για την αρετή. Κι εγώ μεν θα έλεγα και σ' αυτούς τα ίδια πράγματα, εσύ όμως τί θα τους έλεγες; Ή μήπως δεν θα νοιαζόσουν για τους δύο, ενώ, αν επρόκειτο για έναν, θα ντρεπόσουν να παραδεχτείς πως είσαι πιο δειλός από αυτόν; [12] Δεν ξέρεις ότι τους Τρώες δεν τους ενδιέφερε ο νεκρός αλλά πώς θα έπαιρναν πίσω τα όπλα; Τον νεκρό θα τον παρέδιδαν, τα όπλα όμως μπορούσαν να τα αφιερώσουν στους θεούς, στα ιερά. Γιατί σε ό, τι αφορά στους νεκρούς, απρέπεια δεν είναι το να μη τους σηκώνεις για να τους θάψεις, αλλά να μη τους παραδίδεις για ταφή. Εσύ λοιπόν έφερες κάτι που έτσι κι αλλιώς ήταν σίγουρο, ενώ εγώ τους αφαίρεσα ό, τι θα μπορούσε να μας καταντροπιάσει. [13]
Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν. [14] Πιστεύω ότι αν ποτέ φανεί ένας ποιητής που να ξέρει από αρετή, εμένα θα με παρουσιάσει να έχω πολύ κακοπαθήσει, πολλά σκεφτεί, πολλά σοφιστεί — έναν πορθητή που μόνος του κυρίεψε την Τροία· ενώ εσένα, καθώς πιστεύω, θα σε παραστήσει μ' ένα φυσικό όμοιο με τα τεμπέλικα γαϊδούρια και τα βόδια που βόσκουν και που αφήνουν τους άλλους να τα δένουν και να τα ζεύουν.
(ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ - Οδυσσεύς ή Οδυσσέως λόγος
Μετ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος.
Οι Αρχαίοι Κυνικοί. Αποσπάσματα και μαρτυρίες. Επιμέλεια κειμένων, μετάφραση, σχολιασμός. Αθήνα: Εκδόσεις «Γνώση». © 1998 Εκδόσεις «Γνώση»)
ΠΗΓΗ:
Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
Φθόνον δὲ καὶ ἀμαθίαν νοσεῖς, κακῶν ἐναντιώτατα αὑτοῖς· καὶ ὁ μέν σε ἐπιθυμεῖν ποιεῖ τῶν καλῶν, ἡ δὲ ἀποτρέπει. ἀνθρώπινον μὲν οὖν τι πέπονθας· διότι γὰρ ἰσχυρός, οἴει καὶ ἀνδρεῖος εἶναι, καὶ οὐκ οἶσθα ὅτι σοφίᾳ περὶ πόλεμον καὶ ἀνδρείᾳ οὐ ταὐτόν ἐστιν ἰσχῦσαι, ἀμαθία δὲ κακὸν μέγιστον τοῖς ἔχουσιν...
Αντισθένης ( 445-360 π.Χ.)
Οδυσσεύς ή Οδυσσέως λόγος (1-14)
[1] Δεν απευθύνεται μόνο σ' εσένα ο λόγος που σηκώθηκα να πω αλλά και σ' όλους τους άλλους· γιατί έχω κάνει περισσότερα καλά στο στράτευμα εγώ απ' όσα όλοι εσείς. Κι αυτά τα λόγια θα τα έλεγα και αν ζούσε ο Αχιλλέας, και τώρα πάλι, που έχει πεθάνει, τα λέω σε σας. Γιατί εσείς δεν έχετε δώσει καμιάν άλλη μάχη που να μη την έχω δώσει κι εγώ μαζί σας· για τα δικά μου ωστόσο παράτολμα εγχειρήματα κανένας σας δεν ξέρει τίποτα. [2] Κι όμως, στις μάχες που δώσαμε μαζί, ακόμη κι αν πολεμούσατε καλά, δεν θα 'βγαινε τίποτε παραπάνω, με τα δικά μου όμως παράτολμα εγχειρήματα, στα οποία ριχνόμουν μόνος μου, θα κατορθώνονταν, αν πετύχαινα, όλ᾽ αυτά για τα οποία έχουμε έλθει στην Τροία, ενώ, αν αποτύγχανα, απλώς θα χάνατε εμένα — όλο κι όλο έναν άνθρωπο. Γιατί δεν έχουμε έλθει εδώ για να πολεμήσουμε τους Τρώες αλλά για να πάρουμε πίσω την Ελένη και να κυριέψουμε την Τροία. [3] Αυτά όμως όλα υπήρχαν μέσα στα εγχειρήματά μου. Γιατί υπήρχε χρησμός ότι η Τροία δεν κυριεύεται, αν προηγουμένως δεν πάρουμε πίσω το άγαλμα της θεάς που μας το 'κλεψαν — και ποιός άλλος παρά εγώ είναι αυτός που έφερε εδώ το άγαλμα; Και τον άνθρωπο αυτόν εσύ τον κατηγορείς για ιεροσυλία. Τίποτα δεν ξέρεις εσύ, ο οποίος χαρακτηρίζεις ιερόσυλο τον άνθρωπο που ξανάφερε το άγαλμα της θεάς κι όχι τον Αλέξανδρο που μας το είχε πάρει κρυφά. [4] Κι ενώ όλοι σας εύχεσθε να κυριευθεί η Τροία, στιγματίζεις ως ιερόσυλον εμένα, ο οποίος βρήκα με ποιόν τρόπο θα γίνει αυτό;
Αλλά αν ήταν ωραίο πράγμα να κυριευθεί η Τροία, εξίσου ωραίο είναι να βρεθεί και πώς θα γίνει αυτό. Κι ενώ οι άλλοι με ευγνωμονούν, εσύ με χλευάζεις κιόλας· γιατί από την άγνοια, δεν ξέρεις τίποτα για το καλό που σου 'χει γίνει. [5] Κι όσο για μένα, δεν σε κατακρίνω για την άγνοια —χωρίς τη θέλησή σου συμβαίνει αυτό, και σε σένα και στους άλλους— σε κατακρίνω όμως που δεν μπορείς να παραδεχτείς ότι έχεις σωθεί με τη δική μου καταισχύνη, και που απειλείς κι από πάνω ότι θα κάνεις κακό σ' αυτούς τους ανθρώπους, αν αποφασίσουν με την ψήφο τους ότι τα όπλα πρέπει να δοθούν σ᾽ εμένα. Θα απειλήσεις πολλές φορές και πολλά πράγματα προτού κάνεις έστω το παραμικρό. Αν πάντως πρέπει να συμπεράνω με βάση το τί είναι πιθανό, νομίζω ότι με το μάνιασμά σου θα προξενήσεις κακό στον ίδιο σου τον εαυτό. [6] Και καταλογίζεις σ' εμένα δειλία, επειδή έκανα κακό στους εχθρούς στα κρυφά· εσύ ωστόσο ήσουν ανόητος, γιατί του κάκου πάσχιζες μπροστά σε όλους. Ή μήπως φαντάζεσαι πως είσαι πιο άξιος επειδή το έκανες αυτό μαζί με όλους τους άλλους; Και μιλάς έπειτα σ' εμένα για αρετή; Εσύ που πρώτα'πρώτα δεν ξέρεις πώς θα 'πρεπε να πολεμάει κανείς, αλλά που ορμώντας μανιασμένα σαν αγριογούρουνο θα σκοτωθείς καμιά φορά μόνος σου με κακό τρόπο, πέφτοντας επάνω στο σπαθί σου. Δεν ξέρεις ότι ο άξιος άνδρας τίποτα δεν μπορεί να πάθει, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από το φίλο του, ούτε από τους εχθρούς του; [7] Κι εσύ χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή τούτοι εδώ σε λένε γενναίο· εγώ, αντίθετα, λέω πως είσαι ο πιο δειλός απ' όλους κι αυτός που φοβάται περισσότερο το θάνατο. Καταρχάς έχεις όπλα άθραυστα και άτρωτα, χάρη στα οποία, λένε, είναι αδύνατο να τραυματιστείς. Τί θα 'κανες όμως, αν ορμούσε επάνω σου κάποιος από τους εχθρούς κρατώντας τέτοια όπλα; Αλήθεια, όμορφο πράγμα θα 'ταν και θαυμάσιο, αν κανένας από τους δυο σας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα! Κι έπειτα, πάλι, νομίζεις πως διαφέρει σε κάτι το να έχει κανείς τέτοια όπλα από το να κάθεται προστατευμένος μέσα σ᾽ ένα τείχος; Κι όπως λες, μόνον εσύ δεν έχεις ένα τείχος· ε, λοιπόν: μόνον εσύ περιφέρεσαι κρατώντας μπροστά σου ένα τείχος από εφτά δέρματα βοδιού. [8]
Ενώ εγώ, όχι μόνο προχωρώ άοπλος προς τα τείχη των εχθρών αλλά περνάω μεσ' από αυτά και συλλαμβάνω τους άγρυπνους φρουρούς με τα όπλα τους, κι είμαι συνάμα αρχηγός και φρουρός, και δικός σου και όλων των άλλων, και ξέρω τί συμβαίνει εδώ και τί στους εχθρούς, όχι στέλνοντας κάποιον άλλο για να κατασκοπεύσει, αλλά πηγαίνοντας ο ίδιος, σαν τους καραβοκύρηδες που προσέχουν νύχτα'μέρα πώς να διαφυλάξουν τους ναύτες, έτσι κι εγώ φυλάω και εσένανε και τους άλλους όλους. [9] Δεν υπάρχει επικίνδυνο εγχείρημα με το οποίο θα μπορούσα να προξενήσω κάποιο κακό στους εχθρούς που να το απέφυγα· ούτε πάλι, από σφοδρή επιθυμία να φανώ γενναίος, θα έδειχνα θάρρος, όταν επρόκειτο να με δουν κάποιοι· αλλά αν υπήρχε η δυνατότητα να κάνω κάτι κακό στους εχθρούς, είτε δούλος ήμουν είτε ελεεινός και άθλιος που τον μαστιγώνουν, θα το επιχειρούσα, ακόμη κι αν δεν θα το έβλεπε κανένας. Γιατί ο πόλεμος δεν ζητάει επίφαση, αλλά να πράττεις — πάντοτε, και την ημέρα και τη νύχτα. Ούτε έχω κάποια ορισμένα όπλα, στα οποία προκαλώ τους εχθρούς να αναμετρηθούμε, αλλά είμαι πάντοτε έτοιμος να τα βάλω και με έναν και με πολλούς, με όποιον τρόπο θέλουν. [10] Κι ούτε πάλι, άμα αποκάμω στη μάχη, δίνω το όπλο σε κάποιον άλλο, αλλά ρίχνομαι στους εχθρούς τη νύχτα, την ώρα που αναπαύονται, με όπλα τέτοια που να τους προξενήσουν την πιο μεγάλη ζημιά. Ούτε έχει συμβεί ποτέ ώς τώρα να με κρατήσει η νύχτα μακριά από τη μάχη, όπως εσέναν, που πολλές φορές σε σταμάτησε, προς μεγάλη σου χαρά. Αλλά την ώρα που εσύ ροχαλίζεις, εγώ φυλάω τη ζωή σου και προξενώ πάντοτε κάποιο κακό στους εχθρούς, κρατώντας αυτά τα όπλα, που ταιριάζουν σε δούλο, με τα κουρέλια και με τα λουριά των μαστιγίων, χάρη στα οποία εσύ κοιμάσαι ήσυχος. [11]
Νομίζεις πως, επειδή πήρες κι έφερες τον νεκρό, είσαι γενναίος; Αν δεν μπορούσες να τον φέρεις εσύ, θα τον έφερναν δύο άνδρες, κι ίσως έπειτα να φιλονικούσαν κι εκείνοι μ᾽ εμάς για την αρετή. Κι εγώ μεν θα έλεγα και σ' αυτούς τα ίδια πράγματα, εσύ όμως τί θα τους έλεγες; Ή μήπως δεν θα νοιαζόσουν για τους δύο, ενώ, αν επρόκειτο για έναν, θα ντρεπόσουν να παραδεχτείς πως είσαι πιο δειλός από αυτόν; [12] Δεν ξέρεις ότι τους Τρώες δεν τους ενδιέφερε ο νεκρός αλλά πώς θα έπαιρναν πίσω τα όπλα; Τον νεκρό θα τον παρέδιδαν, τα όπλα όμως μπορούσαν να τα αφιερώσουν στους θεούς, στα ιερά. Γιατί σε ό, τι αφορά στους νεκρούς, απρέπεια δεν είναι το να μη τους σηκώνεις για να τους θάψεις, αλλά να μη τους παραδίδεις για ταφή. Εσύ λοιπόν έφερες κάτι που έτσι κι αλλιώς ήταν σίγουρο, ενώ εγώ τους αφαίρεσα ό, τι θα μπορούσε να μας καταντροπιάσει. [13]
Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν. [14] Πιστεύω ότι αν ποτέ φανεί ένας ποιητής που να ξέρει από αρετή, εμένα θα με παρουσιάσει να έχω πολύ κακοπαθήσει, πολλά σκεφτεί, πολλά σοφιστεί — έναν πορθητή που μόνος του κυρίεψε την Τροία· ενώ εσένα, καθώς πιστεύω, θα σε παραστήσει μ' ένα φυσικό όμοιο με τα τεμπέλικα γαϊδούρια και τα βόδια που βόσκουν και που αφήνουν τους άλλους να τα δένουν και να τα ζεύουν.
(ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ - Οδυσσεύς ή Οδυσσέως λόγος
Μετ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος.
Οι Αρχαίοι Κυνικοί. Αποσπάσματα και μαρτυρίες. Επιμέλεια κειμένων, μετάφραση, σχολιασμός. Αθήνα: Εκδόσεις «Γνώση». © 1998 Εκδόσεις «Γνώση»)
ΠΗΓΗ:
Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015
προς τα πίσω οδεύοντας...
Μακραίνουν, μικραίνουν οι ενθυμήσεις, οι διηγήσεις,
η πραγματικότητα έχει αλλάξει
και σου εμποδίζει τη φαντασία...

Γιάννης Σταύρου, Καμάρα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Ζωή Καρέλλη
Η στενή πύλη
(Αψίς Γαλερίου, Θεσσαλονίκη 1959)
Ονομασία της οδού Εγνατία,
από Βασιλευούσης μέχρι Δυρραχίου
δόξα του Βυζαντίου
στην πατρίδα, τότε,
«περικλεεστάτη, λογία, πρεσβυτάτη»
αυτή έχει μείνει, τώρα,
απομεινάρι της απέραντης κυριαρχίας,
της αχανούς επικράτειας.
Καθώς έχει διανοιχτεί, κοινή,
πόλης αρκετά μεγάλης, βέβαια∙
με τις καινούργιες πολυκατοικίες,
τα φαρδιά πεζοδρόμια, δε στερείται
σημασίας τούτη της πολιτείας η αρτηρία.
Άλλη όμως η δική μου αφετηρία,
απ' όπου προσπαθώ να ξεκινήσω,
προς τα πίσω οδεύοντας.
Γνώση της ιστορίας, της μοίρας
του Ελληνισμού φιλοδοξίες
και κάποιες ευτυχισμένες του έθνους στιγμές.
Είσοδος του Ελληνικού στρατού,
ελευθερία τη μέρα της γιορτής του Πολιούχου.
Παρελάσεις, ζητωκραυγές,
ύστερα, οδομαχίες, φωτιές...
Μακραίνουν, μικραίνουν οι ενθυμήσεις, οι διηγήσεις,
η πραγματικότητα έχει αλλάξει
και σου εμποδίζει τη φαντασία
ο δρόμος ευρύς, καλοστρωμένος
προκαλεί νόμιμη αδιαφορία.
Μνήμη αχνή, παιδική,
όταν η αψίδα του Γαλερίου
με τα τριμμένα, γεμάτα σκόνη ανάγλυφα,
κατείχε το χώρο, επιβλητική
και σ' αυτή γύρω, συγκεντρωμένα
τα μικρομάγαζα και τα πιο μεγάλα
καταστήματα, κάπως καινούργια, τότε -
τα μεγάλα σπίτια με τις κλεισμένες,
αρχοντικές αυλές και τα μικρότερα,
όλα τριγύρω στην Καμάρα.
Εκεί γύρω, πυκνώνονταν οι συνοικίες μας,
ημών των υποτελών μαζί κι' οι εκκλησιές μας.
Νοσταλγία. Πώς αισθανόσουν, τότε,
τον εαυτό σου, μέσα στην πόλη σου !
Βεβαιότητα για τα γνωστά, στέρεα πλαίσια.
– Σχεδόν τίποτα, δεν έχει απομείνει
απ' την παλιά Θεσσαλονίκη
με τους αυστηρούς της αστούς.
Παρατηρώ την παραμερισμένην αψίδα
του Γαλερίου, αυτοκράτορος των Ρωμαίων,
έτος 300 περίπου μ.Χ.
Προς το δείλι,
σκιές κυανές και οι ρόδινες
προσέρχονται απ' τα γύρω στενορύμια,
αυτές προσθέτουν τη μουσική
ασύλληπτων ήχων στο αρχαίο μνημείο.
Ανάβουν ύστερα, ηλεκτρικοί γλόμποι,
μάλλον φτωχικοί.
Ώσπου,
πάνω απ' τα σπίτια της πόλης,
να υψωθεί η σελήνη μαγεύουσα.
Αυτή αφήνει να φανερωθεί η σιωπηλή κουστωδία:
στρατιές, οι αρχοντικές παραστάσεις,
οι μάχες, δηώσεις, σφαγές.
Πού να περάσουν όλες αυτές
οι μεγάλες ιστορικές ώρες, να χωρέσουν
φοβερές και ογκώδεις, οι τρομερές κραυγές
θριάμβου και πόνου, τώρα φανταστικές,
κάτω απ' το χαμηλό τόξο, που βαστά
τη μεγαλοπρέπεια τόσου βίου,
με μικρή πια την επιβολή !
Εγνατία Οδός
κι εσύ της Αψίδας πύλη στενή,
προς το μέλλον της μνήμης πορεία,
της ψυχής οδηγία διαρκής.
Πηγή: TRANSLATUM
η πραγματικότητα έχει αλλάξει
και σου εμποδίζει τη φαντασία...

Γιάννης Σταύρου, Καμάρα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Ζωή Καρέλλη
Η στενή πύλη
(Αψίς Γαλερίου, Θεσσαλονίκη 1959)
Ονομασία της οδού Εγνατία,
από Βασιλευούσης μέχρι Δυρραχίου
δόξα του Βυζαντίου
στην πατρίδα, τότε,
«περικλεεστάτη, λογία, πρεσβυτάτη»
αυτή έχει μείνει, τώρα,
απομεινάρι της απέραντης κυριαρχίας,
της αχανούς επικράτειας.
Καθώς έχει διανοιχτεί, κοινή,
πόλης αρκετά μεγάλης, βέβαια∙
με τις καινούργιες πολυκατοικίες,
τα φαρδιά πεζοδρόμια, δε στερείται
σημασίας τούτη της πολιτείας η αρτηρία.
Άλλη όμως η δική μου αφετηρία,
απ' όπου προσπαθώ να ξεκινήσω,
προς τα πίσω οδεύοντας.
Γνώση της ιστορίας, της μοίρας
του Ελληνισμού φιλοδοξίες
και κάποιες ευτυχισμένες του έθνους στιγμές.
Είσοδος του Ελληνικού στρατού,
ελευθερία τη μέρα της γιορτής του Πολιούχου.
Παρελάσεις, ζητωκραυγές,
ύστερα, οδομαχίες, φωτιές...
Μακραίνουν, μικραίνουν οι ενθυμήσεις, οι διηγήσεις,
η πραγματικότητα έχει αλλάξει
και σου εμποδίζει τη φαντασία
ο δρόμος ευρύς, καλοστρωμένος
προκαλεί νόμιμη αδιαφορία.
Μνήμη αχνή, παιδική,
όταν η αψίδα του Γαλερίου
με τα τριμμένα, γεμάτα σκόνη ανάγλυφα,
κατείχε το χώρο, επιβλητική
και σ' αυτή γύρω, συγκεντρωμένα
τα μικρομάγαζα και τα πιο μεγάλα
καταστήματα, κάπως καινούργια, τότε -
τα μεγάλα σπίτια με τις κλεισμένες,
αρχοντικές αυλές και τα μικρότερα,
όλα τριγύρω στην Καμάρα.
Εκεί γύρω, πυκνώνονταν οι συνοικίες μας,
ημών των υποτελών μαζί κι' οι εκκλησιές μας.
Νοσταλγία. Πώς αισθανόσουν, τότε,
τον εαυτό σου, μέσα στην πόλη σου !
Βεβαιότητα για τα γνωστά, στέρεα πλαίσια.
– Σχεδόν τίποτα, δεν έχει απομείνει
απ' την παλιά Θεσσαλονίκη
με τους αυστηρούς της αστούς.
Παρατηρώ την παραμερισμένην αψίδα
του Γαλερίου, αυτοκράτορος των Ρωμαίων,
έτος 300 περίπου μ.Χ.
Προς το δείλι,
σκιές κυανές και οι ρόδινες
προσέρχονται απ' τα γύρω στενορύμια,
αυτές προσθέτουν τη μουσική
ασύλληπτων ήχων στο αρχαίο μνημείο.
Ανάβουν ύστερα, ηλεκτρικοί γλόμποι,
μάλλον φτωχικοί.
Ώσπου,
πάνω απ' τα σπίτια της πόλης,
να υψωθεί η σελήνη μαγεύουσα.
Αυτή αφήνει να φανερωθεί η σιωπηλή κουστωδία:
στρατιές, οι αρχοντικές παραστάσεις,
οι μάχες, δηώσεις, σφαγές.
Πού να περάσουν όλες αυτές
οι μεγάλες ιστορικές ώρες, να χωρέσουν
φοβερές και ογκώδεις, οι τρομερές κραυγές
θριάμβου και πόνου, τώρα φανταστικές,
κάτω απ' το χαμηλό τόξο, που βαστά
τη μεγαλοπρέπεια τόσου βίου,
με μικρή πια την επιβολή !
Εγνατία Οδός
κι εσύ της Αψίδας πύλη στενή,
προς το μέλλον της μνήμης πορεία,
της ψυχής οδηγία διαρκής.
Πηγή: TRANSLATUM
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015
αλλά δεν έβρεξε...
Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα...
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα...
Γιάννης Κοντός
Κενή ώρα
Κρύβομαι πίσω από το λοφάκι
του χρόνου και μένω στάσιμος
στις εξελίξεις και στον πολιτισμό.
Μένω πίσω και ησυχάζω
από τις διακυμάνσεις του φωτός
και τις επίμονες ματιές σου.
Έρχεται ένα άσπρο,
ένας ασβέστης, ένα ουδέτερο.
Ήτανε απογευματάκι,
και πώς νύχτωσε απότομα.
Όπως λέμε: "Καλό δρόμο".
Κάτι σύννεφα πήγαν
να βελάξουν, αλλά δεν έβρεξε.
Στο σχολείο, εκείνη την ώρα,
παίζαμε. Τώρα μας παίζουν άλλοι.
Πώς να σε πάρει ο ύπνος
Πώς να σε πάρει ο ύπνος με τέτοιες μυρουδιές
ένα γύρο σου;
Θαμμένοι σ’ ένα σπίτι αποστειρωμένο,
μέσα σε γάζες και στο οινόπνευμα.
Ακουμπισμένοι στο γραμμόφωνο που παίζει
τα τραγούδια που μας έκαναν άντρες.
Περνούμε κάτι βδομάδες
όλο αργές
και επικίνδυνα σιωπηλές
Κυριακές.
Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα.
Μόνο ο κρεμασμένος μένει στη θέση του
– στον στύλο του ηλεκτρικού –
Και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ.
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015
Κι έτσι εγώ, μόνος, παίζω πολλά πρόσωπα...
μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ,
θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι...
Nor I nor any man that but man is
With nothing shall be pleased, till he be eased
With being nothing...
Γιάννης Σταύρου, Το μήλο της γνώσης, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
Ο Βασιλιάς Ριχάρδος ο Δεύτερος
(απόσπασμα από μονόλογο, Ε' Σκηνή, E' Πράξη)
Έλεγα πως μπορώ να παρομοιάσω
τούτη τη φυλακή μου με τον κόσμο.
Μα επειδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι,
και εδώ δεν υπάρχει άλλη ψυχή από εμένα,
δεν το πετυχαίνω.
Κι όμως θα το βρω.
Το μυαλό μου,
θα γίνει για το πνεύμα μου η γυναίκα.
Το πνεύμα μου ο πατέρας.
Κι” από το γάμο αυτό,
θα ‘ρθει ένα γένος στοχασμών,
που ολοένα θα γεννούνε.
Κι όλοι αυτοί οι στοχασμοί
θα πλημμυρήσουν το μικρό τούτον κόσμο,
ταραγμένοι καθώς του κόσμου οι άνθρωποι.
Γιατί ευχαριστημένοι στοχασμοί δεν υπάρχουν.
Ακόμη κι οι καλύτεροι,
όπως οι στοχασμοί μας για τα Θεία,
είναι γεμάτοι δισταγμούς
και βάζουν ως και το Θείο το Λόγο
αντίθετα στον ίδιο το Θείο Λόγο, όπως:
«Αφήστε τα παιδιά να “ρθούνε» από τη μια,
κι από την άλλη: «Είν” έτσι δύσκολο να “ρθει κανένας,
όπως να περάσει μια καμήλα από το μάτι της βελόνας»!
Στοχασμοί με φιλόδοξους σκοπούς
σχεδιάζουν θαύματα ακατόρθωτα:
πώς θα μπορούσαν τ” αδύνατα αυτά νύχια
ν” ανοίξουν ένα πέρασμα
μες από τα πετρένια του σκληρού τούτου κόσμου πλευρά,
τους άγριους τοίχους αυτής της φυλακής,
και μην μπορώντας,
πεθαίνουν από την ίδια τους την περηφάνια.
Στοχασμοί που γυρεύουν ησυχία
κολακεύονται, τάχα,
πως δεν είναι ούτε οι πρώτοι που ‘ναι σκλάβοι της τύχης,
ούτε θα ‘ναι κι οι τελευταίοι.
Σαν τους άθλιους αλήτες που δεμένοι στο στύλο,
αποξεχνούνε τη ντροπή τους
με τη σκέψη πώς κι άλλοι έχουν σταθεί
στον ίδιο στύλο όπως αυτοί
και βρίσκουν σ” αυτόν το στοχασμό κάποια ανακούφιση,
βαστώντας τη δική τους δυστυχία
με τις πλάτες εκείνων
που υποφέρανε το ίδιο πριν απ” αυτούς.
Κι έτσι εγώ, μόνος, παίζω πολλά πρόσωπα
και ούτ” ένα απ” τα πολλά ευχαριστημένο.
Καμιά φορά είμαι βασιλιάς, και τότε
ή προδοσία με κάνει να ποθώ
τη ζωή του ζητιάνου.
Γίνομαι ζητιάνος,
Κι η ανυπόφορη στέρηση με πείθει
πως πιο καλά ήμουν βασιλιάς.
Και να: ξαναφορώ το στέμμα.
Μα σε λίγο,
θυμάμαι πώς μου το ‘χει πάρει ο Μπόλιμπροκ,
κι ευθύς δεν είμαι τίποτα.
Όμως ό,τι κι αν είμαι,
μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ,
θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι.
William Shakespeare
King Richard II
(Act V, Scene 5, extract)
I have been studying how I may compare
This prison where I live unto the world:
And for because the world is populous
And here is not a creature but myself,
I cannot do it; yet I'll hammer it out.
My brain I'll prove the female to my soul,
My soul the father; and these two beget
A generation of still-breeding thoughts,
And these same thoughts people this little world,
In humours like the people of this world,
For no thought is contented. The better sort,
As thoughts of things divine, are intermix'd
With scruples and do set the word itself
Against the word:
As thus, 'Come, little ones,' and then again,
'It is as hard to come as for a camel
To thread the postern of a small needle's eye.'
Thoughts tending to ambition, they do plot
Unlikely wonders; how these vain weak nails
May tear a passage through the flinty ribs
Of this hard world, my ragged prison walls,
And, for they cannot, die in their own pride.
Thoughts tending to content flatter themselves
That they are not the first of fortune's slaves,
Nor shall not be the last; like silly beggars
Who sitting in the stocks refuge their shame,
That many have and others must sit there;
And in this thought they find a kind of ease,
Bearing their own misfortunes on the back
Of such as have before endured the like.
Thus play I in one person many people,
And none contented: sometimes am I king;
Then treasons make me wish myself a beggar,
And so I am: then crushing penury
Persuades me I was better when a king;
Then am I king'd again: and by and by
Think that I am unking'd by Bolingbroke,
And straight am nothing: but whate'er I be,
Nor I nor any man that but man is
With nothing shall be pleased, till he be eased
With being nothing.
θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι...
Nor I nor any man that but man is
With nothing shall be pleased, till he be eased
With being nothing...
Γιάννης Σταύρου, Το μήλο της γνώσης, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
Ο Βασιλιάς Ριχάρδος ο Δεύτερος
(απόσπασμα από μονόλογο, Ε' Σκηνή, E' Πράξη)
Έλεγα πως μπορώ να παρομοιάσω
τούτη τη φυλακή μου με τον κόσμο.
Μα επειδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι,
και εδώ δεν υπάρχει άλλη ψυχή από εμένα,
δεν το πετυχαίνω.
Κι όμως θα το βρω.
Το μυαλό μου,
θα γίνει για το πνεύμα μου η γυναίκα.
Το πνεύμα μου ο πατέρας.
Κι” από το γάμο αυτό,
θα ‘ρθει ένα γένος στοχασμών,
που ολοένα θα γεννούνε.
Κι όλοι αυτοί οι στοχασμοί
θα πλημμυρήσουν το μικρό τούτον κόσμο,
ταραγμένοι καθώς του κόσμου οι άνθρωποι.
Γιατί ευχαριστημένοι στοχασμοί δεν υπάρχουν.
Ακόμη κι οι καλύτεροι,
όπως οι στοχασμοί μας για τα Θεία,
είναι γεμάτοι δισταγμούς
και βάζουν ως και το Θείο το Λόγο
αντίθετα στον ίδιο το Θείο Λόγο, όπως:
«Αφήστε τα παιδιά να “ρθούνε» από τη μια,
κι από την άλλη: «Είν” έτσι δύσκολο να “ρθει κανένας,
όπως να περάσει μια καμήλα από το μάτι της βελόνας»!
Στοχασμοί με φιλόδοξους σκοπούς
σχεδιάζουν θαύματα ακατόρθωτα:
πώς θα μπορούσαν τ” αδύνατα αυτά νύχια
ν” ανοίξουν ένα πέρασμα
μες από τα πετρένια του σκληρού τούτου κόσμου πλευρά,
τους άγριους τοίχους αυτής της φυλακής,
και μην μπορώντας,
πεθαίνουν από την ίδια τους την περηφάνια.
Στοχασμοί που γυρεύουν ησυχία
κολακεύονται, τάχα,
πως δεν είναι ούτε οι πρώτοι που ‘ναι σκλάβοι της τύχης,
ούτε θα ‘ναι κι οι τελευταίοι.
Σαν τους άθλιους αλήτες που δεμένοι στο στύλο,
αποξεχνούνε τη ντροπή τους
με τη σκέψη πώς κι άλλοι έχουν σταθεί
στον ίδιο στύλο όπως αυτοί
και βρίσκουν σ” αυτόν το στοχασμό κάποια ανακούφιση,
βαστώντας τη δική τους δυστυχία
με τις πλάτες εκείνων
που υποφέρανε το ίδιο πριν απ” αυτούς.
Κι έτσι εγώ, μόνος, παίζω πολλά πρόσωπα
και ούτ” ένα απ” τα πολλά ευχαριστημένο.
Καμιά φορά είμαι βασιλιάς, και τότε
ή προδοσία με κάνει να ποθώ
τη ζωή του ζητιάνου.
Γίνομαι ζητιάνος,
Κι η ανυπόφορη στέρηση με πείθει
πως πιο καλά ήμουν βασιλιάς.
Και να: ξαναφορώ το στέμμα.
Μα σε λίγο,
θυμάμαι πώς μου το ‘χει πάρει ο Μπόλιμπροκ,
κι ευθύς δεν είμαι τίποτα.
Όμως ό,τι κι αν είμαι,
μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ,
θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι.
William Shakespeare
King Richard II
(Act V, Scene 5, extract)
I have been studying how I may compare
This prison where I live unto the world:
And for because the world is populous
And here is not a creature but myself,
I cannot do it; yet I'll hammer it out.
My brain I'll prove the female to my soul,
My soul the father; and these two beget
A generation of still-breeding thoughts,
And these same thoughts people this little world,
In humours like the people of this world,
For no thought is contented. The better sort,
As thoughts of things divine, are intermix'd
With scruples and do set the word itself
Against the word:
As thus, 'Come, little ones,' and then again,
'It is as hard to come as for a camel
To thread the postern of a small needle's eye.'
Thoughts tending to ambition, they do plot
Unlikely wonders; how these vain weak nails
May tear a passage through the flinty ribs
Of this hard world, my ragged prison walls,
And, for they cannot, die in their own pride.
Thoughts tending to content flatter themselves
That they are not the first of fortune's slaves,
Nor shall not be the last; like silly beggars
Who sitting in the stocks refuge their shame,
That many have and others must sit there;
And in this thought they find a kind of ease,
Bearing their own misfortunes on the back
Of such as have before endured the like.
Thus play I in one person many people,
And none contented: sometimes am I king;
Then treasons make me wish myself a beggar,
And so I am: then crushing penury
Persuades me I was better when a king;
Then am I king'd again: and by and by
Think that I am unking'd by Bolingbroke,
And straight am nothing: but whate'er I be,
Nor I nor any man that but man is
With nothing shall be pleased, till he be eased
With being nothing.
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015
ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα...
Ό,τι ζει δεν είναι πάντα για καλό
κι ό,τι πεθαίνει δεν είναι πάντα απελπισία...
Γιάννης Σταύρου, Ανταύγειες στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Ποιητικό Υστερόγραφο
Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώνει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν·
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντος μας.
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν...
(αποσπάσματα)
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…
Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.
*
Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.
*
Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετό της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.
κι ό,τι πεθαίνει δεν είναι πάντα απελπισία...
Γιάννης Σταύρου, Ανταύγειες στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Ποιητικό Υστερόγραφο
Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώνει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν·
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντος μας.
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν...
(αποσπάσματα)
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…
Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.
*
Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.
*
Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετό της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015
Συνήθισαν...
έκλαιγε σαν κακό πουλί
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιός ξέρει από πού ήρθε και πώς έφυγε
Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα...
Γιάννης Σταύρου, Δυο μήλα με μαχαίρι, λάδι σε καμβά
Μίλτος Σαχτούρης
Ο Ελεγκτής
Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
ειν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω
Ο σκύλος
Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο
σκισμένο από κοφτερά γυαλιά
ύστερα φάνηκε στον ουρανό
μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού
έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ένα ραγισμένο χέρι λίγα βήματα
ύστερα γίνηκε φωτιά
έκλαιγε σαν κακό πουλί
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιός ξέρει από πού ήρθε και πώς έφυγε
Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα
Τα στίγματα
Ματωμένο μοσχάρι
φράζει τον ουρανό
συνήθισαν
δεν τους πειράζει
καλό κερί
και φτηνό χαμομήλι
μόνο ζητούν
συνήθισαν
τα σιδερένια λουλούδια
να φέγγουν τον ύπνο τους
τις σιδερένιες μύγες να βουίζουν
να πρήζουν τα μάτια τους
συνήθισαν
μονάχα ζητούν
καλό κερί
και φτηνό χαμομήλι
και ματωμένο μοσχάρι
να φράζει
τον ουρανό
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιός ξέρει από πού ήρθε και πώς έφυγε
Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα...
Γιάννης Σταύρου, Δυο μήλα με μαχαίρι, λάδι σε καμβά
Μίλτος Σαχτούρης
Ο Ελεγκτής
Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
ειν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω
Ο σκύλος
Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο
σκισμένο από κοφτερά γυαλιά
ύστερα φάνηκε στον ουρανό
μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού
έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ένα ραγισμένο χέρι λίγα βήματα
ύστερα γίνηκε φωτιά
έκλαιγε σαν κακό πουλί
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιός ξέρει από πού ήρθε και πώς έφυγε
Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα
Τα στίγματα
Ματωμένο μοσχάρι
φράζει τον ουρανό
συνήθισαν
δεν τους πειράζει
καλό κερί
και φτηνό χαμομήλι
μόνο ζητούν
συνήθισαν
τα σιδερένια λουλούδια
να φέγγουν τον ύπνο τους
τις σιδερένιες μύγες να βουίζουν
να πρήζουν τα μάτια τους
συνήθισαν
μονάχα ζητούν
καλό κερί
και φτηνό χαμομήλι
και ματωμένο μοσχάρι
να φράζει
τον ουρανό
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











