t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού...

Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού...

Τ. Σ. Έλιοτ
Έρημη Χώρα
στον Έζρα Πάουντ, "Il miglior fabbro"

Γ΄. Το κήρυγμα της φωτιάς
(απόσπασμα)

Του ποταμού η σκεπή σωριάστηκε· τα στερνά δάχτυλα των φύλλων
Γαντζώνουν και βουλιάζουνε στην όχθη την υγρή. Ο αγέρας
Στην καστανόχρωμη τη γης διαβαίνει, ανάκουστος. Φύγανε οι νύμφες.
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω.
Ο ποταμός δεν κατεβάζει άδειες μποτίλιες, χαρτιά από σάντουιτς,
Μεταξωτά μαντίλια, χαρτονένια κουτιά, αποτσίγαρα
Κι άλλα τεκμήρια θερινών νυχτών. Φύγανε οι νύμφες.
Κι οι φίλοι τους, οι χασομέρηδες κληρονόμοι των διευθυντών του Σίτυ·
Φύγανε, δεν άφησαν διεύθυνση.
Επί των υδάτων Λεμάν κάθισα κι έκλαψα
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, το τραγούδι μου για να πω,
Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά, ’τι δε φωνάζω ούτε φλυαρώ.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου ακούω σε μια παγωμένη ριπή
Το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο γέλιο ν’ απλώνεται. στην ακοή.
Ένα ποντίκι γλίστρησε απαλά μέσα στη βλάστηση
Τη λασπερή του σέρνοντας κοιλιά στην όχθη
Εκεί που ψάρευα στο μουντό κανάλι
Ένα χειμωνιάτικο δειλινό πίσω απ’ το Γκάζι
Ρεμβάζοντας πάνω στου βασιλιά αδελφού μου το ναυάγιο,
Πάνω στου βασιλιά πατέρα μου το θάνατο, πριν από εκείνον.
Λευκά κορμιά γυμνά στο έδαφος το χαμηλό το νοτισμένο
Ριγμένα κόκαλα σε χαμηλή μικρή ξερή σοφίτα,
Κροταλισμένα από του ποντικού το πόδι μόνο, χρόνο με χρόνο.
Αλλά πίσω απ’ τη ράχη μου φορές-φορές ακούω
Ήχους σαλπίγγων κι αυτοκινήτων, που θα φέρουν
Τον Σουήνη στην Κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ω φεγγαράκι μου λαμπρό φέξε της Κυρα-Πόρτερ
Φέξε της κόρης της
Νίβουν τα πόδια τους σε νερό με σόδα
Et O ces voix d’ enfants, chantant dans la coupole !

Tιοτ τιοτ τιοτ
Γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ γιακ
Τόσο βάναυσα χαλασμένη.
Τηρεό


T. S. Eliot (1888-1965)

Ανύπαρχτη Πολιτεία
Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης
Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες
Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει,
Με κάλεσε με τα πρόστυχά του γαλλικά
Για πρόγευμα στο Κάννον Στρήτ Ότέλ
Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Την ώρα τη μενεξεδιά, που τα μάτια κι η ράχη
Ανασηκώνουνται απ’ το γραφείο, που η μηχανή
του ανθρώπου περιμένει
Σαν το ταξί που σφύζει περιμένοντας,
Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές,
Γέροντας με γυναίκειο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,
Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται
Κατά το γυρισμό, και φέρνει το ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,
Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ’ απομεινάρια του πρωινού της
Ανάβει τη θερμάστρα, κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.
Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα
Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,
Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)
Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά
Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα –
Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.
Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,
Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρίας,
Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ’ τους μικρούς
Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη
Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού ’κατομμυριούχου.
Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,
Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,
Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια
Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.
Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·
Χέρια ερευνητικά δε συναντούν αντίσταση·
Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,
Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.
(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ’ τα πριν όλα
Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι είτε κρεβάτι·
Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ’ τα τείχη
Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)
Δίνει ένα στερνό προστατευτικό φιλί,
Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή...
Eκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά,
Πως o εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις·
Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:
«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει»
Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά
Και πάλι, μόνη, βηματίζει απάνω-κάτω,
Μ’ αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά
Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.

«Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»
Και στο μάκρος του Στραν ως το Κουήν Βικτώρια Στρητ.
Ω Πολιτεία Πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω
Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Ταίμς Στρητ,
Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου
Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα
Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι:
Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν
Μια ανεξήγητη λαμπράδα Ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.

Ο ποταμός ιδρώνει
Πετρέλαιο και κατράμι
Τις μαούνες τις παίρνει
Το ρέμα που αλλάζει
Κόκκινα πανιά
Σταβέντο ανοιγμένα
Παίζουνε στη βαριά τους αντένα.
Οι μαούνες σπρώχνουν
Ξύλα στον αφρό
Στου Γκρήνιδζ τον κάβο
Πέρα απ’ το Σκυλονήσι.

Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά

Ο Λέστερ κι η Ελισάβετ
Χτυπώντας τα κουπιά
Η πρύμη σμιλεμένη
Κοχύλι χρυσωμένο
Κόκκινο και χρυσό
Το ρέμα φουσκωμένο
Κυμάτιζε στις άκρες
Φυσώντας ο γαρμπής
Έφερνε με το ρέμα
Ήχους από καμπάνες
Άσπροι πύργοι

Βεγιαλαλά λεγιά
Βάλλαλα λεγιαλαλά

(μτφ Γιώργος Σεφέρης)

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Καταλαβαίναμε την ατομική καταστροφή, την προσωπική ζημιά, τη γενική μιζέρια...

Πώς, πώς θα μπορέσω να γυρίσω ποτέ
στις απαλές γαλήνιες εποχές...

Τ. Σ. Έλιοτ


Δύο χορικά


Λαγάρισε τον αέρα!
Καθάρισε τον ουρανό!
Πλύνε τον άνεμο!
Χώρισε την πέτρα από την πέτρα
και πλύνε τις.
Βρώμικη η γης, βρώμικο το νερό,
τα ζωντανά μας κι εμάς,
μας μόλεψε το αίμα.
Το αίμα βροχή μου τύφλωσε τα μάτια.
Που είναι η Αγγλία ; Που είναι το Κέντ ;
Πού είναι η Καντερβουρία ;
Ω! μακριά.. μακριά.. μακριά..
μακριά στα περασμένα
και πλανιέμαι σε τόπο γεμάτο ξερά κλαδιά:
αν τα τσακίσω, ματώνουν
πλανιέμαι σε τόπο γεμάτο πέτρες ξερές:
αν τις αγγίξω, ματώνουν.
Πώς, πώς θα μπορέσω να γυρίσω ποτέ
στις απαλές γαλήνιες εποχές;
Νύχτα μείνε μαζί μας, σταμάτησε Ήλιε,
κρατήσου εποχή, να μην έρθει η μέρα,
να μην έρθει η άνοιξη.
Πώς να κοιτάξω τη μέρα
και τα κοινά της αντικείμενα,
και να τα ιδώ βαμμένα στο αίμα,
πίσω από το αίμα
που πέφτει σαν παραπέτασμα;
Τίποτε δε γυρέψαμε να γίνει.
Καταλαβαίναμε την ατομική καταστροφή,
την προσωπική ζημιά, τη γενική μιζέρια,
ζώντας και ψευτοζώντας τον τρόμο τη νύχτα
που τελείωνε στην πράξη την καθημερινή,
τον τρόμο τη μέρα που τελειώνει στον ύπνο,
αλλά η κουβέντα στης αγοράς,
το χέρι στη σκούπα,
το νυχτερινό σώριασμα της στάχτης,
το ξύλο στη φωτιά την αυγή,
σ' αυτές τις πράξεις
σταματούσαν τα βάσανα μας.
Είχε το σύνορο της κάθε φρίκη,
είχε ένα κάποιο τέλος κάθε λύπη:
δε μένει καιρός στη ζωή να θλίβεσαι πολύ.
Μα τούτο, τούτο είναι Έξω απ' τη ζωή,
έξω από τον καιρό,
παρούσα αιωνιότητα της αδικίας
και του κακού.
Μας βρώμισε μια λέρα
που δε μπορούμε να καθαρίσουμε,
μέσα στο υπερφυσικό σκουλήκιασμα,
δεν είμαστε μόνο εμείς, δεν είναι το σπίτι,
δεν είναι η πολιτεία μολεμένη,
ο κόσμος ολάκερος είναι βρωμερός.

Λαγάρισε τον αέρα!
Καθάρισε τον ουρανό!
Πλύνε τον άνεμο!
Χώρισε την πέτρα από την πέτρα,
χώρισε το δέρμα από το χέρι,
χώρισε το μυώνα από το κόκαλο,
και πλύνε τα,
Πλύνε την πέτρα, Πλύνε το κόκαλο,
Πλύνε το μυαλό, Πλύνε την ψυχή,
Πλύνε τα Πλύνε τα!

(μτφ Γιώργος Σεφέρης)

T. S. Eliot

Murder in the Cathedral

Chorus

Clean the air! clean the sky! wash the wind! take stone from stone and wash them.
The land is foul, the water is foul, our beasts and outselves are defiled with blood.
A rain of blood has blinded my eyes. Where is England?
where is Kent? where is Canterbury?
O far far far far in the past; and I wander in a land of barren boughs:
if I break them, they bleed; I wander in a land of dry stones:
if I touch them they bleed.
How how can I ever return, to the soft quiet seasons?
Night stay with us, stop sun, hold season, let the day not come,
let the spring not come.
Can I look at the day and its common things, and see them all smeared with blood,
through a curtain of falling blood?
We did not wish anything to happen.
We understood the private catastrophe,
The personal loss, the general misery,
Living and partly living;
The terror by night that ends in daily action,
The terror by day that ends in sleep;
But the talk in the market-place, the hand on the broom,
The night-time heaping of the ashes,
The fuel laid on the fire at daybreak,
These acts marked a limit to our suffering.
Every horror had its definition,
Every sorrow had a kind of end:
In life there is not time to grieve long.
But this, this is out of life, this is out of time,
An instant eternity of evil and wrong.
We are soiled by a filth that we cannot clean, united to
supernatural vermin,
It is not we alone, it is not the house, it is not the city that is
defiled,
But the world that is wholly foul.
Clean the air! clean the sky! wash the wind! take the stone
from the stone, take the skin from the arm, take the
muscle from the bone, and wash them. Wash the stone,
wash the bone, wash the brain, wash the soul, wash
them wash them!

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Σχλολια & ζωγραφική, ζωγράφοι: η ανθρώπινη φύση & τα Δελφικά αποφθέγματα...

Αντί εκλογολογίας, προτείνουμε τα Δελφικά παραγγέλματα, μήπως και συνειδητοποιήσουμε λίγο την κατάσταση μας...

Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν καλύτερα την ανθρώπινη φύση και παρότρυναν στην αρετή...

Εμείς και την ανθρώπινη φύση δεν κατανοούμε πια κι αλίμονο βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στην παρακμή - τι κρίμα...

Δελφικά αποφθέγματα

"Εν δέ τώ προνάω τά έν Δελφοίς γεγραμμένα, έστιν ώφελήματα άνθρώποις"
Παυσανίας

Η ηθική εκπαίδευση και καθοδήγηση των πολιτών ξεκινούσε από τους παιδαγωγούς της νεαρής ηλικίας, και συνεχιζόταν αργότερα στα μαντεία, τα οποία, εκτός από τις χρησμοδοτήσεις τους, έδιναν και ένα πλήθος ηθικών παραγγελμάτων και προτροπών συμβουλευτικού χαρακτήρα για τα προβλήματα της καθημερινής ζωής.

Περίoπτη θέση βέβαια, κατείχε σε όλα αυτά, το διάσημο σε όλο τον κόσμο Μαντείο των Δελφών, του οποίου τα ομώνυμα ηθικά παραγγέλματα είχαν καταγραφεί στους τοίχους του Προνάου του Ναού του Απόλλωνος, στο υπέρθυρο ή ακόμα και σε διάφορες στήλες που είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά στις πλευρές του ναού.

Τα 147 Δελφικά Παραγγέλματα ή Πυθίας Γράμματα, ήταν λιτά αποφθέγματα ελαχίστων λέξεων και ανήκαν στους 7 σοφούς της αρχαιότητας:

Τον Θαλή τον Μιλήσιο, τον Πιττακό τον Μυτιληναίο, τον Βία τον Πρηνεύ, τον Σόλωνα τον Αθηναίο, τον Κλεόβουλο τον Ρόδιο, τον Περίανδρο τον Κορίνθιο και τον Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο.

Στο αέτωμα του ναού δέσποζαν τα τρία σπουδαιότερα Δελφικά Παραγγέλματα, τα οποία εύκολα μπορούσε να διακρίνει ο επισκέπτης:
Κάτω αριστερά το ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ (Να γνωρίσεις τον εαυτό σου). Κάτω δεξιά το ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ (Να κάνεις τα πάντα με μέτρο, αποφεύγοντας την υπερβολή). Ανάμεσά τους, στη κορυφή, το περίφημο «ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ Ε»(Ή ΕΙ), για το οποίο ο ιερέας των Δελφών Πλούταρχος έγραψε ολόκληρη πραγματεία (« Περί τού έν Δελφοίς Ε »), προσπαθώντας να ερμηνεύσει την απωλεσθείσα του σημασία.
Ο θαυμασμός των αρχαίων Ελλήνων για τα ανηρτημένα αυτά αποφθέγματα στο Μαντείο των Δελφών ήταν τόσο μεγάλος, ώστε ο λυρικός ποιητής Πίνδαρος (522 π.Χ.) θεωρούσε τους επτά σοφούς, γιους του Ήλιου, που με την ακτινοβολία τους φώτιζαν και καθοδηγούσαν τον άνθρωπο στην οδό της αρετής. Αυτά τα σοφά παραγγέλματα χρησιμοποιήθηκαν στην συνέχεια και απο άλλους λαούς, που τα παρουσίασαν σαν "θρησκευτικές εντολές".

Παραθέτουμε τα παραγγέλματα αυτά, όπως οι επισκέπτες της αρχαιότητας αντίκριζαν στους Δελφούς.

  • Νόμω πείθου. Να πειθαρχείς στο Νόμο.
  • Έπου θεώ. Ακολούθα τον θεό.
  • Θεούς σέβου. Να σέβεσαι τους θεούς.
  • Γονείς αίδου. Να σέβεσαι τους γονείς σου.
  • Ηττώ υπέρ δικαίου. Να καταβάλεσαι για το δίκαιο.
  • Γνώθι μαθών. Γνώρισε αφού μάθεις.
  • Ακούσας νόει. Κατανόησε αφού ακούσεις.
  • Σαυτόν ίσθι. Γνώρισε τον εαυτό σου.
  • Εστίαν τίμα. Να τιμάς την εστία σου.
  • Άρχε σεαυτού. Να κυριαρχείς τον εαυτό σου.
  • Φίλους βοήθει. Να βοηθάς τους φίλους.
  • Υμού κράτε. Να συγκρατείς το θυμό σου.
  • Όρκω μη χρω. Να μην ορκίζεσαι.
  • Φιλίαν αγάπα. Να αγαπάς τη φιλία.
  • Παιδείας αντέχου. Να προσηλώνεσαι στην εκπαίδευσή σου.
  • Σοφίαν ζήτει. Να αναζητάς τη σοφία.
  • Ψέγε μηδένα. Να μην κατηγορείς κανένα.
  • Επαίνει αρετήν. Να επαινείς την αρετή.
  • Πράττε δίκαια. Να πράττεις δίκαια.
  • Φίλοις ευνόει. Να ευνοείς τους φίλους.
  • Εχθρούς αμύνου. Να προφυλάσσεσαι από τους εχθρούς.
  • Ευγένειαν άσκει. Να είσαι ευγενής.
  • Κακίας απέχου. Να απέχεις από την κακία.
  • Εύφημος ίσθι. Να έχεις καλή φήμη.
  • Άκουε πάντα. Να ακούς τα πάντα.
  • Μηδέν άγαν. Να μην υπερβάλλεις.
  • Χρόνου φείδου. Να μη σπαταλάς το χρόνο.
  • Ύβριν μίσει. Να μισείς την ύβρη.
  • Ικέτας αίδου. Να σέβεσαι τους ικέτες.
  • Υιούς παίδευε. Να εκπαιδεύεις τους γιους σου.
  • Έχων χαρίζου. Όταν έχεις, να χαρίζεις.
  • Δόλον φοβού. Να φοβάσαι το δόλο.
  • Ευλόγει πάντας. Να λες καλά λόγια για όλους.
  • Φιλόσοφος γίνου. Να γίνεις φιλόσοφος.
  • Όσια κρίνε. Να κρίνεις τα όσια.
  • Γνους πράττε. Να πράττεις με επίγνωση.
  • Φόνου απέχου. Να μη φονεύεις.
  • Σοφοίς χρω. Να συναναστρέφεσαι με σοφούς.
  • Ήθος δοκίμαζε. Να επιδοκιμάζεις το ήθος.
  • Υφορώ μηδένα. Να μην είσαι καχύποπτος.
  • Τέχνη χρω. Να ασκείς την Τέχνη.
  • Ευεργεσίας τίμα. Να τιμάς τις ευεργεσίες.
  • Φθόνει μηδενί. Να μη φθονείς κανένα.
  • Ελπίδα αίνει. Να δοξάζεις την ελπίδα.
  • Διαβολήν μίσει. Να μισείς τη διαβολή.
  • Δικαίως κτω. Να αποκτάς δίκαια.
  • Αγαθούς τίμα. Να τιμάς τους αγαθούς.
  • Αισχύνην σέβου. Να σέβεσαι την εντροπή.
  • Ευτυχίαν εύχου. Να εύχεσαι ευτυχία.
  • Εργάσου κτητά. Να κοπιάζεις για πράγματα άξια κτήσης.
  • Έριν μίσει. Να μισείς την έριδα.
  • Όνειδος έχθαιρε. Να εχθρεύεσαι τον χλευασμό.
  • Γλώσσαν ίσχε. Να συγκρατείς τη γλώσσα σου.
  • Ύβριν αμύνου. Να προφυλάσσεσαι από την ύβρη.
  • Κρίνε δίκαια. Να κρίνεις δίκαια.
  • Λέγε ειδώς. Να λες γνωρίζοντας.
  • Βίας μη έχου. Να μην έχεις βία.
  • Ομίλει πράως. Να ομιλείς με πραότητα.
  • Φιλοφρόνει πάσιν. Να είσαι φιλικός με όλους.
  • Γλώττης άρχε. Να κυριαρχείς τη γλώσσα σου.
  • Σεαυτόν ευ ποίει. Να ευεργετείς τον εαυτό σου.
  • Ευπροσήγορος γίνου. Να είσαι ευπροσήγορος.
  • Αποκρίνου εν καιρώ. Να αποκρίνεσαι στον κατάλληλο καιρό.
  • Πόνει μετά δικαίου. Να κοπιάζεις δίκαια.
  • Πράττε αμετανοήτως. Να πράττεις με σιγουριά.
  • μαρτάνων μετανόει. Όταν σφάλλεις, να μετανοείς.
  • Οφθαλμού κράτει. Να κυριαρχείς των οφθαλμών σου.
  • Βουλεύου χρήσιμα. Να σκέπτεσαι τα χρήσιμα.
  • Φιλίαν φύλασσε. Να φυλάττεις τη φιλία.
  • Ευγνώμων γίνου. Να είσαι ευγνώμων.
  • Ομόνοιαν δίωκε. Να επιδιώκεις την ομόνοια.
  • Άρρητα μη λέγε. Να μην λες τα άρρητα.
  • Έχθρας διάλυε. Να διαλύεις τις έχθρες.
  • Γήρας προσδέχου. Να αποδέχεσαι το γήρας.
  • Επί ρώμη μη καυχώ. Να μην καυχιέσαι για τη δύναμή σου.
  • Ευφημίαν άσκει. Να επιδιώκεις καλή φήμη.
  • Απέχθειαν φεύγε. Να αποφεύγεις την απέχθεια.
  • Πλούτει δικαίως. Να πλουτίζεις δίκαια.
  • Κακίαν μίσει. Να μισείς την κακία.
  • Μανθάνων μη κάμνε. Να μην κουράζεσαι να μαθαίνεις.
  • Ους τρέφεις αγάπα. Να αγαπάς αυτούς που τρέφεις.
  • Απόντι μη μάχου. Να μην μάχεσαι αυτόν που είναι απών.
  • Πρεσβύτερον αιδού. Να σέβεσαι τους μεγαλύτερους.
  • Νεώτερον δίδασκε. Να διδάσκεις τους νεότερους.
  • Πλούτω απόστει. Να αποστασιοποιείσαι από τον πλούτο.
  • Σεαυτόν αιδού. Να σέβεσαι τον εαυτό σου.
  • Μη άρχε υβρίζων. Να μην κυριαρχείς με αλαζονεία.
  • Προγόνους στεφάνου. Να στεφανώνεις τους προγόνους σου.
  • Θνήσκε υπέρ πατρίδος. Να πεθάνεις για την πατρίδα σου.
  • Επί νεκρώ μη γέλα. Να μην περιγελάς τους νεκρούς.
  • Ατυχούντι συνάχθου. Να συμπάσχεις με το δυστυχή.
  • Τύχη μη πίστευε. Να μην πιστεύεις την τύχη.
  • Τελεύτα άλυπος. Να πεθαίνεις χωρίς λύπη.

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: έγινα για να στηρίζομαι στις θάλασσες του μηδενός...

Έχω την εντύπωση πως έγινα για να στηρίζομαι στις θάλασσες του μηδενός... Ξεχύνομαι σαν τον άνεμο στην έρημο, που αφού πρώτα σαρώσει κύματα άμμου, σαν ολάκερα φορτία, στο τέλος σκορπιέται και χάνεται...


Ανρί ντε Μοντερλάν

από La Reine Morte

Έχω την εντύπωση πως έγινα για να στηρίζομαι στις θάλασσες του μηδενός... Ξεχύνομαι σαν τον άνεμο στην έρημο, που αφού πρώτα σαρώσει κύματα άμμου, σαν ολάκερα φορτία, στο τέλος σκορπιέται και χάνεται... δίχως τίποτα ν' απομένει...

Δε μπορώ να βγω από τη φυλακή που είμαι για τον ίδιο μου τον εαυτό' όλο το κακό που γίνεται στη Γη, γίνεται από τους "πιστεύοντας" και τους φιλόδοξους... Είναι πλάνη να νομίζει κανείς πως ο άνθρωπος έχει κάποιον προορισμό εδώ κάτου... Καθε τι που ζει, φθείρεται... Μονάχα η ευφυΐα έχει την ικανότητα να σε κάνει ν' απέχεις...

μτφ Μαρία Αρκαδίου


Henry de Montherlant (1895-1972)

Εσπερινός

Στάδιο, απέραντη σιωπή και μοναξιά. Οι προβολείς αργοσβήνουν
ένας ένας.
Τα παράθυρα στ' αποδυτήρια σκοτεινιάζουν με μιας. Κάτι τι
σβήνει, χάνεται.
Εκεί κάτω, μονάχο του ένα αγόρι, ρίχνει το δίσκο στο σκοτάδι.
Το φεγγάρι ανεβαίνει, Το αγόρι είναι μόνο. Μοναδικό φωτεινό
σημείο στο γήπεδο.
Είναι ολομόναχο. Παίζει για τον εαυτό του την αγνή και χαμένη
μουσική του,
τη μάταια προσπάθειά του, την ομορφιά που θα πεθάνει αύριο,
Ρίχνει το δίσκο στ' ολοστρόγγυλο φεγγάρι, σαν για μια κάποια πανάρχαια ιεροτελεστία, λειτουργός της Θεάς Μητέρας, νεωκόρος
του απείρου.
Μόνος - τόσο μόνος, - κει κάτω. Λέει την αγνή και χαμένη προσευχή του.

μτφ Καίτη Κάστρο


από Έξι δοκιμιακά σημειώματα για τον "Άρχοντα του Σαντιάγο"

Το πάθος συνεπάγεται τη θανάτωση χιλίων πραγμάτων που του είναι ξένα. Αν μπόρεσα να γράψω (στο Mors et vita) πως η αδιαφορία υπήρξε ένα από τα πάθη της ζωής μου, είναι σίγουρα γιατί τοποθετούσα στην ίδια γραμμή ένα άλλο πάθος, που είχε γεννήσει μέσα μου αυτή τη σωτήρια αδιαφορία. Όπως το δέντρο αφήνει να πέσουν τα ξερά του φλούδια και μένει ακμαίο και δυνατό, το πάθος μεταφέρει την ανθρώπινη ύπαρξη από έναν πολλαπλό κόσμο όπου χανόταν στη δική του μοναδικότητα, όπου ξανανιώνει και ενδυναμώνεται.

Ένα από τα άλλα ευεργετήματα του πάθους είναι ότι η ψυχική κατάσταση που δημιουργεί στερείται ματαιοδοξίας, που είναι σ' αυτό τον κόσμο ένα από τα πιο γελοία αισθήματα.

Τι ωραίο αν η ψυχή μπορούσε χωρίς πάθος να είναι όπως όταν κυριαρχείται απ' αυτό! Κυριαρχημένη από το πάθος απογυμνώνεται από τη ματαιοδοξία, είναι ορμητική, σκληρή, έτοιμη για όλες τις θυσίες και όλες τις γενναιοδωρίες' εφευρετική επίσης, γεμάτη φαντασία' και πάνω απ' όλα ενεργητική, τρελά ενεργητική. Ο άνθρωπος μπορεί να αναπτύξει για την ικανοποίηση του πάθους του τόσην ενέργεια, να αντλήσει τόσο βαθιά στα αποθέματά του, που για όλα τα άλλα να μην έχει πια καμιά δύναμη. Ο κόσμος τον νομίζει νωθρό και απαθή ενώ είναι τέρας θελήσεως - σε τομέα όμως που ο κόσμος δεν καταλαβαίνει.

Ζούμε στην εποχή της ξεδιάντροπης απάτης, όπου πάντα πιστοποιείται με βεβαιότητα πως το άσπρο είναι μαύρο. Οι άνθρωποι απρόσεκτοι, αποκτηνωμένοι και αμαθέστατοι, τελικά το πιστεύουν. Σε όλους τους τομείς: στον πολιτικό, στον κοινωνικό, στον καλλιτεχνικό, στον λογοτεχνικό.

μτφ Δ.Σ.Αθανασόπουλος


από Καρνέ 1958-1964

Πόσο καιρό χάνουν οι άνθρωποι για να βρουν μιαν αγάπη! δεν ξέρω πού το 'γραψα: "Το ν' αγαπιέσαι είναι μια κατάσταση που αρμόζει μόνο στις γυναίκες, στα ζώα και στα παιδιά"

Οι άνθρωποι σέβονται τόσο πολύ τον θάνατο, για το τόσο λίγο που σέβονται τη ζωή.

Η τέχνη για να επιβιώνετε στην κοινωνία είναι η τέχνη να δίνετε στους ανθρώπους την αίσθηση ότι υπάρχουν για σας ή απλώς ότι υπάρχουν.

Λείπουν πολλά πράγματα από τον σύγχρονο κόσμο. Αλλά πριν απ' όλα, η ευφυΐα - η αληθινή, όχι εκείνη των διανοουμένων, - και η ευσπλαχνία, - η αληθινή, όχι εκείνη των ανθρώπων που κάνουν καρριέρα μες στον αλτρουισμό.

Δεν θυμάμαι έργα που έχω γράψει, αλλά έχω την αίσθηση πως τάχω γράψει κι' αυτό μού αρκεί. Δεν θυμάμαι ηδονικές συγκινήσεις που είχα, αλλά την αίσθηση πως τις είχα κι' αυτό μού αρκεί.

μτφ Γιώργος Καραβασίλης

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Κάθε μέρα και κάτι πεθαίνει σ' αυτήν τη χώρα...

Κάθε μέρα και κάτι πεθαίνει σ' αυτήν τη χώρα. Οριστικά και αμετάκλητα...

Τελειωτική κατεδάφιση αξιών, αισθητικής, μοναδικότητας. Όλα τείνουν στη μετατροπή των πόλεων σε μαζικά χοιροτροφεία / εκτροφεία της παγκόσμιας νέας τάξης. Ανατέλλει η νέα εποχή των χαμάληδων και του μεγάλου αδελφού...

Η νοσταλγία της απόλαυσης της παρέας με τσιγάρο στα καφενεία, τα καφέ, την ταβέρνα - άλλο ένα μνημόσυνο. Άλλος ένας θάνατος...

«Το τσιγάρο είναι τέλειος τύπος της τέλειας απόλαυσης. Είναι εξαίσιο και σε αφήνει ανικανοποίητο. Τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει κανείς;»
Όσκαρ Γουάιλντ



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ημερολόγιο 2011

«ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ»

Εκδόσεις IANOS, 2011

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ: 11 Χ16cm

ISBN: 978-960-6882-32-6

Σελ. 136

Τιμή: 10€


Επίκαιρο φέτος το ημερολόγιο του 2011 με θέμα τον Καπνό από τις εκδόσεις IANOS.< Από το πρώτο αντικαπνιστικό διάταγμα στην Ελλάδα, το 1856 μέχρι τις μέρες μας έχουν αλλάξει πολλά. Η επίδραση του καπνίσματος περιγράφεται στο ημερολόγιο άλλοτε διεγερτική, άλλοτε ηρεμιστική και άλλοτε απαγορευτική και επικίνδυνη, μέσα από την ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία.

Μέσα στο ημερολόγιο βλέπουμε τη σχέση καπνού και ποτού, τις διαφορές του καπνιστή τσιγάρου μ’ αυτόν του πούρου και της πίπας, μαθαίνουμε για το τελευταίο τσιγάρο του Μ. Λοϊζου και γιατί οι πίνακες του Πικάσο μύριζαν καπνό… Από το ομηρικό «καπνό αποθρώσκοντα» και την ετυμολογία του καπνίζειν μέχρι το λόγο που ξεκινάμε το κάπνισμα αλλά και τις έρευνες που θέλουν να υπάρχει απώλεια μνήμης και ευφυΐας λόγω του καπνού!.. Ο καπνός στο θέατρο αλλά και στους στίχους τραγουδιών, στην ποίηση του Πεσόα, του Καρούζου και του Κίπλινγκ και τέλος το savoir vivre του καπνίσματος.

Ο καπνός, ως βασικό στοιχείο συνεύρεσης περνά μέσα από τις σχέσεις των ανθρώπων, τις σχέσεις των κοινωνιών κι από εκεί στη λογοτεχνία και στην τέχνη. Παραδόξως εξαρτάται από ό,τι ο καθένας προσδοκά από αυτόν – ή όπως θα έλεγε ο Όσκαρ Ουάϊλντ: «Το τσιγάρο είναι τέλειος τύπος της τέλειας απόλαυσης. Είναι εξαίσιο και σε αφήνει ανικανοποίητο. Τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει κανείς;»….

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Πόλεις στη λογοτεχνία & στη ζωγραφική...

Είναι μάταιο να καθορίσεις αν η Ζηνοβία μπορεί να ταξινομηθεί στις ευτυχισμένες ή τις δυστυχισμένες πόλεις. Δεν έχει νόημα να χωρίζεις τις πόλεις σ' αυτές τις δύο κατηγορίες, αλλά μάλλον σε δύο άλλες: αυτές που συνεχίζουν μέσα από χρόνια και αλλαγές να δίνουν τη μορφή τους στις επιθυμίες κι εκείνες όπου οι επιθυμίες ή καταφέρνουν να σβήσουν την πόλη ή σβήνουν απ' αυτήν...

Ίταλο Καλβίνο

Αόρατες πόλεις

Οι λεπτόπλοκες πόλεις 2

Τώρα θα πω για τη πόλη Ζηνοβία που έχει τούτο το θαυμαστό: αν και χτισμένη σε άνυδρη περιοχή υψώνεται πάνω σε πανύψηλους πασσάλους και τα σπίτια είναι από μπαμπού και τσίγκο -με πολλές στοές και μπαλόνια- τοποθετημένα σε διαφορετικά επίπεδα, πάνω σε υποστυλώματα που το ένα ξεπερνάει τα άλλο, συνδεδεμένα μεταξύ τους με ανεμόσκαλες και κρεμαστά πεζοδρόμια, ενώ υπερυψώνονται εξώστες σκεπασμένοι με κωνικές στέγες, βαρέλια για αποθήκευση νερού, ανεμοδείχτες, προεξοχές από τροχαλίες, ορμιές και γερανοί.

Κανείς δε θυμάται ποια ανάγκη ή προσταγή ή επιθυμία έσπρωξε τους ιδρυτές της Ζηνοβίας να δώσουν αυτήν τη μορφή στην πόλη τους, γι' αυτό δεν μπορείς να πεις αν η πόλη όπως τη βλέπουμε σήμερα και που ίσως αναπτύχθηκε μέσα από μεταγενέστερες προθήκες πάνω στο αρχικό κι ανεξιχνίαστο τώρα πια σχέδιο, εκπλήρωσε το σκοπό της. Όμως το βέβαιο είναι πως αν ζητήσεις από οποιονδήποτε κάτοικο της Ζηνοβίας να σου περιγράψει πώς φαντάζεται την ευτυχία στη ζωή, αυτός πάντα θα οραματίζεται μια πόλη σαν τη Ζηνοβία, με τους πασσάλους της και τις κρεμαστές της σκάλες, μια Ζηνοβία ίσως εντελώς διαφορετική, γεμάτη από λάβαρα και κορδέλες ν' ανεμίζουν, αλλά που πάντα αναπαράγεται από συνδυασμό των στοιχείων εκείνου του πρώτου μοντέλου.

Μετά απ' όλα αυτά, είναι μάταιο να καθορίσεις αν η Ζηνοβία μπορεί να ταξινομηθεί στις ευτυχισμένες ή τις δυστυχισμένες πόλεις. Δεν έχει νόημα να χωρίζεις τις πόλεις σ' αυτές τις δύο κατηγορίες, αλλά μάλλον σε δύο άλλες: αυτές που συνεχίζουν μέσα από χρόνια και αλλαγές να δίνουν τη μορφή τους στις επιθυμίες κι εκείνες όπου οι επιθυμίες ή καταφέρνουν να σβήσουν την πόλη ή σβήνουν απ' αυτήν.

Οι πόλεις κι η επιθυμία 5

Από κει, μετά έξι μέρες κι εφτά νύχτες, ο άνθρωπος φτάνει στη Ζωβαϊδα, πόλη λευκή, εκτεθειμένη στο φεγγάρι, με δρόμους που τυλίγονται μεταξύ τους όπως σ' ένα κουβάρι. Διηγούνται αυτήν την ιστορία για την ίδρυσή της: άνθρωποι από διαφορετικά έθνη είδαν το ίδιο όνειρο, μια γυναίκα να τρέχει νύχτα μέσα σε μιαν άγνωστη πόλη, την είδαν από πίσω, είχε μακριά μαλλιά κι ήταν γυμνή. Ονειρεύτηκαν πως την ακολούθησαν. Γυρίζοντας από εδώ κι από κει την έχασαν όλοι. Μετά το όνειρο ξεκίνησαν ψάχνοντας για κείνη τη πόλη, δεν τη βρήκαν αλλά βρέθηκαν μεταξύ τους, αποφάσισαν να χτίσουν μια πόλη όπως στ' όνειρο. Για τη χάραξη των δρόμων ακολουθήθηκε η διαδρομή της καταδίωξης του καθενός. Στο σημείο που ο καθένας τους είχε χάσει τα ίχνη της φυγάδας διαμόρφωσε χώρους και τείχη αλλιώτικα απ' ό,τι στο όνειρο, ώστε η γυναίκα να μην μπορεί πια να ξεφύγει.

Αυτή ήταν η πόλη Ζωβαϊδα όπου εγκαταστάθηκαν, περιμένοντας πως κάποια νύχτα θα επαναλαμβανόταν η ίδια σκηνή. Κανείς τους, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνο του, δεν ξαναείδε τη γυναίκα. Οι δρόμοι της πόλης ήταν οι δρόμοι όπου πήγαιναν κάθε μέρα να δουλέψουν, χωρίς πια καμία σχέση με την καταδίωξη που είχαν ονειρευτεί. Πράγμα που από καιρό είχε ξεχαστεί.

Καινούργιοι άνθρωποι από άλλα μέρη έφτασαν, έχοντας δει το ίδιο όνειρο. Αναγνώρισαν στη πόλη Ζωβαϊδα κάτι από τους δρόμους του ονείρου και άλλαξαν τη θέση που είχαν οι στοές και οι σκάλες για να μοιάζουν περισσότερο με τη διαδρομή της κυνηγημένης γυναίκας και για να μην απομείνει κανένας δρόμος διαφυγής στο σημείο που είχε ξεφύγει.

Οι πρώτοι που έφτασαν δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ήταν εκείνο που τράβηξε αυτό τον κόσμο στη Ζωβαϊδα, σ' αυτή την άσκημη πόλη, σ' αυτή τη παγίδα.

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: προς τον άγνωστο προορισμό μου...

Mέσα στο όχημα βρίσκομαι και πηγαίνω
προς τον άγνωστο προορισμό μου...

Νίκος Καρούζος

Η συντομία του ονείρου

Tρέχει μέσ' στα χαράματα το ελάφι
που είναι η χαρά μου τόσος αντίλαλος
εδώ που κατοικώ
ένα πουλί από καπνό ανέρχεται στο ξημέρωμα.
Iδού ο Tρέχων
έχει σφάξει το αρνί στις πηγές των υδάτων.
Θριαμβική νεφέλη όχημα παλαιό ιδού ο Tρέχων
και το σύρουν
άλογα τρυπημένα στα λάμποντα πλευρά.
Mέσα στο όχημα βρίσκομαι και πηγαίνω
προς τον άγνωστο προορισμό μου.

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι...

Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο...

Σαρλ Μπωντλαίρ

Ένα ταξίδι στα Κύθηρα


Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ' τα ξάρτια.
Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.

Το μαυρονήσι ποιο είν' αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
- Τα Κύθηρα' των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
παράδεισο' και μ' όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!

Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
νησί, η καρδιά, να! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.

Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
κι απ' όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
που σ' εσέ φέρνουν οι καρδιές τ' αναστενάσματά τους,
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από 'να κήπο

ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.

Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.

Μα να! Καθώς πλευρώνοντας άκρη - άκρη το ερμονήσι,
ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ' άσπρα τα πανιά μας,
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους'
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.

'Ορνια άγρια στο ταϊνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο'
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ' στη σαπίλα.

Τρύπες τα μάτια του, κι απ' την αδιάντροπη κοιλιά του
βαριά τ' άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.

Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.

Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
Ω κρεμασμένε

ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ως απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.

Μπροστά σ' εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.

-Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και να! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ' αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.

Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν' αντικρύσω
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν' αηδιάσω.

(μτφ Μαρία Ρέγκου)

FleursDuMal.org

Un Voyage à Cythère

Mon coeur, comme un oiseau, voltigeait tout joyeux
Et planait librement à l'entour des cordages;
Le navire roulait sous un ciel sans nuages;
Comme un ange enivré d'un soleil radieux.

Quelle est cette île triste et noire? — C'est Cythère,
Nous dit-on, un pays fameux dans les chansons
Eldorado banal de tous les vieux garçons.
Regardez, après tout, c'est une pauvre terre.

— Île des doux secrets et des fêtes du coeur!
De l'antique Vénus le superbe fantôme
Au-dessus de tes mers plane comme un arôme
Et charge les esprits d'amour et de langueur.

Belle île aux myrtes verts, pleine de fleurs écloses,
Vénérée à jamais par toute nation,
Où les soupirs des coeurs en adoration
Roulent comme l'encens sur un jardin de roses

Ou le roucoulement éternel d'un ramier!
— Cythère n'était plus qu'un terrain des plus maigres,
Un désert rocailleux troublé par des cris aigres.
J'entrevoyais pourtant un objet singulier!

Ce n'était pas un temple aux ombres bocagères,
Où la jeune prêtresse, amoureuse des fleurs,
Allait, le corps brûlé de secrètes chaleurs,
Entrebâillant sa robe aux brises passagères;

Mais voilà qu'en rasant la côte d'assez près
Pour troubler les oiseaux avec nos voiles blanches,
Nous vîmes que c'était un gibet à trois branches,
Du ciel se détachant en noir, comme un cyprès.

De féroces oiseaux perchés sur leur pâture
Détruisaient avec rage un pendu déjà mûr,
Chacun plantant, comme un outil, son bec impur
Dans tous les coins saignants de cette pourriture;

Les yeux étaient deux trous, et du ventre effondré
Les intestins pesants lui coulaient sur les cuisses,
Et ses bourreaux, gorgés de hideuses délices,
L'avaient à coups de bec absolument châtré.

Sous les pieds, un troupeau de jaloux quadrupèdes,
Le museau relevé, tournoyait et rôdait;
Une plus grande bête au milieu s'agitait
Comme un exécuteur entouré de ses aides.

Habitant de Cythère, enfant d'un ciel si beau,
Silencieusement tu souffrais ces insultes
En expiation de tes infâmes cultes
Et des péchés qui t'ont interdit le tombeau.

Ridicule pendu, tes douleurs sont les miennes!
Je sentis, à l'aspect de tes membres flottants,
Comme un vomissement, remonter vers mes dents
Le long fleuve de fiel des douleurs anciennes;

Devant toi, pauvre diable au souvenir si cher,
J'ai senti tous les becs et toutes les mâchoires
Des corbeaux lancinants et des panthères noires
Qui jadis aimaient tant à triturer ma chair.

— Le ciel était charmant, la mer était unie;
Pour moi tout était noir et sanglant désormais,
Hélas! et j'avais, comme en un suaire épais,
Le coeur enseveli dans cette allégorie.

Dans ton île, ô Vénus! je n'ai trouvé debout
Qu'un gibet symbolique où pendait mon image...
— Ah! Seigneur! donnez-moi la force et le courage
De contempler mon coeur et mon corps sans dégoût!

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: στο αττικό τοπίο που ξέρεις...

παρακάτω σου γράφω για τον πυρετό μας
που μετριέται σε περιπλάνηση
στο αττικό τοπίο που ξέρεις μ' άλλα μάτια από τα δικά μου...

Δημήτριος Ι. Αντωνίου

Όταν ξεκινάμε βέβαιοι για την αποτυχία
Γράμμα της Αττικής Άνοιξης
Όταν ξεκινάμε βέβαιοι για την αποτυχία
συλλογιζόμαστε τί μας κάνει να πέφτουμε
κι ύστερα τί μας φέρνει ν' ανθίζουμε αυτό το πέσιμο;
Πριν ξεκινήσουμε την τελευταία φορά, λέγαμε:
πώς θα ξοδέψεις τέτοιο δρόμο μ' ένα ρόδο στην καρδιά σου;
―έχοντας την αντοχή μόνο στη θύμηση περασμένων;―
Yπάρχει πάντα κάτι λέω τώρα,
ύστερ' από τόσες αποτυχίες
μια ανακωχή μ' ανθισμένο χαμόγελο:
Tο πρώτο χελιδόνι στον κάμπο που ακόμη δεν ξύπνησε,
―μια γλάστρα θυμάμαι που είδα εγώ πρώτος τον ανθό της,
φώναξα μεθυσμένος: το πρώτο ρόδο! και μέσα μου
γαλήνεψε όλ' η φουρτούνα...―
Έτσι σου συνεχίζουμε τώρα το γράμμα μας,
Δύσκολη και χωρίς ελπίδα! ―γι' αυτό δοκιμάζω τη φωνή μου,
παρακάτω σου γράφω για τον πυρετό μας
που μετριέται σε περιπλάνηση
στο αττικό τοπίο που ξέρεις μ' άλλα μάτια από τα δικά μου.
Xτες το πρωί λοιπόν καθώς έφτανε η ώρα μας
σε βραδιασμένους πια στίχους να δοξάζουμε
τη διάθεση τούτη,
μουρμούριζα ευλογώντας την απόσταση
που μου παίρνει και μου δίνει τέτοιες ώρες...


Tους γνώρισα από παλιά γράμματά τους
Της Ανάμνησης
Tους γνώρισα από παλιά γράμματά τους·
χαμένες ιστορίες,
τις ξαναβρήκα τότε
παραμύθια παράδεισου
στα παιδικά μου χρόνια
και κόλασης πια τώρα.
Tρυφερότη και σκληρότη μιας μοναξιάς·
η θάλασσα
κι η καρδιά σου
φωλιά από φίδια και λουλούδια
κλειστή
μένει
σαν εκείνων...
Aπόψε
το σκέφτεσαι κι η λησμονιά τους
θα γιατρευόταν μ' ένα μικρό παιδί
κλαδί από το ίδιο δέντρο τους,
αυτό τουλάχιστον θα ξαναφώναζε
στο σαρακωμένο πύργο τους
τον αγέρα να 'ρθεί
στα πανιά του παίρνοντας
μισεμούς με συγκρατημένα δάκρυα
κι άγρια πανηγύρια γυρισμού τάζοντας.