t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Α, πόσο είναι μεθυστικό το λίκνισμα των καραβιών που απλώνουνε στη θάλασσα...

Ελληνικό τοπίο & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι, θαλασσογραφίες


Γιάννης Σταύρου, Δύση στο Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Τον ήλιο δες, Λυδία, πώς γέρνει ανάμεσα
στων καταρτιών το δάσος, που αργοτρέμοντας,
τις άπειρες κορφές σαλεύει μ' έκσταση
στο θαύμα μπρος, που φλέγεται, της δύσης...

Γιώργος θ. Βαφόπουλος

Εν ονόματι της ποιήσεως

Όταν τις νύχτες, σε ώρες πολύ προχωρημένες,
ανοίγεις δειλά το παράθυρο, που είχε αντιστεί
στον πέτρινο καταιγισμό της περασμένης μέρας,
για ν' αδειάσεις τις σωρευμένες συλλογές των στίχων,
με τ' άκοπα φύλλα και τις σεμνές τους αφιερώσεις,
ξέρεις καλά πως είναι τούτο πράξη υποκρισίας.

Να χλευάζεις την ποίηση, εν ονόματι της ποιήσεως,
είναι, επιτέλους, κάποιο μέσον άμυνας ή προστασίας.
Να τινάζεις όμως, καθώς ένα ξεσκονόπανο,
στο κατώφλι της νύχτας, τα όνειρα των ποιητών,
είναι σα να φυτεύεις το σπαθί που σου έχουν δώσει
δίχως έλεος βαθιά στην ασταμάτητη καρδιά της ποίησης.

Αν ν' αδειάσεις μπορέσεις τα δικά σου ράφια,
του σακακιού σου τις τσέπες, την ίδια την καρδιά σου,
κι αν άξιος γίνεις να σταθείς έτσι γυμνός
στο μεσονύχτιο άνοιγμα του παραθύρου σου,
ίσως θ' ακούσεις, μέσ' από το πάφλασμα της νύχτας,
τους πτοημένους ψίθυρους απ' τα όνειρα των ποιητών,
που είχες τινάξει, εν ονόματι δήθεν της ποιήσεως.


Δύση στο Θερμαϊκό

Τον ήλιο δες, Λυδία, πώς γέρνει ανάμεσα
στων καταρτιών το δάσος, που αργοτρέμοντας,
τις άπειρες κορφές σαλεύει μ' έκσταση
στο θαύμα μπρος, που φλέγεται, της δύσης.

Α, πόσο είναι μεθυστικό το λίκνισμα
των καραβιών που απλώνουνε στη θάλασσα
το ρίγος των μακρών σκιών, που πάλλονται
σαν κόμη εξαίσια, οι αύρες που ανεμίζουν.

Τον κύκλο δες, Λυδία, που αστράφτει πύρινος,
στων καταρτιών μπλεγμένος το κυμάτισμα,
σαν πορφυρή καρδιά πελώριου γίγαντος,
που ένας μεγάλος πόθος τη φλογίζει.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι: Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα...

Εικόνες από ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά
τριαντάφυλλα...

Γιώργος Σεφέρης

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.

Πίνδαρος

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια.
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό
ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!
Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς
τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου...

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά
τριαντάφυλλα. Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Απόφαση για μεγάλο ταξίδι...

Καράβια & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, θαλασσογραφίες


Γιάννης Σταύρου, Αγκυροβολημένα καράβια, λάδι σε καμβά

Απ' ότι φαίνεται όλα συγκλίνουν στην απόφαση για το μεγάλο ταξίδι...

Είναι σίγουρο, ότι ο πλανήτης κι εμείς δεν τα πάμε καθόλου καλά. Μέλλον δεν υπάρχει και οδεύουμε στην καταστροφή...

Μάλλον χρειαζόμαστε άμεσα εισητήριο χωρίς επιστροφή...

Εμείς είμαστε έτοιμοι - εσείς;

  • Πρόσφατα, ο Στήβεν Χόκινγκ προτρέπει να εγκαταλείψουμε τη γη...
"Είναι πεποίθησή μου ότι το μέλλον του ανθρώπου είναι στο διάστημα. Θα είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο να αποφύγουμε μια καταστροφή στον πλανήτη μας τα επόμενα 100 χρόνια, και ούτε θέλω να αναφερθώ στα επόμενα χίλια ή ένα εκατομμύριο χρόνια", υποστηρίζει ο επιστήμονας.

Και για να γίνει ακόμη πιο σαφής, περιγράφει τις πιθανές απειλές που θα θέσουν την ασφάλεια του ανθρώπινου γένους σε κίνδυνο:

"Προβλέπω ότι ο άνθρωπος θα αντιμετωπίσει μεγάλους κινδύνους, αφού ούτως ή άλλως η επιβίωση του μέχρι σήμερα μοιάζει με θαύμα", εξηγεί και θυμίζει την κρίση με τους πυραύλους στην Κούβα το 1963. "Η συχνότητα παρόμοιων απειλών είναι πιθανό να αυξηθεί στο μέλλον. Πρέπει να επιδείξουμε προσοχή για να τις διαχειριστούμε με επιτυχία. Είμαι πάντως αισιόδοξος", προσθέτει.

Να εγκαταλείψουμε λοιπόν τη γη, αλλά πού να πάμε είναι το εύλογο ερώτημα. "Αν τα καταφέρουμε και αποφύγουμε την καταστροφή της ανθρώπινης φυλής τους επόμενους δύο αιώνες, τότε θα διασωθούμε κυρίως εάν επεκταθούμε στο διάστημα", απαντάει ο Χώκινγκ. Και εξηγεί "η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού σε συνδιασμό με τις περιορισμένες δυνατότητες της Γης θα είναι όλο και πιο απειλητικά για τον άνθρωπο. Για τον λόγο αυτό, τάσσομαι υπέρ των επανδρωμένων διαστημικών πτήσεων"


  • Το διαστημικό τηλεσκόπιο «Κέπλερ» κατάφερε να εντοπίσει περίπου 140 εξωπλανήτες με μέγεθος σαν τη Γη κατά τις τελευταίες εβδομάδες.

Το «Κέπλερ» εκτοξεύτηκε από τη NASA ακριβώς για να ανιχνεύσει τέτοιου είδους εξωπλανήτες γύρω από μακρινά άστρα και μέχρι στιγμής τα πάει μια χαρά. Όπως δήλωσε ο αστρονόμος Ντίμιταρ Σασέλοβ, ερευνητής της αποστολής του «Κέπλερ», μιλώντας σε επιστημονική συνδιάσκεψη στη Βρετανία, σύμφωνα με το βρετανικό Τύπο, "αυξάνονται πλέον οι πιθανότητες να μην είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν".

Οι επιστήμονες εκτιμούν πλέον ότι υπάρχουν πιθανώς περίπου 100 εκατομμύρια (εξω)πλανήτες μόνο στο δικό μας γαλαξία, οι οποίοι διαθέτουν ακριβώς τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη ζωής.


  • Επίσης, ένας από τους κορυφαίους αστρονόμους, o ελβετός Michael Mayer, προβλέπει: "Μέχρι το τέλος του 2010, θα έχουμε ανακαλύψει έναν πλανήτη, εκτός ηλιακού συστήματος, ο οποίος ουσιαστικά θα είναι ο δίδυμος αδελφός της Γης".

Η ανακοίνωση έγινε στο συνέδριο για τον εορτασμό της 50ης επετείου από την έναρξη του προγράμματος αναζήτησης εξωγήινης ζωής. Όπως εξηγεί ο Mayer ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι να ανακαλυφθεί ένα μέρος στο οποίο οι συνθήκες θα ευνοούν την ανάπτυξης ζωής. "Μία από τις βασικότερες προυποθέσεις για να κατοικηθεί ένας πλανήτης, είναι να βρίσκεται σε μια κατάλληλη απόσταση από τον άστρο ήλιο για να αποφευχθεί η ανυπόφορη ζέστη, οι ασυνήθιστες υψηλές θερμοκρασίες και ο πάγος. Δυστυχώς οι πλανήτες που έχουν ήδη βρεθεί μέχρι σήεμρα, είναι αρκετά μεγάλοι και διαθέτουν τεράστιες ενεργειακές πλάκες. Το περιβάλλον αυτό δεν χαρακτηρίζεται βιώσιμο".

Ο Ελβετός αστρονόμος είναι πεπεισμένος πως το διαστημόπλοιο της ΝΑΣΑ, το οποίο μεταφέρει το μεγαλύτερο αμερικάνικο τηλεσκόπιο Κέπλερ και βρίσκεται από το Μάρτιο του 2009 σε τροχιά κοντά στον Ήλιο , θα είναι εκείνο που θα μας φέρει τις κατάλληλες πληροφορίες για το πλανήτη που θα φιλοξενήσει το ανθρώπινο είδος.

Επικεφαλής της ομάδος που ανακάλυψε το πρώτο εξω-ηλιακό πλανήτη στο παρελθόν, ο ίδιος δηλώνει σήμερα ενθουσιαμένος: " Δεν ξέρω εαν αυτό θεωρείται υπερ-αισιοδοξία, αλλά ενδόμυχα ήμουν σίγουρος πως στο απώτερο μέλλον θα βρεθεί ένας πλανήτης παρόμοιας σύνθεσης και μεγέθους με τη Γη μας".

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Ακούσαμε να πέφτει η ανατριχίλα του χρόνου...

Ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Θαλασσογραφία 2, λάδι σε χαρτί

Τεντωμένοι καθ᾿ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη
Ἀκούσαμε νὰ πέφτει ἡ ἀνατριχίλα
Τοῦ χρόνου...

Γιώργος Σαραντάρης

Έπος

Φύλλα δέντρου
Φτερὰ πουλιοῦ
Ἄνεμος
Ἔπειτα θάλασσα
Κύματα
Χρόνος γαλάζιος
Ὁρίζοντες παντοῦ
Καὶ μπροστά μας
Ὁ οὐρανός

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.

Πρόλογος

Κόβεται ἡ δική μας ἀναπνοή,
χάνεται ὁ χρόνος, παιδιά·
σὲ φωνὴ μοιάζει
ποὺ ζύγωσε
μᾶς προσπέρασε
μὰ δὲν ἀκούστηκε,
κι ἕνας ἀπὸ μᾶς, ὁ πιὸ καλός,
ἐλπίζει ἀκόμα
ἀλλὰ ντρέπεται νὰ τὸ πεῖ...

Της ακριβής ρέμβης


Ἀπὸ μία θύμηση περάστηκε ὁ ὕπνος
Ἀπὸ τὴν ἄνοιξη βγήκαμε στὸ καλοκαίρι,
Ἥρωες τῆς ἀκριβῆς ρέμβης,
Καὶ δὲν ἀπόρησε ὁ νοῦς μας
Δὲ σπάσαμε κέφι καὶ καρδιὲς
Ὅπως μυθέσκετο ἡ ψυχή μας·
Τεντωμένοι καθ᾿ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη
Ἀκούσαμε νὰ πέφτει ἡ ἀνατριχίλα
Τοῦ χρόνου,
Δὲν εἴδαμε παρὰ τὴν Πλάση μοναχὴ
Νὰ βόσκει τὴν ὄμορφη γοητεία της
Στὴν ἅπλα ποὺ τῆς δώρησε ὁ Θεὸς
Ξεφάντωμα ἐξαίσιο

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: φθινοπωρινά τοπία με εικόνες ποίησης & ζωγραφικής...

Φθινοπωρινά τοπία & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, λάδι σε καμβά

Φθινόπωρο...

Εποχή των ποιητών...

Της σκέψης, της περισυλλογής, του περίπατου...

Της εικόνας και των χρωμάτων...

Της ζωγραφικής...


Άγγελος Σικελιανός

Το πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι...
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο...
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή...
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!...
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!...

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική: Σενάρια επιστημονικής φαντασίας...

Διηγήματα & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ρόδια (λεπτομέρεια), λάδι σε καμβά

Ρόδια, για καλή μας τύχη...

Ο ορθός λόγος αποδεικνύεται όλο και πιο ανεπαρκής...

Χρειαζόμαστε άλλα όπλα για να ερμηνεύσουμε την παράλογη αθλιότητα των μορφωμάτων της εποχής μας - της Ελλάδας ακόμη περισσότερο...

Ίσως πρέπει να επιδοθούμε σε κβαντικούς υπερβατισμούς...

Ή σε σενάρια επιστημονικής φαντασίας...

Άρθουρ Κλαρκ

Play Back

Είναι απίθανο που 'χω ξεχάσει τόσα πολλά, τόσο γρήγορα.
Έχω χρησιμοποιήσει το σώμα μου για σαράντα χρόνια, νόμιζα ότι το 'ξερα. Όμως, ήδη χάνεται σαν... ένα όνειρο.
Χέρια, πόδια, πού είστε;
Τι κάνατε για μένα, όταν ήσασταν δικά μου;
Έστειλα σήματα προσπαθώντας να προστάξω τα μέλη που θυμάμαι αόριστα. Τίποτα δεν έγινε.
Είναι σαν να φωνάζεις στο κενό.
Να φωνάξω.
Ναι, το προσπάθησα.
Ίσως αυτά μ' ακούνε, αλλά εγώ δεν μπορώ ν' ακούσω τον εαυτό μου.
Η σιωπή έχει κυλήσει πάνω μου, μέχρι που δεν μπορώ πια να φανταστώ ήχο. Υπάρχει μια λέξη στο μυαλό μου που λέγεται «μουσική»... τι σημαίνει;
(Τόσες πολλές λέξεις, συγκεντρώνονται μπροστά μου, βγαίνοντας από το σκοτάδι, περιμένοντας ν' αναγνωριστούν.
Η μια μετά την άλλη φεύγουν μακριά απογοητευμένες).
Γεια.
Ώστε γύρισες;
Πόσο απαλά εισχωρείς στο μυαλό μου.
Ξέρω πότε είσαι εκεί, αλλά ποτέ δε σ' αισθάνομαι να 'ρχεσαι.
Αισθάνομαι πως είσαι φιλικός κι είμαι ευγνώμων για όσα έχεις κάνει.
Αλλά ποιος είσαι;
Φυσικά ξέρω πως δεν είσαι άνθρωπος.
Καμιά ανθρώπινη επιστήμη δε θα μπορούσε να με είχε σώσει όταν το πεδίο του κινητήρα κατέρρευσε.
Βλέπεις, γίνομαι περίεργος.
Αυτό είναι καλό σημάδι, δεν είναι;
Τώρα που ο πόνος έχει φύγει επιτελους, επιτέλους μπορώ ν' αρχίσω να σκέφτομαι ξανά.
Ναι, είμαι έτοιμος.
Οτιδήποτε θελήσεις να ξέρεις.
Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω.
Το όνομά μου είναι Γουίλιαμ Βίνσεντ Νόυμπεργκ.
Είμαι πρώτος πιλότος της Γαλακτικής Επιθεώρησης.
Γεννήθηκα στο Πορτ Λόουελ, στον 'Αρη, στις 21 Αυγούστου 2095.
Η γυναίκα μου η Τζανίτα και τα τρία μου παιδιά είναι στον Γανυμήδη.
Είμαι επίσης συγγραφέας.
Έχω γράψει αρκετά για τα ταξίδια μου.
Το Πέρα από τον Ρίγκελ είναι μάλλον διάσημο.
Τι συνέβη;
Πιθανά ξέρεις όσα κι εγώ.
Είχα μόλις κάνει το σκάφος μου αόρατο και πετούσα σε φασματική ταχύτητα όταν σήμανε συναγερμός.
Δεν υπήρχε χρόνος να κινηθώ, να κάνω οτιδήποτε.
Θυμάμαι που οι τοίχοι της καμπίνας άρχισαν να λάμπουν -και τη ζέστη, τη τρομερή ζέστη.
Αυτό είναι όλο.
Η έκρηξη πρέπει να με τίναξε στο διάστημα.
Μα πώς μπόρεσα να επιζήσω;
Πώς θα μπορούσε κανείς να με φτάσει έγκαιρα;
Πες μου -τι έχει μείνει από το κορμί μου;
Γιατί δεν μπορώ να αισθανθώ τα χέρια μου, τα πόδια μου;
Μη κρύψεις την αλήθεια, δε φοβάμαι.
Αν μπορείς να με πας πίσω, οι βιοτεχνικοί μπορούν να μου δώσουν νέα μέλη. Ακόμη και τώρα, το δεξί μου χέρι δεν είναι αυτό με το οποίο είχα γεννηθεί.
Γιατί δεν μπορείς ν' απαντήσεις;
Σίγουρα είναι μια απλή απάντηση!
Τι εννοείς δε ξέρεις με τι μοιάζω;
Πρέπει να έχεις σώσει κάτι!
Το κεφάλι;
Το μυαλό, τότε;
Ούτε;
Ω, όχι...!
Λυπάμαι.
Έλειψα για πολύ;
'Ασε με να συλλάβω τον εαυτό μου.
(Χα, πολύ αστείο!)
Είμαι ο Επιθεωρησιακός πιλότος πρώτης τάξης Βίνσεντ Γουίλιαμ Φρήμπουργκ. Γεννήθηκα στο Πορτ Λυστ, στον 'Αρη, στις 21 Αυγούστου 1895.
Έχω ένα... όχι, δύο παιδιά...
Σε παρακαλώ, άσε με να το ξανακάνω, αργά.
Η εκπαίδευσή μου με προετοίμασε για κάθε πραγματικότητα που μπορεί ν' αντιληφθεί κανείς.
Μπορώ ν' αντιμετωπίσω οτιδήποτε μου πεις.
Αλλά αργά-αργά.
Λοιπόν, θα μπορούσε να είναι χειρότερα.
Δεν είμαι πραγματικά νεκρός.
Ξέρω ποιος είμαι.
Νομίζω ακόμα κι ότι ξέρω τι είμαι.
Είμαι μια ...ηχογράφηση, σε κάποια φανταστική συσκευή.
Πρέπει να έπιασες τη ψυχή μου, όταν το σκάφος μετατρεπόταν σε πλάσμα. Ακόμα κι αν δεν μπορώ να φανταστώ πώς έγινε, έχει νόημα.
Στο κάτω-κάτω, ένας πρωτόγονος άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει πώς ηχογραφούμε μια συμφωνία...
Όλες μου οι αναμνήσεις είναι παγιδευμένες σε μια ταινία ή έναν κρύσταλλο, όπως κάποτε ήταν παγιδευμένες στα κύτταρα του εξατμισμένου μου εγκεφάλου.
Κι όχι μόνο οι αναμνήσεις μου.
ΕΓΩ.
Εγώ ο ίδιος: ΒΙΝΣ ΒΙΛΜΠΟΥΡΓΚ, ΠΙΛΟΤΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΑΞΗΣ.
Λοιπόν, τι συμβαίνει μετά;
Παρακαλώ, πες το ξανά.
Δε καταλαβαίνω.
Ω, θαυμάσια!
Μπορείς να κάνεις ακόμα κι αυτό;
Υπάρχει μια λέξη γι' αυτό, ένα όνομα...
Των πολυπληθών θαλασσών η ενσάκριση.
Όχι, όχι ακριβώς.
Ενσάκριση, ενσάκριση...
ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ!
Ναι, ναι καταλαβαίνω.
Πρέπει να σου δώσω το βασικό πλάνο, το σχέδιο.
Παρακολούθησε τις σκέψεις μου πολύ προσεκτικά.
Θ' αρχίσω από την κορυφή.
Το κεφάλι τώρα.
Είναι οβάλ, έτσι;
Το πάνω μέρος καλύπτεται με μαλλιά.
Τα δικά μου ήταν καε... μπλέ.
Τα μάτια.
Είναι πολύ σπουδαία.
Τα έχεις δει σε άλλα ζώα;
Ωραία, αυτό μας γλιτώνει από μπελάδες.
Μπορείς να μου δείξεις μερικά.
Ναι, αυτά κάνουν.
Τώρα το στόμα.
Παράξενο! πρέπει να το 'χω δει εκατοντάδες φορές καθώς ξυριζόμουν, αλλά κάπως...
Όχι τόσο στρογγυλό, στενότερο.
Ω, όχι, όχι μ' αυτό τον τρόπο.
Πηγαίνει κατά πλάτος του προσώπου, οριζόντια...
Τώρα, ας δούμε... υπάρχει κάτι ανάμεσα στα μάτια και το στόμα.
Ανόητος που είμαι.
Ποτέ δε θα γίνω δόκιμος, αν δε μπορέσω ούτε να το θυμηθώ.
Φυσικά! ΜΥΤΗ!
Λίγο μακρύτερη νομίζω.
Υπάρχει κάτι άλλο, κάτι που έχω ξεχάσει.
Αυτό το κεφάλι δείχνει ακατέργαστο, ημιτελές.
Δεν είμαι εγώ, ο Μπίλι Βόινσμπεργκ, το πιο έξυπνο παιδί της γειτονιάς.
Αλλά, αυτό δεν είναι το όνομά μου, δεν είμαι αγόρι.
Είμαι ένας πρώτος πιλότος με είκοσι χρόνια στην Υπηρεσία Διαστήματος και προσπαθώ να ξαναφτιάξω το κορμί μου.
Γιατί οι σκέψεις μου συνεχίζουν να φεύγουν από το θέμα;
Βοήθησέ με, σε παρακαλώ.
Αυτό το τερατούργημα!
Έτσι σου είπα ότι μοιάζω;
Σβήσ' το.
Πρέπει ν' αρχίσουμε ξανά.
Το κεφάλι τώρα.
Είναι τέλεια σφαιρικό και φέρει έναν πίλον ο οποίος δύναται να μετακινηθεί...
Πολύ δύσκολο.
'Αρχισε από κάπου αλλού.
Α, ξέρω...!
Το μηριαίο οστούν συνδέεται με το αντικνήμιο.
Το αντικνήμιο συνδέεται με το μηρό.
Ο μηρός συνδέεται με το αντικνήμιο.
Το αντικνήμιο...
'Όλα σβήνουν.
Πολύ αργό.
Κάτι τρέχει με το πλέιμπακ.
Σ' ευχαριστώ που προσπάθησες.
Τ' όνομά μου είναι... τ' όνομά μου είναι...
Μητέρα, πού είσαι;
Μαμά... Μαμά!
Μααααα...

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Να βρεις μιαν άλλη θάλασσα...

Ποίηση & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Δύση στο Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Να βρείς μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ' άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις...

Νίκος Γκάτσος

Αμοργός

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπο σου;
Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομα του
Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Να βρείς μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ' άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.
Γιατί κι εσύ θα' χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα' χει γεράσει.
Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις τον θάνατο

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: Λάμψε ήλιε πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας...

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Τοπίο της Ύδρας, λάδι σε καμβά

Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε κανένα σχόλιο. Ο ποιητής τα λέει όλα...

Λάμψε ήλιε
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας, λάμψε εδώ·
σε τούτη τη στιφή αγκαλιά
της στάχτης...

Τάκης Σινόπουλος

Ελπήνωρ

Tοπίο θανάτου. H πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ' αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.


Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Kοιτάχτε ο Eλπήνωρ πρέπει νάναι εκείνος.
Eστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Eλπήνορα
Eλπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ' αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
M' ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού
ν' ακούς τ' ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Tώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ' αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;


Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Kαι τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Eλπήνορα πούχες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου Eλπήνορα
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ' τον ήλιον αποκρίσου
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας νάρθεις αποκρίσου.


Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Tο φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
H θάλασσα τα κυπαρίσσια τ' ακρογιάλι πετρωμένα
σ' ακινησία θανατερή. Kαι μόνο αυτός ο Eλπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ' την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.


Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)

« Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀφηγηθῶ τὴ μικρὴ ἱστορία τοῦ δικοῦ μου Ἐλπήνορα. Ἕνα μεσημέρι, καλοκαίρι τοῦ 1944, μὲ φοβερὸ ἥλιο καὶ ζέστη, περνώντας ἀπὸ τὸ Πεδίο τοῦ Ἄρεως, κάθισα ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴν κούραση τῆς κατοχῆς σ’ ἕνα παγκάκι. Πρέπει νὰ μὲ εἶχε ζαλίσει πολὺ ὁ ἥλιος καὶ ἡ ἐξάντληση. Ξαφνικὰ στὸν ἄσπρο μικρὸ δρόμο, μὲς στὸ φῶς, πέρασε μπροστά μου ἡ φιγούρα ἑνὸς φίλου μου ποιητῆ, ποὺ τὸν σκότωσαν οἱ Γερμανοὶ ἔπειτα ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια στὴν Πάτρα, τὸ 1942.Ἦταν ὁ Φώτος Πασχαλινὸς (= Θοδωράκης Ζώρας). Γυρίζοντας στὸ σπίτι μου ἔγραψα τὸν «Ἐλπήνορα». Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ γιὰ μένα εἶχε σημασία εἶναι πὼς τὸ ὅραμα αὐτὸ σφράγισε ἀποφασιστικὰ ἕνα μεγάλο μέρος, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ποίησής μου»

Τάκης Σινόπουλος, 1965

Επίκληση στον ήλιο της Ελένης

Λάμψε ήλιε
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας, λάμψε εδώ·
σε τούτη τη στιφή αγκαλιά
της στάχτης. Λαβωμένο φως
να λούσει τη θρησκεία του σώματος
και την πικρή σου ανάμνηση, ήλιε.
‘Ηλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,
όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,
όπου αναζούν οι καθαρές
κινήσεις των μαστών των πράσινων,
στην περιφέρεια του αδυσώπητου
φιλιού, στον κύκλο αυτής της τρομερής
γυμνότητας.
Λάμψε ήλιε των νεκρών
ποιητών.
Αχτιδοφόρος ήλιος της Ελλάδας είναι τώρα εδώ,
στον πείσμονα αρνητή της μαρτυρίας του χρόνου,
στον ηττημένο από τη μέθη του κακού
παραμυθιού. Πάνω στα κέρδη λάμπει τα πολύτιμα,
πάρα πολύ πικρά, που δεν υπάρχουν. ‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε της φανταστικής
Ελλάδας, η πολυάνεμη,
η κόμη αυτή πολυάνεμη που κατεβαίνει ως τις ρωγμές
του σώματος βαθύσκιωτη ανεμίζοντας,
σκεπάζει ένα κεφάλι λευτεριάς
κι’ οδύνης. Ω, καθάρισε
της ανηφορικής Ελλάδας ήλιε,
την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος,
τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων,
ω του θανάτου αχτίδα αστραφτερή
στέμμα βαρύ της μνήμης μου ήλιε,
πάνω σ’ αυτό το σώμα που μονάχο αμύνεται,
χλοερές κοιλότητες μα πέτρινα
τα μέλη, αστείρευτοι οι μηροί.
Λάμψε ήλιε της νεκρής Ελένης.
Η σάρκα αποχαιρέτησε την έκσταση.
Αιώνια κύματα σαρώνουν την ασήκωτη καρδιά.
Σώμα έρημο περίλυπο μέσα στην κάψα του ήλιου·
κι’ εδώ στα δώματα η κραυγή μυρίζει ακόμα
τον έρωτα. Γαρύφαλλα, γαρύφαλλα
κηρύχνουν άλλη μια φορά μια ματωμένη ανάσταση.
Το πρόσωπο - αίνιγμα του πάθους ξαναγύρισε.
‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε των μηρών των ξάστερων
της ζωντανής Ελένης, ω
μετέωρο πνεύμα, δικαιοσύνη του φωτός
πυρπόλησε το κέντρο το νωπό των τρομερών κοιλάδων
κι’ ας ζήσει μόνο ο λόγος ο γυμνός
που ξέρει
ποιες παραισθήσεις ποια όνειρα ποιες αναμνήσεις αθεράπευτες
ποια δίψα μ’ έφερε ως εδώ,
τον έρωτα να δέσω και το ποίημα τούτο το παράφορο
με την νεκρήν Ελένη.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Απόδραση στην κλασική λογοτεχνία...

Λογοτεχνία & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Σκοτεινά νερά του λιμανιού, λάδι σε καμβά


Καταφεύγουμε στους κλασικούς...

Τελευταία λύση...

Όταν δε μας μένει πια τίποτα άλλο...

Λέων Τολστόι

Αλιόσα το Τσουκάλι

Ο Αλιόσα ήταν ο μικρότερος αδερφός. Τονε φώναζανε Τσουκάλι γιατί η μάνα του τον έστειλε κάποτε να πάει ένα τσουκάλι γάλα στη γυναίκα του διάκου κι αυτός σκόνταψε κι έσπασε το τσουκάλι. Η μάνα του τον έδειρε και τα παιδιά άρχισαν να τον πειράζουν «Τσουκάλι». Του 'μεινε από τότε το παρατσούκλι «ο Αλιόσα το Τσουκάλι». Ο Αλιόσα ήταν αχαμνός, ξερακιανός, αφτιάς, τ' αφτιά του πετούσανε σα φτερούγες κι η μύτη του ήταν μεγάλη. Τα παιδιά τον κορόιδευαν: «Του Αλιόσα η μύτη ξεχωρίζει σαν την καλαμιά στον κάμπο». Το χωριό είχε σχολείο, όμως ο Αλιόσα δεν έπαιρνε τα γράμματα και δεν είχε και χρόνο για μαθήματα. Ο μεγάλος του αδερφός έμενε και δούλευε σ' έναν έμπορο στην πόλη κι ο Αλιόσα από πολύ μικρός άρχισε να βοηθά τον πατέρα του. Ήταν έξι χρονών και με την αδερφούλα του έβγαζε στη βοσκή τα πρόβατα και την αγελάδα κι ήταν ακόμη αγοράκι όταν άρχισε να φυλάγει τ' άλογα μέρα και νύχτα. Από δώδεκα χρονών όργωνε και κουβαλούσε πράγματα με το κάρο. Δεν ήταν δυνατός, ήταν όμως επιδέξιος. Πάντα ήταν εύθυμος. Τα παιδιά γελούσαν μαζί του κι αυτός πότε γελούσε πότε σώπαινε. Όταν ο πατέρας του τον μάλωνε, αυτός σώπαινε κι άκουγε. Κι όταν τελείωνε το μάλωμα, χαμογελούσε και ξανάπιανε τη δουλειά που 'χε μόλις αφήσει. Ο Αλιόσα ήτανε δεκαεννέα χρονών όταν πήραν στρατιώτη τον αδερφό του. Κι ο πατέρας του τον έβαλε να δουλέψει στη θέση του αδερφού του, εργάτης στον έμπορο. Δώσανε στον Αλιόσα τις παλιές μπότες του αδερφού του, το καπέλο και το πανωφόρι του πατέρα και τον πήγαν στην πόλη. Ο Αλιόσα δε μπορούσε να μη χαίρεται με τα ρούχα αυτά μα ο έμπορος δυσαρεστήθηκε από την εμφάνιση του Αλιόσα.

-"Νόμισα πως θα μου 'στελνες κανονικό άνθρωπο στη θέση του Συμεών", είπε ο έμπορος κοιτάζοντας τον Αλιόσα από πάνω ως κάτω, "κι εσύ μου φέρνεις εδώ ένα μυξιάρικο. Τι μπορεί να κάνει τούτος δω"; -"Τα πάντα μπορεί. Και να ζεύει και να τρέχει δω κι εκεί και δουλεύει σα σκυλί, μόνο στην όψη μοιάζει με καλάμι, στη πραγματικότητα είναι όλος νεύρο". -"Μου φαίνεται πως αυτό θα το δω μόνος μου". -"Και το σπουδαίο είναι πως δεν αντιμιλά. Δουλεύει με ζήλο".

-"Τί να σε κάνω; 'Αφησέ τον". Κι ο Αλιόσα άρχισε να μένει στον έμπορο. Η οικογένεια του εμπόρου δεν ήταν μεγάλη: η νοικοκυρά, η γριά μάνα του, ο μεγάλος γιος, παντρεμένος, με στοιχειώδη μόρφωση, ήτανε στη δουλειά μαζί με τον πατέρα του κι ο άλλος γιος, μορφωμένος, τελείωσε το Γυμνάσιο και πήγε στο Πανεπιστήμιο μα τον έδιωξαν από κει και καθότανε στο σπίτι κι ακόμα ήταν κι η κόρη, κοπελίτσα του Γυμνασίου. Στην αρχή ο Αλιόσα δεν τους άρεσε. Παραήταν χωριάτης κι άσχημα ντυμένος και τρόπους δεν είχε, μιλούσε σ' όλους στον ενικό. Μα σύντομα τονε συνήθισαν. Τους υπηρετούσε καλύτερα κι από τον αδερφό του, δεν αντιμιλούσε ποτέ, τονε στέλνανε σ' όλες τις δουλειές και τα 'κανε όλα πρόθυμα και γρήγορα χωρίς να σταματά από τη μια δουλειά στην άλλη. Κι όπως στο σπίτι του, έτσι και στου εμπόρου, όλες οι δουλειές είχανε πέσει στον Αλιόσα. Όσο πιο πολλά έκανε τόσο περισσότερα του φόρτωναν. Η νοικοκυρά, η μάνα του αφεντικού, η κόρη του αφεντικού, ο γιος του αφεντικού, ο επιστάτης, η μαγείρισσα τονε στέλναν μιαν εδώ και μιαν εκεί και τον έβαζαν να κάνει μια το 'να μια τ' άλλο. 'Ακουγες μόνο: «Τρέχα αδερφέ» ή «Αλιόσα, κανόνισε αυτό. Τι έγινε, Αλιόσα, ξέχασες μήπως; Κοίτα μην ξεχάσεις, Αλιόσα». Κι ο Αλιόσα όλο έτρεχε, κανόνιζε, κοίταζε και δε ξεχνούσε, κι όλα τα προλάβαινε κι όλο χαμογελούσε. Τις μπότες του αδερφού του γρήγορα τις χάλασε και το αφεντικό του τα 'ψάλε που γυρνούσε με τρύπιες μπότες και τα δάχτυλα έξω και τον πήγε στο παζάρι και τον έβαλε ν' αγοράσει καινούριες μπότες. Οι μπότες ήταν καινούριες κι ο Αλιόσα τις χαιρόταν, όμως τα πόδια του ήταν τα παλιά και το βράδυ τον πονούσαν απ' το τρέξιμο και θύμωσε με τις μπότες. Ο Αλιόσα φοβόταν μήπως ο πατέρας του θύμωνε όταν έρθει να πάρει τα λεφτά επειδή ο έμπορος έκοψε απ' το μισθό του για να πληρώσει τις μπότες. Το χειμώνα ο Αλιόσα σηκωνόταν προτού φέξει, έκοβε τα κούτσουρα, μετά σκούπιζε την αυλή, τάιζε τη γελάδα, πότιζε τ' άλογα. Μετά άναβε τη φωτιά, καθάριζε τις μπότες, τα ρούχα των αφεντικών, άναβε τα σαμοβάρια, τα καθάριζε, μετά τονε φώναζεν ο επιστάτης για να βγάλει το εμπόρευμα είτε η μαγείρισσα τον έβαζε να ζυμώσει ή να πλύνει τις κατσαρόλες. Μετά τον έστελναν στην πόλη για να πάει ένα σημείωμα σε κάποιον ή για να πάει τη κόρη του αφεντικού στο Γυμνάσιο ή για ν' αγοράσει καντηλόλαδο για τη γριά. «Πού χάνεσαι, ανάθεμά σε;», του λέγανε πότε ο ένας πότε ο άλλος. «Γιατί να πάτε οι ίδιοι, θα τρέξει ο Αλιόσα. Αλιόσκα! Ε, Αλιόσκα!» κι ο Αλιόσα έτρεχε. Έτρωγε πρωινό στο πόδι και σπάνια προλάβαινε να δειπνήσει με τους άλλους. Η μαγείρισσα τον έβριζε που 'τρεχε παντού, όμως τονε λυπότανε κιόλας και του άφηνε ζεστό φαγητό το μεσημέρι και το βράδυ. Ιδιαίτερα πολλή δουλειά έπεφτε κοντά στις γιορτές και μες στις γιορτές. Ο Αλιόσα χαιρόταν με τις γιορτές πολύ, γιατί του δίνανε χαρτζιλίκι, αν και λίγο -είχε μαζέψει εξήντα καπίκια-, όμως παρολαυτά ήτανε τα δικά του χρήματα και μπορούσε να τα ξοδέψει όπως ήθελε. Τον μισθό του δε τον έβλεπε στα μάτια του. Ο πατέρας ερχόταν, έπαιρνε από τον έμπορο τα χρήματα και μόνο γκρίνιαζε στον Αλιόσα για το πόσο γρήγορα χαλά τις μπότες του. 'Οταν μάζεψε δυο ρούβλια από τα λεφτά του χαρτζιλικιού αγόρασε, όπως τον είχε συμβουλέψει η μαγείρισσα, μια κόκκινη πλεχτή ζακέτα κι όταν τη φόρεσε δε μπορούσε να πάψει να χαμογελά από ικανοποίηση. Ο Αλιόσα μιλούσε λίγο, πάντα κοφτά κι απότομα κι όταν του δίναν εντολή να κάνει κάτι ή τονε ρωτούσαν αν μπορεί να κάνει το 'να ή τ' άλλο, τότε πάντα και χωρίς δισταγμό έλεγε:

-"Όλα μπορούν να γίνουνε". Και τα 'κανε στη στιγμή. Προσευχές δεν ήξερε καθόλου. Αυτές που του 'χε διδάξει η μάνα του τις είχε όλες ξεχάσει μα παρολαυτά προσευχότανε πρωί-βράδυ, προσευχόταν με τα χέρια, έκανε το σταυρό του. Έτσι έζησε ο Αλιόσα ενάμιση χρόνο και ξάφνου, το δεύτερο μισό του δεύτερου χρόνου, του συνέβη το πιο ασυνήθιστο γεγονός της ζωής του. Το γεγονός συνίστατο στο ότι με μεγάλη του έκπληξη έμαθε πως εκτός από τις σχέσεις που προκύπτουν μεταξύ των ανθρώπων λόγω ανάγκης υπάρχουν κι άλλες σχέσεις, εντελώς ιδιαίτερες, που δε χρειάζεται να καθαρίσεις τις μπότες κάποιου ή να κουβαλήσεις δέματα ή να ζέψεις τ' άλογο, αλλά σχέσεις τέτοιες που παρόλο που δεν έχεις την ανάγκη του άλλου ανθρώπου χρειάζεται να τον υπηρετείς, να τον χαϊδεύεις και πως ο ίδιος ο Αλιόσα είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Αυτό το 'μαθε από τη μαγείρισσα την Ουστίνια.

Η Ουστίνια ήταν ορφανή, νέα, και δούλευε σαν κι αυτόν. 'Αρχισε να λυπάται τον Αλιόσα κι ο Αλιόσα αισθάνθηκε για πρώτη φορά πως κάποιος άνθρωπος έχει την ανάγκη αυτού του ίδιου κι όχι της υπηρεσίας που προσφέρει. Όταν τον λυπόταν η μάνα του δεν το παρατηρούσε, του φαινόταν πως έτσι έπρεπε να 'ναι, πως είναι σαν να λυπάται ο ίδιος τον εαυτό του. Είδε όμως τώρα ξαφνικά πως η Ουστίνια, που είναι μια τελείως ξένη, τονε λυπάται και του αφήνει στο τσουκάλι χυλό με βούτυρο κι όταν αυτός το τρώει, κείνη, στηρίζοντας το πηγούνι της με το ξεμανίκωτο χέρι της, κάθεται και τον κοιτά. Κι όταν αυτός σηκώσει το βλέμμα προς το μέρος της, εκείνη γελά και γελά κι αυτός. Αυτό ήταν κάτι τόσο καινούριο και παράξενο που ο Αλιόσα στην αρχή τρόμαξε. Ένιωσε πως αυτό τον εμποδίζει να υπηρετεί όπως υπηρετούσε. Όμως, παρολαυτά, ήτανε χαρούμενος κι όταν κοιτούσε το παντελόνι του, που του το 'χε καρυκώσει κείνη, κουνούσε το κεφάλι και χαμογελούσε. Συχνά την ώρα της δουλειάς ή στο δρόμο θυμόταν την Ουστίνια κι έλεγε: «Αχ, ναι Ουστίνια!» Η Ουστίνια τονε βοηθούσε όπου μπορούσε κι αυτός βοηθούσε κείνη. Του διηγότανε τη μοίρα της, πως έμεινε ορφανή, πως τη πήρε η θεία της, πως τη δώσανε στη πόλη, πως ο γιος του εμπόρου είχε προσπαθήσει να τη πείσει για κάτι ανοησίες και πως αυτή τον έβαλε στη θέση του. Της άρεσε να διηγείται κι αυτός ευχαριστιόταν που την άκουγε. Είχε πάρει τ' αφτί του πως στις πόλεις συχνά συμβαίνει κάποιοι χωρικοί που δουλεύουν εργάτες να παντρεύονται μαγείρισσες. Μια φορά τον είχε ρωτήσει αν σκοπεύουν να τονε παντρέψουνε γρήγορα. Απάντησε πως δε ξέρει και πως δε θέλει να παντρευτεί στο χωριό.

-"Έχεις βάλει στο μάτι καμιά;" τονε ρώτησε κείνη. -"Εσένα θα σε παντρευόμουνα. Δέχεσαι"; -"Για δες το τσουκάλι πώς τα καταφέρνει ν' απαντά" είπε κείνη και του 'δωσε ένα χτύπημα στη πλάτη. "Γιατί να μη δέχομαι"; Τις απόκριες ο γέρος ήρθε στη πόλη για τα λεφτά. Η γυναίκα του εμπόρου είχε μάθει πως ο Αλιόσα σκέφτεται να παντρευτεί την Ουστίνια κι αυτό δεν της άρεσε, «Θα μείνει έγκυος και τι θα τη κάνουμε με το μωρό» σκέφτηκε. Το 'πε στον άντρα της. Το αφεντικό έδωσε τα χρήματα στον πατέρα του Αλιόσα.

-"Τι νέα; Καλά τα πάει ο δικός μου;" ρώτησε ο χωρικός. "Σου το 'πα πως δεν αντιμιλά". -"Δεν αντιμιλά μα σκέφτεται ανοησίες. Σκέφτεται να παντρευτεί τη μαγείρισσα. Κι εγώ δε σκοπεύω να κρατήσω παντρεμένους. Δε μας βολεύει". -"Χαζός είναι, χαζός! Τί του πέρασε απ' το μυαλό;" είπεν ο πατέρας. "Μη σε νοιάζει, θα του πω να τ' αφήσει αυτά". Πήγε στην κουζίνα ο πατέρας και κάθισε στο τραπέζι να περιμένει το γιο του. Ο Αλιόσα έτρεχε έξω για θελήματα και γύρισε λαχανιασμένος. "Εγώ νόμισα πως ξέρεις το δρόμο σου κι εσένα τί σου πέρασε απ' το μυαλό;" του 'πεν ο πατέρας. -"Εμένα; Τίποτα". -"Πώς τίποτα; Θέλησες να παντρευτείς. Θα σε παντρέψω όποτε θα 'ναι καιρός, θα σε παντρέψω μ' αυτή που πρέπει κι όχι με μια πόρνη από τη πόλη". Ο πατέρας είπε πολλά. Ο Αλιόσα στεκόταν και κοντανάσαινε. 'Οταν ο πατέρας τελείωσε, ο Αλιόσα χαμογέλασε. -"Και τί έγινε λοιπόν; Δε θα το συνεχίσω".

-"Έτσι μπράβο". 'Οταν ο πατέρας έφυγε κι έμεινε μόνος του με την Ουστίνια (κείνη στεκότανε πίσω από τη πόρτα κι άκουγε τι έλεγε ο πατέρας στο γιο του) της είπε: "Η δουλειά μας δε προχωρά, δε θα γίνει. 'Ακουσες; Έγινε έξω φρενών, δε μ' αφήνει". Κείνη άρχισε να κλαίει πάνω στη ποδιά της, χωρίς να μιλά. Ο Αλιόσα έκανε: "Τς τς τς. Πώς να μην υπακούσω; Είναι φανερό πως πρέπει να τ' αφήσουμε".

Το βράδυ, όταν η γυναίκα του εμπόρου τονε φώναξε να κλείσει τα παντζούρια, του 'πε:

-"Τί έγινε, άκουσες τον πατέρα σου ν' αφήσεις τις ανοησίες"; -"Φαίνεται πως τις άφησα", είπε ο Αλιόσα, γέλασε κι ύστερα έβαλε τα κλάματα. Από τότε ο Αλιόσα δεν ξαναμίλησε στην Ουστίνια για γάμο και ζούσε όπως πριν. Τη Σαρακοστή, ο επιστάτης τον έβαλε να καθαρίσει τη σκεπή από τα χιόνια. Αυτός σκαρφάλωσε στη σκεπή, τη καθάρισε κι άρχισε μετά να σπάζει τον πάγο από τα λούκια. Τα πόδια του όμως γλυστρήσανε κι έπεσε με το φτυάρι. Αλλά για κακή του τύχη δεν έπεσε στο χιόνι μα στη σιδερένια οροφή της εξώπορτας. Η Ουστίνια κι η κόρη του εμπόρου τρέξανε κοντά του.

-"Χτύπησες, Αλιόσα"; -"Ε, χτύπησα, εντάξει". Θέλησε να σηκωθεί μα δεν μπόρεσε κι άρχισε να χαμογελά. Τονε κουβάλησανε στο σπίτι του φύλακα. Ήρθε ο βοηθός του γιατρού, τον εξέτασε και τον ρώτησε πού πονά. "Παντού πονά αλλά εντάξει. Μόνο μη θυμώσει ο νοικοκύρης. Πρέπει να το μάθει ο μπαμπάς μου". Έμεινε ξαπλωμένος δυο εικοσιτετράωρα ο Αλιόσα και τη τρίτη μέρα φωνάξανε τον παπά. -"Τί έγινε, δε πιστεύω να σκοπεύεις να πεθάνεις;" ρώτησε η Ουστίνια. -"Και τί έγινε; Έτσι κι αλλιώς, μήπως θα ζήσουμε; Αργά ή γρήγορα θα γίνει", είπεν ο Αλιόσα μιλώντας γρήγορα όπως πάντα. "Σε 'φχαριστώ Ουστιούσα που με λυπόσουνα. Να λοιπόν που 'τανε καλύτερα που δε μας άφησαν να παντρευτούμε τελικά, γιατί δε θα οδηγούσε πουθενά. Τώρα όλα πήγαν καλά". Προσευχήθηκε μαζί με τον παπά, όμως μόνο με τα χέρια και τη καρδιά. Στη καρδιά του πίστευε πως όπως είναι δω καλά όταν υπακούς και δε πληγώνεις κανέναν έτσι θα 'ναι κι εκεί καλά. Μιλούσε λίγο. Ζητούσε μόνο να πιει νερό κι έδειχνε να ξαφνιάζεται με κάτι. Ξαφνιάστηκε με κάτι, τεντώθηκε και πέθανε.