t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Ένα καράβι να μας πάρει...

Παντοτινό όνειρο.

Κι όταν δε μπορεί να γίνει πραγματικότητα, καταφεύγουμε στην ποίηση ή στη ζωγραφική.

Ένα καράβι να μας πάρει...




Γιάννης Σταύρου, Ναυτική ιστορία σε εννέα έργα ζωγραφικής (πολύπτυχο)

...οι άνθρωποι στους πίνακες του είναι λιγοστοί.

Μοιάζουν μαρμαρωμένοι απένατι στο πεπρωμένο τους, είτε είναι οι νάυτες της προκυμαίας, είτε οι πολίτες του μόχθου που περιμένουν στη στάση του τραμ.

Που περιμένουν...

(από κείμενο του Μάνου Μπίρη για τη ζωγραφική του Γιάννη Σταύρου)

--------------------------------

Νίκος Καββαδίας, "Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ"

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
-- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
--μια γριά σ' ένα πολύβοο καφενείο--
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

...όταν ψάχνουμε τη Σκέψη με το φανάρι...


Γιάννης Σταύρου, Σε πράσινο φόντο, λάδι σε χαρτί

Στην εποχή που στην κυριολεξία ψάχνουμε τη Σκέψη με το φανάρι, οι επιστήμονες ανακαλύπτουν μηχάνημα που θ' ανιχνεύει τις σκέψεις των ανθρώπων...

Χάρισμα τους!

Μας αφήνει παγερά αδιάφορους η αποκάλυψη των σκέψεων του ανθρώπινου είδους. Από κάθε λογής σκουπίδια έχουμε πήξει εδώ και καιρό. Αρκεί που ακούμε ή διαβάζουμε τις επίσημες "σκέψεις" των συγχρόνων μας...
Μακριά από μας και οι κρυφές τους. Έλεος!

Ακολουθεί το σχετικό δημοσίευμα στο Blog της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ(19-11-2009):

Η ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

Οι επιστήμονες νευρολόγοι Jack Gallant και Shinji Nashimoto του πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ, ανακάλυψαν ένα μηχανισμό που μπορεί να αναπαραστήσει εικόνες από τα όσα σκέφτεται κάποιο άτομο, που μπορεί, με άλλα λόγια, να διαβάσει τη σκέψη και να την απεικονίσει.

Αυτός ο μηχανισμός βασίζεται στην ανάγνωση της δραστηριότητας των εγκεφαλικών κυμάτων τα οποία μετατρέπει σε κινούμενη εικόνα σε κάποιο μόνιτορ. Η ιδέα της ανάγνωσης της σκέψης, έστω και με "τηλεπαθητικό" μηχάνημα, που μας κάνει να σκεφτούμε διηγήματα Επιστημονικής Φαντασίας, είναι ιδιαίτερα ελκυστική, όλοι θα θέλαμε να μπορούμε να διαβάζουμε τη σκέψη των άλλων. Οι επιστήμονες, πέρα από τις πολλές άλλες εφαρμογές, μας λένε ότι πολύ σύντομα η αστυνομία θα καταφέρνει με αυτή τη μέθοδο να εξιχνιάζει όλα τα εγκλήματα. Ο Jack Gallant, που είναι επικεφαλής των ερευνών, δηλώνει ότι είναι πολύ ευχαριστημένος με τα αποτελέσματα του πειράματος και το γεγονός ότι οι εικόνες που εκπέμπει στην οθόνη το μηχάνημα είναι κάπως θολές, ή το ότι συχνά απουσιάζουν κάποια αντικείμενα στην απεικόνιση, οφείλεται στο γεγονός ότι τα άτομα, όταν βλέπουν κάτι και θέλουν να το περιγράψουν, αναζητούν αυτόματα μια οικεία εικόνα ή λέξη και αυτός ο στιγμιαίος δισταγμός, μέχρι να αποφασίσουν συνειδητά, επηρεάζει προς το παρόν αρνητικά το μηχάνημα. Πιστεύει ότι η πρόοδος αυτής της έρευνας θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στην ανθρωπότητα, από την εξιχνίαση εγκλημάτων ως το να δίνει τη δυνατότητα σε άτομα που είναι ανίκανα να κινηθούν και να μιλήσουν, να επικοινωνούν με το περιβάλλον. Η επιστήμη θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει τα δυσλεκτικά άτομα, αλλά σύντομα θα μπορούμε και να καταγράφουμε τα όνειρά μας!

Στο πείραμά τους, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ένα ειδικό σκάνερ (σαρωτή) που χρησιμοποιείται ευρέως στα σύγχρονα νοσοκομεία και εξέτασαν τους εγκεφάλους δύο εθελοντών που παρακολουθούσαν εικόνες και ταινίες σε μια οθόνη. Η εγκεφαλική δραστηριότητα,την οποία κατέγραφε ο σαρωτής, έμπαιναν σε ένα ειδικό πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή το οποίο έψαχνε για τη διασύνδεση ανάμεσα στο σχηματισμό μορφών, χρωμάτων και κίνησης στο βίντεο και στη δραστηριότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου. Μια εικόνα στην οθόνη έδειχνε τον κωμικό Στηβ Μάρτιν, ντυμένο στα λευκά, και το μηχάνημα κατάφερε να μεταφέρει στη δική του οθόνη την εικόνα που σχηματίστηκε στα κεφάλια των δυο εθελοντών. Το κομπιούτερ έπιασε σωστά το περίγραμμα του ηθοποιού, έδειξε ότι τα ρούχα του ήταν λευκά, αλλά αδυνατούσε να δείξει, πέρα από το περίγραμμα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του κωμικού. Μια άλλη εικόνα έδειχνε τον ουρανό πάνω από την πόλη και ένα αεροπλάνο να πετά. Το μηχάνημα σχημάτισε μια πολύ σωστή εικόνα του ουρανού, με σωστά χρώματα και σύννεφα, αλλά δεν κατάφερε να "πιάσει" καθόλου το αεροπλάνο.Όταν οι εθελοντές έβλεπαν κάποια ταινία, το μηχάνημα που αναμετάδιδε με εικόνες τη σκέψη τους, ή πιο σωστά, την εγκεφαλική τους δραστηριότητα, έδειχνε αποσπάσματα της ταινίας ακριβώς ίδια με αυτά που έβλεπαν οι εθελοντές, αλλά συχνά με αρκετά θολή εικόνα.

"Μερικές εικόνες αποκωδικοποιούνται καλύτερα από άλλες", μας λέει ο Gallant. "Μπορούμε να απεικονίσουμε σχεδόν στην εντέλεια τα πρόσωπα ανθρώπων που κάθονται και μιλούν, αλλά η γρήγορη κίνηση της κάμερας στο χώρο, μπερδεύει τον αλγόριθμο".

Αυτό το πείραμα ήταν το τελευταίο μιας ολόκληρης σειράς που γίνονται με στόχο να καταδείξουν ότι, μετά την αφενός τόσο αιφνίδια και αφετέρου τόσο μεγάλη αύξηση των γνώσεων και των τεχνολογιών μας τα τελευταία χρόνια, καθίσταται προφανές ότι οι μηχανές θα μπορούν πολύ σύντομα να διαβάζουν και να καταγράφουν και τις πιο μύχιες σκέψεις μας. Ακούγεται τρομακτικό και όντως είναι, αφού από όσο βλέπω, οι επιστήμονες δεν αστειεύονται καθόλου, έχουν βαλθεί να αποδείξουν ότι ο Ισαάκ Ασίμοφ, ο Ρέι Μπράντμπερι και ο Βαν Βογκτ, φαντάστηκαν κάτι που ήταν πολύ πιο κοντά απ' όσο και οι ίδιοι φαντάζονταν . Ίσως κοντύτερα όλων να βρίσκεται ο Όργουελ, με το εφιαλτικό 1984 (που δημοσιεύθηκε πριν από 60 ακριβώς χρόνια, το 1949 από τις εκδ. Secker and Warburg).

Στο University College του Λονδίνου, έκαναν παράλληλες έρευνες με σαρωτές εγκεφάλου και κατάφεραν να "πιάσουν" το 50% των αναμνήσεων που ανακαλούσε κάποιος εθελοντής. Υπάρχει πραγματικά μεγάλη πρόοδος και στον τομέα της ανίχνευσης του ανθρώπινου εγκεφάλου και στις ΗΠΑ χρησιμοποιήθηκαν παρόμοιες τεχνικές για να καταμετρηθούν οι ακαδημαϊκές δυνατότητες μαθητών (τα παλιά καλά τεστ IQ θεωρούνται ανακριβή και πεπαλαιωμένα), για να ανιχνευθούν πρώιμα σημάδια της νόσου του Alzheimer, αλλά και για να προβλέψουν, με μεγάλη στατιστική επιτυχία μάλιστα, τι απόφαση θα πάρει κάποιο άτομο που αντιμετωπίζει ένα δίλημμα, τι απάντηση θα δώσει συνειδητά, απέναντι σε κάποιο πρόβλημα. Εκπληκτικά πράγματα! Που μπορούν να κάνουν πολύ μεγάλο καλό, αλλά και πολύ μεγάλο κακό. Γιατί υπάρχει βέβαια και η άλλη όψη.

Στη Μ.Βρετανία, το "τηλεπαθητικό" μηχάνημα αγοράστηκε ήδη από 2 μεγάλες πολυεθνικές, την Unilever και την McDonald's. Αυτές οι κυρίες ενδιαφέρονται να μάθουν πώς σκεπτόμαστε και να προσπαθήσουν να επηρεάσουν τη σκέψη μας για να καταναλώνουμε περισσότερο τα προϊόντα τους. Επίσης, στα χέρια ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, αυτή η τεχνική θα μπορούσε να καταστεί δραματικά επικίνδυνη. Ο καθηγητής δρ. Russel Foster, του πανεπιστημίου του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, είναι πεπεισμένος ότι "οι ταχύτατες πρόοδοι στον τομέα της ανίχνευσης του εγκεφάλου δημιουργούν πολλά ηθικά προβλήματα". Θεωρεί πάρα πολύ σημαντικό να πληροφορούν με κάθε δυνατό τρόπο οι επιστήμονες το κοινό πάνω στις έρευνές τους, δίνοντάς του τη δυνατότητα να συμμετέχει σε μια δημόσια συζήτηση πάνω στο πώς πρέπει να χρησιμοποιείται η αυτή η νέα γνώση.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

...ο κόσμος έγινε αβίωτος...


Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτα πλοίων, λάδι σε καμβά

Ionesco, Η εποχή της οργής

Δεν είμαι ο μόνος που λέει πως ο κόσμος έγινε αβίωτος.

Οι λαοί παραληρούν. Οι άνθρωποι ξεπέρασαν ακόμα και τα όρια της αγένειας. Δεν υπάρχει πλέον επιλογή σ΄αυτήν ή την άλλη αιτία.

Ο γενικευμένος τρόμος που βιώνουμε κάνει τους πιο ευαίσθητους ανίκανους να υπομείνουν αυτό το τεράστιο φορτίο. Φθάνουν στο χείλος της αυτοκτονίας, εκτός αν τους σκοτώσουν.

Οι άλλοι, οι πιο δυνατοί, ζουν μέσα στον τρόμο σαν μέσα στο στοιχείο τους, φυσικά και φυσιολογικά - όντας, αυτό είναι φυσικό και φυσιολογικό. Η ειρήνη και η πραότητα είναι αφύσικες.

Ανάμεσα, όμως, στους πιο δυνατούς συγκαταλέγονται οι πολιτικοί, οι φανατικοί, οι δολοφόνοι, οι σφαγείς...


--------------------------------------

Ιονέσκο, από την "Εποχή της οργής".
"Η Ελεγεία ενός Παράλογου Κόσμου", Εκδόσεις Ροές

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Μελαγχολία και πολιτική


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό II, λάδι σε καμβά

Απόλαυση του κειμένου συνέχεια...

Παναγιώτης Κονδύλης, "Μελαγχολία και πολιτική"

Ο δανδής αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως άκρως εκλεπτυσμένη και απολύτως αναντικατάστατη ατομικότητα, και το spleen από το οποίο εμφορείται είναι το αντίτιμο που πρέπει να καταβάλει γι’ αυτήν του την εκλεπτυσμένη και αναντικατάστατη φύση – αντίτιμο το οποίο πληρώνει βέβαια αγόγγυστα. Γιατί το spleen μπορεί μεν να σημαίνει εσωτερική δοκιμασία και ερωτοτροπία με την άβυσσο, συνάμα όμως είναι σήμα κατατεθέν του εκλεκτού και πνευματικός τίτλος ευγενείας, προ πάντων δε είναι οφθαλμοφανέστερο διακριτικό γνώρισμα και μέσο περιχαράκωσης έναντι των πολλών, οι οποίοι είναι ανίκανοι να βιώσουν τέτοια εκλεκτά αισθήματα. Το μελαγχολικό habitus εμπεριέχει κοινωνική αιχμή, και ως εκ τούτου δεν κρύβεται. Καθώς θεωρείται παρεπόμενο και πεμπτουσία της ατομικής εκλέπτυνσης, εκτίθεται σε κοινή θέα, προκειμένου μέσω της αντίθεσης να βάλει το profanum vulgus μπροστά στον καθρέφτη. Όμως, για να αποδώσει η πρόκληση, δεν επιτρέπεται να δοθεί η εντύπωση, ότι η μελαγχολία δεν είναι παρά αδυναμία χαρακτήρα ή φυγή από εκείνους τους αγώνες που απαιτούν μάλλον σκληραγωγία παρά εκλέπτυνση. Γι’ αυτό κάνει την είσοδό της στη σκηνή επιθετικά και εμφανίζεται σε δηκτική ειρωνεία που αστράφτει μεν, παραμένει όμως πάντοτε σε δεύτερο πλάνο – και μόνο ως φόντο της ειρωνείας γίνεται αισθητή. Στον βαθμό που η μελαγχολία χάνει σε ποιότητα προκειμένου να μετατραπεί σε εχθρότητα ή διαμαρτυρία, εκφυλίζεται και η ειρωνεία σε προπετή εριστικότητα. Αυτός ο συνδυασμός γεννά τον σημερινό δημοσιογραφικό κριτικό του πολιτισμού, που μπορεί να χαρακτηριστεί ως χυδαίος ή μαζικοδημοκρατικός δανδής.

Από τον δανδή, που αποφεύγει την κοινωνία και αποζητά το σαλόνι, διαφοροποιείται ο αναχωρητής, που απογοητευμένος από την πορεία του κόσμου ανακαλύπτει την σοφία στη φροντίδα του κήπου του ή πάλι αποτραβιέται ως ασκητής και προφήτης στην έρημο και από κει εξαπολύει τους μύδρους του ενάντια στην αμαρτωλή τροπή της ζωής του λαού του. Στην τελευταία περίπτωση, το αντίστοιχο της μελαγχολίας δεν είναι πλέον η καλλιεργημένη πολυσήμαντη ειρωνεία, αλλά ο μελετημένος σαρκασμός που κορυφώνεται σε ιερή οργή, γιατί στη θέση του επιπόλαιου ανηθηκισμού του δανδή κάνει την εμφάνισή του ένας αυστηρός, βαθιά δύσπιστος και μονίμως άγρυπνος ηθικισμός. Καθώς το ηθικό αίτημα είναι απόλυτο, η επαφή με την εκάστοτε συγκεκριμένη ανθρώπινη πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην απελπισία, και το πέρασμα από τη μελαγχολία στην απελπισία συντελείται αυτόματα μαζί με το πέρασμα από την απελπισία στην επιθετικότητα του τιμητή. ΄Όμως τιμητής έχει το δικαίωμα να είναι, βέβαια, μόνο όποιος νοιώθει τη συνείδησή του απαλλαγμένη από βάρη. Γι’ αυτόν τον λόγο ο προφήτης (όσο παραμένει προφήτης, δηλ. όσο αγαπάει την έρημο περισσότερο από την τύρβη της πολιτικής) δεν μπορεί να βρει αυθεντικούς συνοδοιπόρους, και κατά βάθος ούτε και θέλει: η φωνή του ορθού φρονήματος ακούγεται δυνατότερα και καθαρότερα όταν βγαίνει από ένα και μοναδικό στόμα.

Σε αυτό το σημείο χωρίζουν οι δρόμοι του μοναχικού προφήτη από εκείνους του πολιτικού επαναστάτη, ο οποίος είναι αναγκασμένος να στηριχτεί στη συλλογική δράση. Ανάλογα διαφοροποιείται και η κοινωνική αποβλεπτικότητα της μελαγχολίας. Αυτήν δεν τη γεννάει τώρα το θέαμα της γενικής ηθικής κατάντιας, που ενδεχομένως να κατέληγε σε μια εξ ίσου γενική θρηνολογία για την ανθρώπινη διαφθορά, αλλά μάλλον η σύγκριση ανάμεσα σε ό,τι θα μπορούσαν, και μάλιστα όφειλαν να είναι, αν είχαν μπορέσει να εξελιχτούν σύμφωνα με την αληθινή φύση και τον αληθινό προορισμό τους. Η μελαγχολία αντιστοιχεί λοιπόν σε μία απώλεια ή πάντως σε μια έλλειψη, που μελλοντικά θα αντισταθμιστεί, αλλά μέχρι τότε χρησιμεύει ως μέτρο προσφυές για την αποτίμηση της παρουσίας του κακού στην κοινωνία. Εδώ κάνει την εμφάνισή της η τυπική αντιδιαστολή Είναι και Δέοντος, ιδεώδους και πραγματικότητας, ως μοχλός επαναστατικής αλλαγής της τελευταίας. Η πεποίθηση πως κάθε άνθρωπος είναι δυνητικός φορέας του Δέοντος και του ιδεώδους επιτρέπει, ανεξάρτητα από τις γενικόλογες ηθικές αιτιάσεις, τη συγκέντρωση των πυρών της πολεμικής στα συγκεκριμένα κακώς κείμενα της κοινωνίας, και επομένως τη στρατολόγηση συμμάχων ή οργάνων για τη δίκαιη υπόθεση από την πλειοψηφία εκείνων που στηλίτευε ο φλογερός αλλά απολιτικός προφήτης. Στη συλλογική δράση ή, όταν η δράση δεν μπορεί να είναι συλλογική με την έννοια της μαζικής συμμετοχής, στη μέθη απλώς του ακτιβισμού εξαφανίζεται τελικά και η μελαγχολία. Γιατί στην πολιτική απραξία, η απώλεια ή η έλλειψη για τις οποίες κάναμε λόγο γίνονται αισθητές στον μέγιστο βαθμό. Αυτός είναι ο λόγος που η επαναστατική πράξη, η οποία κανονικά θα έπρεπε να είναι απλώς το μέσο της αναίρεσης της απώλειας και της έλλειψης, βιώνεται και θεωρείται η ίδια ως αναίρεση, καθώς συνιστά το αντίθετο της απραξίας.

*Παναγιώτης Κονδύλης, "Μελαγχολία και πολιτική", στο: Μελαγχολία και πολιτική. Δοκίμια και μελέτες, πρόλογος: Reinhart Koselleck, επιμέλεια: Κώστας Κουτσουρέλης, επίμετρο: Volker Gerhardt, Θεμέλιο, Αθήνα 2002, μετάφραση του δοκιμίου: Μιχάλης Παπανικολάου.
Πρώτη δημοσίευση: "Melancholie und Polemik", στο: L. Heidbrink (Hg.), Entzauberte Zeit, Hanser, Muenchen 1997

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό...


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Από την "Αμοργό"
Νίκος Γκάτσος


Πόσο πολύ σ' αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη το φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνου στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγκανοπήγαδο σκουριασμένο βογκάει
Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

να αναπολείς με κάποιο έργο ζωγραφικής, να απολαμβάνεις ένα καλό κείμενο...


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό, λάδι σε καμβά

Δε μένουν πολλά αν δεν ανήκεις στο σημερινό μόρφωμα που κατακλύζει κάθε εκδήλωση του βίου μας.
Δεν υπάρχει χώρος σκέψης, δράσης, αντίστασης.
Ακόμα κι ο περίπατος είναι απαγορευμένος στους σκουπιδώνες των πόλεων...

Μόνη διέξοδος να ξεθάβεις κάποιο ποίημα, να αναπολείς με κάποιο έργο ζωγραφικής, να απολαμβάνεις ένα καλό κείμενο...

Για το "Είναι και Χρόνος" του Heiddeger

Συλλογή εξεζητημένων και ασαφών κοινοτοπιών

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | 21 Δεκεμβρίου 1997 | TO BHMA

Θεωρώ το «Είναι και Χρόνος» ένα από τα υπερτιμημένα βιβλία του αιώνα μας· για την ακρίβεια, μου φαίνεται ως μια συλλογή κοινοτοπιών μεταφρασμένων σε γλώσσα εξεζητημένη και ασαφή. Στη διαπίστωση αυτή καταλήγει όποιος βγαίνει από τη στενή φιλοσοφική προοπτική και εποπτεύει την ιστορία των ιδεών και των προβλημάτων στο σύνολό της. Οι φιλόσοφοι, όντας κατά κανόνα μονομερέστατα μορφωμένοι, συνήθως διογκώνουν τη σημασία των όσων συμβαίνουν στο δικό τους πεδίο και θεωρούν πρωτότυπο ένα συγγραφέα μόνο και μόνο επειδή οι ίδιοι πληροφορήθηκαν μερικά πράγματα για πρώτη φορά απ’ αυτόν. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία των Νεοτέρων Χρόνων δεν δημιούργησε δική της αυτοτελή προβληματική, αλλά παρακολούθησε, άμεσα ή έμμεσα, καλύτερα ή χειρότερα, τις ραγδαίες εξελίξεις των επιστημών, αρχικά κυρίως των θετικών και κατόπιν κυρίως των κοινωνικών – ανθρωπολογικών. Η γνωσιοθεωρητικά προσανατολισμένη φιλοσοφία του υποκειμένου στον 17ο και στον 18ο αι. συγκροτήθηκε ως προσπάθεια να απαντηθούν τα ερωτήματα που έθεσε η τοτινή μαθηματική φυσική (διάκριση πρωτευουσών και δευτερευουσών ιδιοτήτων, αιτιότητα, ουσία). Οι κοινωνικές και ανθρωπολογικές επιστήμες, που άρχισαν να θεμελιώνονται στον 18 αι. και ανδρώθηκαν στον 19ο, εγκαινίασαν μια θεώρηση θανάσιμη για τον ζωτικό μύθο της φιλοσοφίας, τον μύθο της αυτονομίας του πνεύματος, καθώς έδειξαν τις εξαρτήσεις της όχι μόνο από «ανορθολογικούς» και «υπαρξιακούς» αλλά και από «εξωπνευματικούς», κοινωνικοοικονομικούς και ιστορικούς παράγοντες.

Κάτω από την πίεση των ρευμάτων αυτών το κεντρικό πρόβλημα της φιλοσοφίας γίνεται τώρα η αναίρεση του εαυτού της ή τουλάχιστον η αναίρεση του τρόπου με τον οποίο κατανοούσε παραδοσιακά ­ και υπεροπτικά ­ τον εαυτό της. Το έργο των Μαρξ, Νίτσε, Φρόιντ, Ντίλταϊ, ο αμερικανικός πραγματισμός και ο Μπέρξον είχαν δείξει με διάφορους τρόπους, αλλά ήδη επαρκέστατα, ότι η φιλοσοφία και η πνευματική δημιουργία γενικότερα ριζώνουν σε στρώματα βαθύτερα και είχαν έτσι θέσει το ζήτημα της οντολογίας των στρωμάτων αυτών. Ο Χάιντεγκερ προσεγγίζει την προβληματική τούτη μέσω του προγράμματος της φαινομενολογίας του Χούσερλ: να διερευνηθεί η συγκρότηση του προεπιστημονικού υποκειμένου ως του εδάφους πάνω στο οποίο αναπτύσσεται το επιστημονικό κοσμοείδωλο. Ωστε όχι μόνο δεν εγκαινιάζει τη νέα φιλοσοφική θεώρηση και μαζί τη νέα θεώρηση του φιλοσοφικού φαινομένου, αλλά μάλλον βρίσκεται στο τέρμα μιας πορείας. Και όχι μόνο δεν διευρύνει τη συναφή προβληματική, αλλά απεναντίας την περιορίζει, μολονότι, με το στομφώδες ύφος του, δημιουργεί την εντύπωση ότι εξαγγέλλει πρωτάκουστες αλήθειες. Τούτος ο περιορισμός του ορίζοντα της έρευνας είναι τριττός. Πρώτον, η «θεμελιακή οντολογία» είναι «φιλοσοφική ανθρωπολογία», ήτοι το αναζητούμενο βαθύτερο στρώμα εντοπίζεται στη σταθερή υπαρξιακή δομή του ανθρώπινου είναι ως είναι ατομικού. Μολονότι τονίζεται ότι στη δομή αυτή συμπεριλαμβάνονται εξ ορισμού η ύπαρξη μέσα στον κόσμο και η συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους, ωστόσο τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη βλέπονται αποκλειστικά στην προοπτική του ατομικού ανθρώπινου είναι, ενώ η συγκρότηση του κοινωνικού υποκειμένου και του κοινωνικού κόσμου παραμένει στο περιθώριο. Μολονότι λοιπόν πολλοί πιστεύουν ότι ο Χάιντεγκερ ξεπέρασε την παραδοσιακή φιλοσοφία του υποκειμένου προς την κατεύθυνση μιας κοινωνικής οντολογίας, αυτό ακριβώς δεν μπόρεσε να κάμει. Γιατί αποτελούν δύο διαφορετικά πράγματα η εννοιολογική σύλληψη του κοινωνικού είναι στην υπερατομική του διάσταση και η διαπίστωση ότι η ατομική ύπαρξη έχει μια κοινωνική διάσταση. Η ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, η οποία άλλωστε στον Χάιντεγκερ συνίσταται σε επιφανειακές νύξεις, αποκτά κοινωνιοοντολογικό νόημα μόνο όταν επιχειρείται με δεδομένη τη συγκρότηση του κοινωνικού είναι, οι ενδοανθρώπινες σχέσεις είναι κοινωνικές μόνον εφόσον διαδραματίζονται εντός κοινωνίας και εν γνώσει αυτού του θεμελιώδους γεγονότος.

Δεύτερον, ο προσδιορισμός των υπαρξιακών σταθερών του ανθρώπινου είναι εμφανίζεται μονομερής και αυθαίρετος. Στη μετατροπή ανθρωπολογικών κατηγοριών σε οντολογικές ο Χάιντεγκερ ακολουθεί τον Κίρκεγκααρντ, ο οποίος περιέγραψε υπαρξιακές καταστάσεις του ανθρώπου ως συναρτήσεις της οντικής του συνάφειας με κάτι υπέρτερο και περιεκτικότερο και όχι απλώς ως ψυχολογικές συγκυρίες. Πέρα από αυτό, ο βασικός κορμός των οντολογικών κατηγοριών, τις οποίες αποδίδει ο Χάιντεγκερ στο ανθρώπινο είναι, παραλαμβάνεται αυτούσιος και χωρίς καμία ιδιαίτερη εξήγηση από τη θεολογική σκέψη, ξεκινώντας από τον Αυγουστίνο. Δεν είναι διόλου αυτονόητο όμως ότι κατηγορίες διαμορφωμένες μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις και υπό συγκεκριμένες κοσμοθεωρητικές προϋποθέσεις ενδείκνυνται ως άξονες μιας υπεριστορικής, δηλ. οντολογικής ανάλυσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Και το ατόπημα επιδεινώνεται επειδή ο Χάιντεγκερ εντάσσει έννοιες κατ’ εξοχήν θεολογικές σε ένα πλαίσιο που ο ίδιος το θέλει αθεϊστικό. Αλλά γιατί να είναι η «ενοχή» λ.χ. εξ υπαρχής συστατικό στοιχείο μιας ανθρώπινης ύπαρξης απλώς «ριγμένης» μέσα σε έναν κόσμο δίχως νόημα ­ τουλάχιστον νόημα κατοχυρωμένο από κάποιον, απέναντι στον οποίο ο άνθρωπος θα όφειλε να νιώθει ένοχος;

Τρίτον, μολονότι η οντολογία του ανθρώπινου είναι αναζητεί τη διάσταση βάθους πέραν των γνωστικών – φιλοσοφικών αλλά και πέραν των ηθικών εννοιών, παραμένει η ίδια σημαδεμένη από αξιολογικές αρέσκειες και απαρέσκειες. Βεβαίως, ο Χάιντεγκερ αρνείται ότι ηθικολογεί ή ασκεί κριτική του πολιτισμού, ωστόσο όποιος έχει εξοικειωθεί με τη γερμανική γραμματεία και δημοσιογραφία της δεκαετίας του 1920 αναγνωρίζει εύκολα την καταγωγή των μοτίβων του. Η αξιολογική τάση δεν ακολουθεί την πεπατημένη της ηθικής θεωρίας ­ απεναντίας, η τρέχουσα αστική ηθική βάλλεται έμμεσα ­, αλλά αρθρώνεται ως αντιπαράθεση της «αυθεντικής» προς την «αναυθεντική» ύπαρξη, όπως αυτή τάχα δεσπόζει στο επίπεδο της ανώνυμης μάζας. Γύρω από την αντιπαράθεση τούτη συνομαδώνονται και πλείστες άλλες κατηγοριακές διακρίσεις, π.χ. εκείνη ανάμεσα σε «αποφασιστικότητα» (προκειμένου να αναμετρηθεί κανείς με τα έσχατα προβλήματα της ύπαρξης) και «αναποφασιστικότητα». Με την ίδια αντιπαράθεση συνυφαίνονται τα όσα θα γράψει αργότερα ο Χάιντεγκερ υπό τη μορφή κριτικής του τεχνικού πολιτισμού.

Ας δείξουμε τώρα με κάθε συντομία σε ένα κεντρικό παράδειγμα πώς επηρεάζουν τα τρία αυτά δεδομένα τις αναλύσεις του «Είναι και Χρόνος». Στην πραγμάτευση του θανάτου συγκλίνουν η επικέντρωση στο ατομικό είναι, οι θεολογικές μνήμες και η αντίθεση «αυθεντικό – αναυθεντικό», δίνοντας ένα αποτέλεσμα μεγαλόστομο, βέβαια, ελάχιστα όμως ουσιαστικό από τη σκοπιά της κοινωνικής οντολογίας. Ο θάνατος ενδιαφέρει ως καταλύτης του φόβου εκείνου και της προσδοκίας εκείνης που τάχα μαρτυρούν ότι η ύπαρξη ζει αυθεντικά στο ακραίο όριο των δυνατοτήτων της. Πίσω όμως από τη δραματική εικόνα της υπαρξιακής υπερέντασης ενός μοναχικού ανθρώπινου όντος, που βιώνει ό,τι γνησιότερο έχει στο χείλος μιας αβύσσου, δεν βρίσκεται απολύτως τίποτε. Οπως και πολλοί άλλοι πριν από αυτόν, έτσι και ο Χάιντεγκερ δεν καταφέρνει να πει το παραμικρό για τον θάνατο καθ’ εαυτόν. Γιατί, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, ο άνθρωπος δεν μπορεί να συνδέσει καμία σκέψη με τον θάνατο και αποκλειστικά με τον θάνατο. Ο,τι σκέφτεται μιλώντας για τον θάνατο είτε αναφέρεται στη ζωή (ως κάτι που δεν θέλει να χάσει) είτε αναφέρεται σε ό,τι πιστεύει ότι τον περιμένει μετά από τη ζωή· η στιγμή και η στιγμιαία βίωση του θανάτου ξεφεύγει από κάθε δυνατότητα νοητικής σύλληψης ­ ίσως γιατί δεν υπάρχει. Το οντολογικό πρόβλημα είναι επομένως πολύ ευρύτερο από τη σχέση μιας «αυθεντικής» ύπαρξης με μιαν πομφόλυγα. Συνίσταται στην ανίχνευση των συνεπειών της θνητότητας του ανθρώπου για τη συγκρότηση της κοινωνικής του ύπαρξης. Δεν ρυθμίζει η σχέση του ανθρώπου προς τον θάνατο τις σχέσεις του προς τους άλλους ανθρώπους, αλλά αντίθετα: οι σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους καθορίζουν άμεσα ή έμμεσα το πώς πεθαίνει και πώς βαδίζει προς τον θάνατό του. Αυτό ισχύει όχι μόνο για όποιον στέκει μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα ως στέλεχος μιας πολιτικής παράταξης, αλλά και για όποιον πεθαίνει πιστεύοντας ότι αποδημεί εις Κύριον γιατί και αυτή η πίστη είναι πίστη μιας κοινότητας, στην οποία ανήκει ο θνήσκων. Επιπλέον, η θνητότητα του ανθρώπου σημαίνει τη δυνατότητα της βίαιης θανάτωσής του. Ακριβώς το γεγονός του βίαιου θανάτου όμως οριοθετεί ολόκληρο το φάσμα των δυνατών σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπους: η ακραία φιλία εκδηλώνεται όταν θυσιάζω τη ζωή μου για κάποιον και η ακραία έχθρα όταν σκοτώνω κάποιον. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα κινούνται όλες οι άλλες σχέσεις.

Τέτοιοι και παρόμοιοι κατ’ εξοχήν προβληματισμοί της κοινωνικής οντολογίας ούτε καν θίγονται στο «Είναι και Χρόνος». Η οπτική του είναι ορισμένη και περιορισμένη. Ετσι, παρά το πλήθος των αναγνωστών και υπομνηματιστών του, ελάχιστα γονιμοποίησε τις ανθρωπολογικές και κοινωνικές, ακόμη και τις φιλοσοφικές σπουδές ­ οι επαναλήψεις και οι παραφράσεις ή οι παραθέσεις ηχηρών φράσεων και όρων δεν συνιστούν τέτοια γονιμοποίηση. Δεν μπορώ να βρω εδώ κάτι που ο ευρύτερα ενημερωμένος αναγνώστης δεν θα το έβρισκε κάπου αλλού, ειπωμένο καλύτερα και απλούστερα. Φυσικά, όταν ένα έργο ­ για οποιουσδήποτε λόγους ­ βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, συνδέεται με όλες τις τρέχουσες συζητήσεις και έτσι γεννιέται η οπτική απάτη ότι το περιεχόμενό του είναι πολύ πλουσιότερο απ’ ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Τα ίδια ισχύουν και για το μεταγενέστερο έργο του Χάιντεγκερ. Σε άλλη θέση έχω δείξει ότι τόσο η κριτική του στη μεταφυσική όσο και η κριτική του στη νεότερη τεχνικοεπιστημονική σκέψη λίγες αξιώσεις πρωτοτυπίας και βάθους έχουν. Ωστόσο, ήδη οι αρχαίοι γνώριζαν ότι τις τύχες των βιβλίων τις καθορίζουν διαφορετικοί και πολλαπλοί παράγοντες. Habent sua fata libelli.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια...

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους...


Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σεφέρης

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει το κυνήγι
είταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ' αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίιτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που πάιζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ' εκείνους που έμειναν μ' εκείνους που έφυγαν
μ' άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ' ένα κρεββάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να 'ρθεί, πως τον στολίζουν
μ' άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να 'ρθεί να μ' αποχαιρετήσει

ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ' τη σκάλα.
Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Γιάννης Σταύρου: Ατομική έκθεση ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη μέχρι τις 14 Νοεμβρίου...

Συνεχίζεται η έκθεση ζωγραφικής του Γιάννη Σταύρου, με τίτλο "Ταξίδια στον Χρόνο", στη Θεσσαλονίκη μέχρι τις 14 Νοεμβρίου. Αίθουσα τέχνης ΙΑΝΟΣ, Αριστοτέλος 7. Επισκέψεις καθημερινά 9.00-21.00, Σάββατο 9.00-18.00

Φωτογραφία από την έκθεση στον ΙΑΝΟ της Θεσσαλονίκης...



Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Γιάννη Σταύρου στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στις 20 Οκτωβρίου 2009.

ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΥΡΟΥ

Δουλεύω σε πιο ελεύθερο σχέδιο, με περισσότερο χρώμα


“Ο κόσμος μου είναι οριακά ανεκτός πλέον. Ζω με εικόνες του παρελθόντος που έχουν μια συναισθηματική φόρτιση στον εγκέφαλό μου”. Ο θεσσαλονικιός ζωγράφος Γιάννης Σταύρου αποστασιοποιείται συνειδητά από όσα μας περιβάλλουν. Και στην τέχνη του και στη ζωή του.

Της Έλσας Σπυριδοπούλου
spiridopoulou@makthes.gr

Είχαμε χρόνια να συναντηθούμε. Ανταμώσαμε με αφορμή την έκθεση που παρουσιάζει από σήμερα στο πατάρι του βιβλιοπωλείου “Ιανός” (Αριστοτέλους 7). “Ταξίδια στο χρόνο” τιτλοφορείται και αντανακλά τη διάθεση του δημιουργού της.

Τόσο μέσα από τις εικόνες (λιμάνια, καράβια, φύση) όσο και μέσα από τα χρώματα με τα οποία είναι ντυμένη.

Η Θεσσαλονίκη (αν και ο καλλιτέχνης ζει στην Αθήνα) πάντα παρούσα στις πινελιές του, έστω και υπαινικτικά. Η μαύρη κορνίζα έρχεται σε αντίθεση με το κόκκινο, το κίτρινο, το μπλε. “Δουλεύω σε πιο ελεύθερο σχέδιο, με περισσότερο χρώμα. Περνάω μια περίοδο που μ’ αρέσει το γυαλισμένο χρώμα, το πιο ζωντανό. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι είναι φωτεινότερο αυτό το έργο μου συγκριτικά με το παρελθόν, κι ας έχει μαύρο μέσα. Ο συνδυασμός κόκκινο - λευκό - μαύρο είναι πολύ έντονος στη δουλειά μου τα τελευταία τρία χρόνια”, εξηγεί.

ΑΥΤΟΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ


Όλα είναι κύκλοι. Κάτι αρχίζει, κάτι τελειώνει. Αυτό που αλλάζει στον Γιάννη Σταύρου είναι... η πίστη του. “Ζω με εικόνες που έχουν μια ‘γεύση’ που χάνεται πλέον από αυτό τον κόσμο. Έμαθα σε πιο ξεκάθαρο τοπίο και σε διακρίσεις. Δεν μπορώ να ζήσω τον αιώνα των μη διακρίσεων” υποστηρίζει.

Διευκρινίζει όμως τι εννοεί: “Το λέω με θετικό χαρακτήρα, δεν εννοώ αυτά τα κουτοπόνηρα της πολιτικής περί φυλετισμού. Βεβαίως είμαστε όλοι οι άνθρωποι ίδιοι σ’ όλη τη γη, αλλά έχουμε διαφορετικές απόψεις. Αυτές είναι που μας ταλαιπωρούν κυρίως. Είναι η διαφορά πώς οδηγώ εγώ και πώς ο γείτονας, τι σεβασμό έχω εγώ στο περιβάλλον και τι ο διπλανός. Σήμερα ο άνθρωπος αυτοπραγματώνεται, με γκάζια στο αυτοκίνητο, με δυνατή μουσική και μια εξωστρέφεια... δολοφονική!”.

Γι’ αυτό ο Γιάννης Σταύρου προτιμά να κρατά μόνο τις μνήμες, όπως εξηγεί: “Οι μνήμες κυριαρχούν πια στη ζωή μου. Πάντα κυριαρχούσαν, αλλά τώρα ακόμη περισσότερο. Οι εικόνες που έζησα εμπλουτίζονται συνεχώς...

Φωτογραφίες από την έκθεση...




Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Ποίηση & επικαιρότητα...


Γιάννης Στάυρου, Τιρκουάζ, λάδι σε καμβά

Επίκαιρος ο ποιητικός λόγος στις μέρες μας. Ισως περισσότερο και από την εποχή που γράφτηκε...

Μανώλης Αναγνωστάκης

Επιτύμβιον

Πέθανες -κι' έγινες και εσύ: ο καλός.
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που πρόσφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το 'ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.
Κοιμού εν ειρήνη δε θα 'ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.