Κάτι βαθιές σιωπές παράξενες ηχούν...
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά
Κλείτος Κύρου
Το λίγο του Xρόνου
Κάτι βαθιές σιωπές παράξενες ηχούν
Παραμερίζεις τα κλαδιά βλέπεις τώρα τα πράγματα πιο
σφαιρικά ωστόσο πάλι δεν κατανοείς τα σημαίνοντα του
κόσμου ετούτου τελικά δεν ήμασταν γι' αυτήν εδώ τη ζωή
σίγουρα μας κράτησαν λάθος τραπέζι
Τώρα πλέον έχεις κατανοήσει
Το λίγο του χρόνου έχεις κατανοήσει
Σε ποια οριακά σημεία βρίσκονται
Τα φιλιά
Και τα λόγια
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017
Τρίτη 29 Αυγούστου 2017
Έρχεσαι από τα αθώα...
Η προδοσία.
Χάθηκε η άσπρη μαργαρίτα
Σφραγίστηκαν οι αγκαλιές
Σ' ένα συρτάρι χώρεσε ο ουρανός
Βεντάλια πέτρινη ασήκωτη...
Γιάννης Σταύρου, Υμηττός, λάδι σε καμβά
Μαρία Γερογιάννη
ΡΟΜΦΑΙΑ
Έρχεσαι από τα αθώα
μνήμη ανέγγιχτη
Η ζωή τρέμει
δίχως να φταίει του θανάτου ο άνεμος
Η ζωή τρέμει
όταν οι πέτρες ματώνουν
προπάντων,
όταν το φίδι αλλάζει φορεσιά
Η προδοσία.
Χάθηκε η άσπρη μαργαρίτα
Σφραγίστηκαν οι αγκαλιές
Σ' ένα συρτάρι χώρεσε ο ουρανός
Βεντάλια πέτρινη ασήκωτη.
Η θλίψη ντύνεται Ρομφαία
Χάθηκε η άσπρη μαργαρίτα
Σφραγίστηκαν οι αγκαλιές
Σ' ένα συρτάρι χώρεσε ο ουρανός
Βεντάλια πέτρινη ασήκωτη...
Γιάννης Σταύρου, Υμηττός, λάδι σε καμβά
Μαρία Γερογιάννη
ΡΟΜΦΑΙΑ
Έρχεσαι από τα αθώα
μνήμη ανέγγιχτη
Η ζωή τρέμει
δίχως να φταίει του θανάτου ο άνεμος
Η ζωή τρέμει
όταν οι πέτρες ματώνουν
προπάντων,
όταν το φίδι αλλάζει φορεσιά
Η προδοσία.
Χάθηκε η άσπρη μαργαρίτα
Σφραγίστηκαν οι αγκαλιές
Σ' ένα συρτάρι χώρεσε ο ουρανός
Βεντάλια πέτρινη ασήκωτη.
Η θλίψη ντύνεται Ρομφαία
Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017
Πηγαίνετε σαν κύμα παγωμένο και πελώριο...
Πηγαίνετε σαν καταλύτης στη νωθρότητα του κόσμου·
Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους,
Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές,
Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής...
*
Go like a blight upon the dulness of the world;
Go with your edge against this,
Strengthen the subtle cords,
Bring confidence upon the algae and the tentacles of the soul...
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά
Έζρα Πάουντ
Εντολή
Πηγαίνετε, τραγούδια μου, στον ανικανοποίητο και στον
μοναχικό,
Πηγαίνετε σ' αυτόν με τα κουρελιασμένα νεύρα, σ' αυτόν
που της συμβατικότητας έγινε σκλάβος,
Και δώστε τους την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.
Πηγαίνετε σαν κύμα παγωμένο και πελώριο
Την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.
Μιλήστε για την ασυνείδητη επιβολή,
Μιλήστε για όσους τυραννούν γιατί δεν έχουν φαντασία,
Μιλήστε ενάντια στους δεσμούς.
Πηγαίνετε σ” εκείνη την αστή που από ανία πεθαίνει,
Πηγαίνετε στων προαστίων τις γυναίκες.
Πηγαίνετε στους κακοπαντρεμένους,
Πηγαίνετε στους άτυχα ζευγαρωμένους,
Στη σύζυγο που αγοράστηκε,
Σ' αυτήν πηγαίνετε που έγινε κληρονόμος.
Πηγαίνετε σ' εκείνους με τους εξευγενισμένους πόθους,
Πηγαίνετε σ' αυτούς που οι λεπτές επιθυμίες τους ναυάγησαν,
Πηγαίνετε σαν καταλύτης στη νωθρότητα του κόσμου·
Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους,
Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές,
Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής.
Πηγαίνετε με τρόπο φιλικό,
Πηγαίνετε με λόγο θαρρετό.
Αναζητήστε πρόθυμα καινά δαιμόνια, καινούρια αγαθά,
Σταθείτε ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση.
Πηγαίνετε σ' αυτούς που με τα χρόνια έχουν παχύνει,
Σ' αυτούς που έχασαν πια τα ενδιαφέροντά τους.
Πηγαίνετε στους έφηβους που μέσ' την οικογένεια πνίγονται –
Ώ, πόσο αποτρόπαιο είναι αυτό,
Να βλέπεις τρεις γενιές συνωστισμένες στο ίδιο σπίτι!
Κάτι σα δέντρο γέρικο με νέα βλαστάρια,
Και με κλαδιά που πέφτουν και ρημάζουν.
Βγείτε αψηφώντας την κοινή γνώμη,
Εναντιωθείτε στη χλιαρή δουλεία του αίματος,
Εναντιωθείτε σε κάθε είδους εξουσία.
(Μετ. Τάκης Μενδράκος)
Ezra Pound
Commission
Go, my songs, to the lonely and the unsatisfied,
Go also to the nerve-racked, go to the enslaved-by-convention,
Bear to them my contempt for their oppressors.
Go as a great wave of cool water,
Bear my contempt of oppressors.
Speak against unconscious oppression,
Speak against the tyranny of the unimaginative,
Speak against bonds.
Go to the bourgeoise who is dying of her ennuis,
Go to the women in suburbs.
Go to the hideously wedded,
Go to them whose failure is concealed,
Go to the unluckily mated,
Go to the bought wife,
Go to the woman entailed.
Go to those who have delicate lust,
Go to those whose delicate desires are thwarted,
Go like a blight upon the dulness of the world;
Go with your edge against this,
Strengthen the subtle cords,
Bring confidence upon the algae and the tentacles of the soul.
Go in a friendly manner,
Go with an open speech.
Be eager to find new evils and new good,
Be against all forms of oppression.
Go to those who are thickened with middle age,
To those who have lost their interest.
Go to the adolescent who are smothered in family-
Oh how hideous it is
To see three generations of one house gathered together!
It is like an old tree with shoots,
And with some branches rotted and falling.
Go out and defy opinion,
Go against this vegetable bondage of the blood.
Be against all sorts of mortmain.
Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους,
Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές,
Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής...
*
Go like a blight upon the dulness of the world;
Go with your edge against this,
Strengthen the subtle cords,
Bring confidence upon the algae and the tentacles of the soul...
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά
Έζρα Πάουντ
Εντολή
Πηγαίνετε, τραγούδια μου, στον ανικανοποίητο και στον
μοναχικό,
Πηγαίνετε σ' αυτόν με τα κουρελιασμένα νεύρα, σ' αυτόν
που της συμβατικότητας έγινε σκλάβος,
Και δώστε τους την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.
Πηγαίνετε σαν κύμα παγωμένο και πελώριο
Την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.
Μιλήστε για την ασυνείδητη επιβολή,
Μιλήστε για όσους τυραννούν γιατί δεν έχουν φαντασία,
Μιλήστε ενάντια στους δεσμούς.
Πηγαίνετε σ” εκείνη την αστή που από ανία πεθαίνει,
Πηγαίνετε στων προαστίων τις γυναίκες.
Πηγαίνετε στους κακοπαντρεμένους,
Πηγαίνετε στους άτυχα ζευγαρωμένους,
Στη σύζυγο που αγοράστηκε,
Σ' αυτήν πηγαίνετε που έγινε κληρονόμος.
Πηγαίνετε σ' εκείνους με τους εξευγενισμένους πόθους,
Πηγαίνετε σ' αυτούς που οι λεπτές επιθυμίες τους ναυάγησαν,
Πηγαίνετε σαν καταλύτης στη νωθρότητα του κόσμου·
Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους,
Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές,
Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής.
Πηγαίνετε με τρόπο φιλικό,
Πηγαίνετε με λόγο θαρρετό.
Αναζητήστε πρόθυμα καινά δαιμόνια, καινούρια αγαθά,
Σταθείτε ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση.
Πηγαίνετε σ' αυτούς που με τα χρόνια έχουν παχύνει,
Σ' αυτούς που έχασαν πια τα ενδιαφέροντά τους.
Πηγαίνετε στους έφηβους που μέσ' την οικογένεια πνίγονται –
Ώ, πόσο αποτρόπαιο είναι αυτό,
Να βλέπεις τρεις γενιές συνωστισμένες στο ίδιο σπίτι!
Κάτι σα δέντρο γέρικο με νέα βλαστάρια,
Και με κλαδιά που πέφτουν και ρημάζουν.
Βγείτε αψηφώντας την κοινή γνώμη,
Εναντιωθείτε στη χλιαρή δουλεία του αίματος,
Εναντιωθείτε σε κάθε είδους εξουσία.
(Μετ. Τάκης Μενδράκος)
Ezra Pound
Commission
Go, my songs, to the lonely and the unsatisfied,
Go also to the nerve-racked, go to the enslaved-by-convention,
Bear to them my contempt for their oppressors.
Go as a great wave of cool water,
Bear my contempt of oppressors.
Speak against unconscious oppression,
Speak against the tyranny of the unimaginative,
Speak against bonds.
Go to the bourgeoise who is dying of her ennuis,
Go to the women in suburbs.
Go to the hideously wedded,
Go to them whose failure is concealed,
Go to the unluckily mated,
Go to the bought wife,
Go to the woman entailed.
Go to those who have delicate lust,
Go to those whose delicate desires are thwarted,
Go like a blight upon the dulness of the world;
Go with your edge against this,
Strengthen the subtle cords,
Bring confidence upon the algae and the tentacles of the soul.
Go in a friendly manner,
Go with an open speech.
Be eager to find new evils and new good,
Be against all forms of oppression.
Go to those who are thickened with middle age,
To those who have lost their interest.
Go to the adolescent who are smothered in family-
Oh how hideous it is
To see three generations of one house gathered together!
It is like an old tree with shoots,
And with some branches rotted and falling.
Go out and defy opinion,
Go against this vegetable bondage of the blood.
Be against all sorts of mortmain.
Κυριακή 27 Αυγούστου 2017
Δίπλωσε, Χρόνε...
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι,
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά...
Γιάννης Σταύρου, Θερμαϊκός, λάδι σε καμβά
Λαμαρτίνος
Η Λίμνη
(απόσπασμα)
«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου,
ώρες γλυκές, μην τρέχετε, σταθήτε μια στιγμή,
και συ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου,
τώρα που ζευγαρώσαμε ειν’ όμορφη η ζωή.
Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια,
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι’ αυτούς γοργά-γοργά,
χρόνε μου, πέτα κι’ άφησε στου έρωτα τα βρόχια
τα δυό μας να χορτάσωμε τόσο γλυκεία σκλαβιά.
Του κάκου. Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει…
Κανείς δε μ’ ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή…
Αχνίζουν τ’ άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει,
τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή…
Του κάκου. Όλα ξεγέλασμα είν’ όνειρα και πλάνη,
ζωή μας είν’ η αγάπη μας, και μοναχή χαρά,
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι,
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.
Χρόνε ζηλιάρη, δύστροπε! Πε μου, γιατί να σβηώνται,
σαν αστραπή να φεύγουνε οι ώρες της χαράς,
καθώς περνούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται
κ’ οι μαύρες, κ’ οι ολόπικρες στιγμές της συμφοράς;
Απ’ τη βαθειά την άβυσσον, όπου μας καταπίνει,
απ’ την αιωνιότητα, όπου μας πλημμυρεί,
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φως δεν αναδίνει,
δεν ξεφυτρώνει τίποτε… όλα τα τρως εσύ.
(Μετ. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά...
Γιάννης Σταύρου, Θερμαϊκός, λάδι σε καμβά
Λαμαρτίνος
Η Λίμνη
(απόσπασμα)
«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου,
ώρες γλυκές, μην τρέχετε, σταθήτε μια στιγμή,
και συ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου,
τώρα που ζευγαρώσαμε ειν’ όμορφη η ζωή.
Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια,
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι’ αυτούς γοργά-γοργά,
χρόνε μου, πέτα κι’ άφησε στου έρωτα τα βρόχια
τα δυό μας να χορτάσωμε τόσο γλυκεία σκλαβιά.
Του κάκου. Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει…
Κανείς δε μ’ ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή…
Αχνίζουν τ’ άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει,
τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή…
Του κάκου. Όλα ξεγέλασμα είν’ όνειρα και πλάνη,
ζωή μας είν’ η αγάπη μας, και μοναχή χαρά,
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι,
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.
Χρόνε ζηλιάρη, δύστροπε! Πε μου, γιατί να σβηώνται,
σαν αστραπή να φεύγουνε οι ώρες της χαράς,
καθώς περνούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται
κ’ οι μαύρες, κ’ οι ολόπικρες στιγμές της συμφοράς;
Απ’ τη βαθειά την άβυσσον, όπου μας καταπίνει,
απ’ την αιωνιότητα, όπου μας πλημμυρεί,
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φως δεν αναδίνει,
δεν ξεφυτρώνει τίποτε… όλα τα τρως εσύ.
(Μετ. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)
Σάββατο 26 Αυγούστου 2017
όπου γεννιόταν η αυγή...
όπως η θάλασσα. Έχεις σιωπή
στην καρδιά, πνιγμένες
λέξεις. Είσαι σκοτεινή.
Γιά σένα η αυγή είναι σιωπή...
Γιάννης Σταύρου, Ξημέρωμα στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Τσέζαρε Παβέζε
Το πρόσωπό σου από λαξευμένη πέτρα...
Το πρόσωπό σου από λαξευμένη πέτρα,
το αίμα σου από σκληρό χώμα,
ήρθες άπό τή θάλασσα.
Όλα τά δέχεσαι, τά ερευνάς
καί τά διώχνεις
όπως η θάλασσα. Έχεις σιωπή
στην καρδιά, πνιγμένες
λέξεις. Είσαι σκοτεινή.
Γιά σένα η αυγή είναι σιωπή.
Κι είσαι σάν τις φωνές
τής γης - τόν χτύπο
τού κουβά στό πηγάδι,
τής φωτιάς τό τραγούδι,
τον γδούπο τού μήλου'
τις καρτερικές, χαμηλόφωνες
κουβέντες στα κατώφλια,
τήν κραυγή τού παιδιού - όσα
ποτέ δέν διαβαίνουν.
Δέν αλλάζεις. Είσαι σκοτεινή.
Είσαι τό κλειδωμένο υπόγειο
μέ τό χωμάτινο δάπεδο,
όπου κάποτε μπήκε
μέ γυμνά πόδια τ' άγόρι
καί θά τό θυμάται γιά πάντα.
Είσαι η σκοτεινή κάμαρα
πού θά θυμόμαστε πάντα
σάν την άρχαία αυλή
όπου γεννιόταν η αυγή.
(Μετ. Σωτήρης Τριβιζάς)
στην καρδιά, πνιγμένες
λέξεις. Είσαι σκοτεινή.
Γιά σένα η αυγή είναι σιωπή...
Γιάννης Σταύρου, Ξημέρωμα στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Τσέζαρε Παβέζε
Το πρόσωπό σου από λαξευμένη πέτρα...
Το πρόσωπό σου από λαξευμένη πέτρα,
το αίμα σου από σκληρό χώμα,
ήρθες άπό τή θάλασσα.
Όλα τά δέχεσαι, τά ερευνάς
καί τά διώχνεις
όπως η θάλασσα. Έχεις σιωπή
στην καρδιά, πνιγμένες
λέξεις. Είσαι σκοτεινή.
Γιά σένα η αυγή είναι σιωπή.
Κι είσαι σάν τις φωνές
τής γης - τόν χτύπο
τού κουβά στό πηγάδι,
τής φωτιάς τό τραγούδι,
τον γδούπο τού μήλου'
τις καρτερικές, χαμηλόφωνες
κουβέντες στα κατώφλια,
τήν κραυγή τού παιδιού - όσα
ποτέ δέν διαβαίνουν.
Δέν αλλάζεις. Είσαι σκοτεινή.
Είσαι τό κλειδωμένο υπόγειο
μέ τό χωμάτινο δάπεδο,
όπου κάποτε μπήκε
μέ γυμνά πόδια τ' άγόρι
καί θά τό θυμάται γιά πάντα.
Είσαι η σκοτεινή κάμαρα
πού θά θυμόμαστε πάντα
σάν την άρχαία αυλή
όπου γεννιόταν η αυγή.
(Μετ. Σωτήρης Τριβιζάς)
Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017
Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα...
Είμαι κείνος που, μ'ολες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν'αποκρυπτογραφήσει τον απλό
και μαζί πολλαπλό, αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου...
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Είμαι
Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση ή το σώμα (το ίδιο κάνει)
του όμοιού του.
Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, αυτός που ξέρει
πως άλλη τιμωρία από τη λησμονιά δεν υπάρχει
ούτε κι άλλη συγγνώμη. Κάποιος θεός έδωσε
στο ανθρώπινο μίσος τούτη την παράξενη δικλείδα.
Είμαι κείνος που, μ'ολες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν'αποκρυπτογραφήσει τον απλό
και μαζί πολλαπλό, αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου,
που ανήκει ταυτόχρονα σε έναν και σ'όλους.
Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας, εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί. Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.
(Μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)
ποτέ δεν μπόρεσε ν'αποκρυπτογραφήσει τον απλό
και μαζί πολλαπλό, αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου...
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Είμαι
Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση ή το σώμα (το ίδιο κάνει)
του όμοιού του.
Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, αυτός που ξέρει
πως άλλη τιμωρία από τη λησμονιά δεν υπάρχει
ούτε κι άλλη συγγνώμη. Κάποιος θεός έδωσε
στο ανθρώπινο μίσος τούτη την παράξενη δικλείδα.
Είμαι κείνος που, μ'ολες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν'αποκρυπτογραφήσει τον απλό
και μαζί πολλαπλό, αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου,
που ανήκει ταυτόχρονα σε έναν και σ'όλους.
Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας, εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί. Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.
(Μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)
Τρίτη 22 Αυγούστου 2017
Η χώρα των Oνείρων...
Μά ό ταξιδευτής, εκείθε ως ταξιδέψει,
Δέν πάει — δέν τολμάει βαθιά της ν' αγναντέψει
Μένει πάντα τό μυστήριο της κρυμμένο...
Έντγκαρ Άλαν Πόε
Η χώρα των Oνείρων
ΜEΣ’ άπ' δρόμο έρμο κι ισκιωμένο,
Μ' αγγέλους του Άδη μόνο στοιχειωμένο,
Πού Είδωλο εκεί, σέ μαύρου θρόνου ερέβη,
Μ' όνομα ΝΥΧΤΑ, ολόρθο βασιλεύει,
Κάτω στά μέρη αυτά έχω φτάσει τώρα
Από μι' αχνή, στερνή της Θούλης χώρα —
Από μιαν άγρια γη θλιμμένη πού άυλη, μαγεμένη,
Πέρ' από ΧΩΡΟ καί από ΧΡΟΝΟ μένει.
Λαγκάδια απύθμενα κι άνοχθες ρεματιές,
Φαράγγια, καί Τιτάνια δάση, καί σπηλιές,
Πού τή μορφή τους άπ’ τόν άνθρωπο σκεπάζει
Πάντα η πάχνη πού τριγύρω αργοσταλάζει.
Κορφοβούνια πού κυλούν ολοένα άγάλι
Σέ βαθιά πελάγη δίχως περιγιάλι
Πέλαγα πού ακούραστα κλωθογυρνούνε,
Σ' ουρανούς γεμάτους φλόγες ν' ανεβούνε
Λίμνες πού ατελείωτα, πέρα μακριά,
Έρημα ρείθρα απλώνουν —έρημα καί νεκρά,—
Ρείθρα ασάλευτα —νεκρά καί παγωμένα
Μέ τά χιόνια από τά κρίνα τά γερμένα.
Πέρα εκεί στις λίμνες πού όλο πιό μακριά
Έρημα ρείθρα απλώνουν, έρμα καί νεκρά, —
Ρείθρα θλιβερά, νεκρά καί παγωμένα
Μέ τά χιόνια από τά κρίνα τά γερμένα, —
Στις βουνοκορφές — στ' αργό ποτάμι κάτω
Μέ τό αιώνιο, σιγαλό μουρμούρισμά του, —
Μές στά γκρίζα δάση, — μές στό τέλμα εκεΐ
Πού κοντά στό φρύνο η σαύρα κατοικεί, —
Πλάι στό φριχτό βούρκο, πλάι στά βαλτονέρια
Πού 'χουν οί δράκοι γιά λημέρια, —
Πλάι στήν κάθε αναγελάστρα, ανόσια άκρη —
Στης πλαγιάς της πιό μελαγχολικής τά μάκρη, —
Βρίσκει εκεί μέ τρόμο ό ξένος σιωπηλές
Πεπλοφόρες κάποιες θύμησες παλιές —
Φάσματα, πού τό διαβάτη όταν κοιτάζουν
Ξαφνιασμένα προσπερνούν κι αναστενάζουν —
Ασπροσάβανες σκιές φίλων, πού από χρόνια
Σ' Ουρανό καί Γης δοθήκαν εναγώνια.
Στήν καρδιά πού έντός της μύριες πίκρες κλείνει
Φέρνει η χώρα αυτή παρήγορη γαλήνη —
Γιά τό πνεύμα πού διαβαίνει στό σκοτάδι
Μοιάζει του Ελντοράδο νά 'ναι αυτή σημάδι !
Μά ό ταξιδευτής, εκείθε ως ταξιδέψει,
Δέν πάει — δέν τολμάει βαθιά της ν' αγναντέψει
Μένει πάντα τό μυστήριο της κρυμμένο
Απ' τό δειλό του ανθρώπου μάτι τ' ανοιγμένο
Έτσι τό θέλει ό βασιλιάς της, πού 'χει ορίσει
Ποτέ ματόφυλλο νά μήν ανοιγοκλείσει·
Γι’ αυτό η φτωχή Ψυχή πού εδώ περνάει θλιμμένα
Μόνο μέσ’ από κρύσταλλα τή βλέπει θαμπωμένα.
Μέσ’ από δρόμο έρμο κι Ισκιωμένο,
Μ' αγγέλους του Άδη μόνο στοιχειωμένο,
Πού Είδωλο εκεί, σέ μαύρου θρόνου ερέβη,
Μ’ όνομα ΝΤΧΤΑ, ολόρθο βασιλεύει,
Πίσω στά μέρη αυτά έχω φτάσει τώρα
Απ’ τήν αχνή, στερνή της Θούλης χώρα.
(Μετ. Νίκος Σημηριώτης)
Δέν πάει — δέν τολμάει βαθιά της ν' αγναντέψει
Μένει πάντα τό μυστήριο της κρυμμένο...
Έντγκαρ Άλαν Πόε
Η χώρα των Oνείρων
ΜEΣ’ άπ' δρόμο έρμο κι ισκιωμένο,
Μ' αγγέλους του Άδη μόνο στοιχειωμένο,
Πού Είδωλο εκεί, σέ μαύρου θρόνου ερέβη,
Μ' όνομα ΝΥΧΤΑ, ολόρθο βασιλεύει,
Κάτω στά μέρη αυτά έχω φτάσει τώρα
Από μι' αχνή, στερνή της Θούλης χώρα —
Από μιαν άγρια γη θλιμμένη πού άυλη, μαγεμένη,
Πέρ' από ΧΩΡΟ καί από ΧΡΟΝΟ μένει.
Λαγκάδια απύθμενα κι άνοχθες ρεματιές,
Φαράγγια, καί Τιτάνια δάση, καί σπηλιές,
Πού τή μορφή τους άπ’ τόν άνθρωπο σκεπάζει
Πάντα η πάχνη πού τριγύρω αργοσταλάζει.
Κορφοβούνια πού κυλούν ολοένα άγάλι
Σέ βαθιά πελάγη δίχως περιγιάλι
Πέλαγα πού ακούραστα κλωθογυρνούνε,
Σ' ουρανούς γεμάτους φλόγες ν' ανεβούνε
Λίμνες πού ατελείωτα, πέρα μακριά,
Έρημα ρείθρα απλώνουν —έρημα καί νεκρά,—
Ρείθρα ασάλευτα —νεκρά καί παγωμένα
Μέ τά χιόνια από τά κρίνα τά γερμένα.
Πέρα εκεί στις λίμνες πού όλο πιό μακριά
Έρημα ρείθρα απλώνουν, έρμα καί νεκρά, —
Ρείθρα θλιβερά, νεκρά καί παγωμένα
Μέ τά χιόνια από τά κρίνα τά γερμένα, —
Στις βουνοκορφές — στ' αργό ποτάμι κάτω
Μέ τό αιώνιο, σιγαλό μουρμούρισμά του, —
Μές στά γκρίζα δάση, — μές στό τέλμα εκεΐ
Πού κοντά στό φρύνο η σαύρα κατοικεί, —
Πλάι στό φριχτό βούρκο, πλάι στά βαλτονέρια
Πού 'χουν οί δράκοι γιά λημέρια, —
Πλάι στήν κάθε αναγελάστρα, ανόσια άκρη —
Στης πλαγιάς της πιό μελαγχολικής τά μάκρη, —
Βρίσκει εκεί μέ τρόμο ό ξένος σιωπηλές
Πεπλοφόρες κάποιες θύμησες παλιές —
Φάσματα, πού τό διαβάτη όταν κοιτάζουν
Ξαφνιασμένα προσπερνούν κι αναστενάζουν —
Ασπροσάβανες σκιές φίλων, πού από χρόνια
Σ' Ουρανό καί Γης δοθήκαν εναγώνια.
Στήν καρδιά πού έντός της μύριες πίκρες κλείνει
Φέρνει η χώρα αυτή παρήγορη γαλήνη —
Γιά τό πνεύμα πού διαβαίνει στό σκοτάδι
Μοιάζει του Ελντοράδο νά 'ναι αυτή σημάδι !
Μά ό ταξιδευτής, εκείθε ως ταξιδέψει,
Δέν πάει — δέν τολμάει βαθιά της ν' αγναντέψει
Μένει πάντα τό μυστήριο της κρυμμένο
Απ' τό δειλό του ανθρώπου μάτι τ' ανοιγμένο
Έτσι τό θέλει ό βασιλιάς της, πού 'χει ορίσει
Ποτέ ματόφυλλο νά μήν ανοιγοκλείσει·
Γι’ αυτό η φτωχή Ψυχή πού εδώ περνάει θλιμμένα
Μόνο μέσ’ από κρύσταλλα τή βλέπει θαμπωμένα.
Μέσ’ από δρόμο έρμο κι Ισκιωμένο,
Μ' αγγέλους του Άδη μόνο στοιχειωμένο,
Πού Είδωλο εκεί, σέ μαύρου θρόνου ερέβη,
Μ’ όνομα ΝΤΧΤΑ, ολόρθο βασιλεύει,
Πίσω στά μέρη αυτά έχω φτάσει τώρα
Απ’ τήν αχνή, στερνή της Θούλης χώρα.
(Μετ. Νίκος Σημηριώτης)
Κυριακή 20 Αυγούστου 2017
κομματιάζοντας τη νύχτα μ' ένα σμήνος από γαλαξίες...
δίχως τα δάκρυα που μας επιβάλλει η Ελλάδα
τουτ' η χώρα που παιδεύει τα δροσερά ελληνόπουλα
κι ανεμίζει τους αμέτρητους γραικύλους...
Γιάννης Σταύρου, Ναύπλιο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Καρούζος
Αρνησίκακος
Θα πεθάνω ζητώντας έναν ήλιο
στα μεγάλα χρονικά μυστήρια
κομματιάζοντας τη νύχτα μ' ένα σμήνος από γαλαξίες
αιωρούμενος δίχως τη μητρυιά μας
την αλύγιστη Βαρύτητα
δίχως τα δάκρυα που μας επιβάλλει η Ελλάδα
τουτ' η χώρα που παιδεύει τα δροσερά ελληνόπουλα
κι ανεμίζει τους αμέτρητους γραικύλους.
τουτ' η χώρα που παιδεύει τα δροσερά ελληνόπουλα
κι ανεμίζει τους αμέτρητους γραικύλους...
Γιάννης Σταύρου, Ναύπλιο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Καρούζος
Αρνησίκακος
Θα πεθάνω ζητώντας έναν ήλιο
στα μεγάλα χρονικά μυστήρια
κομματιάζοντας τη νύχτα μ' ένα σμήνος από γαλαξίες
αιωρούμενος δίχως τη μητρυιά μας
την αλύγιστη Βαρύτητα
δίχως τα δάκρυα που μας επιβάλλει η Ελλάδα
τουτ' η χώρα που παιδεύει τα δροσερά ελληνόπουλα
κι ανεμίζει τους αμέτρητους γραικύλους.
Σάββατο 19 Αυγούστου 2017
Περιμένω τα πλοία του γυρισμού...
"Μεγάλωσα στη θάλασσα και η φτώχεια ήταν για μένα χλιδή. Ύστερα έχασα τη θάλασσα και όλη η πολυτέλεια τότε μου φάνηκε γκριζωπή, η μιζέρια, αβάσταχτη. Και τότε περιμένω. Περιμένω τα πλοία του γυρισμού, το σπίτι των νερών, τη διάφανη μέρα..." (Αλμπέρ Καμύ, The Sea Close By / L'été)
Albert Camus
L'été
J’ai
grandi dans la mer et la pauvreté m’a été fastueuse, puis j’ai perdu la
mer, tous les luxes alors m’ont paru gris, la misère intolérable.
Depuis, j’attends. J’attends les navires du retour, la maison des eaux,
le jour limpide. Je patiente, je suis poli de toutes mes forces. On me
voit passer dans de belles rues savantes, j’admire les paysages,
j’applaudis comme tout le monde, je donne la main,
ce n’est pas moi qui parle. On me loue, je rêve un peu, on m’offense,
je m’étonne à peine. Puis j’oublie et souris à qui m’outrage, ou je
salue trop courtoisement celui que j’aime. Que faire si je n’ai de
mémoire que pour une seule image ? On me somme enfin de dire qui je
suis. « Rien encore, rien encore... »
C’est aux enterrements que je me surpasse. J’excelle vraiment. Je marche d’un pas lent dans des banlieues fleuries de ferrailles, j’emprunte de larges allées, plantées d’arbres de ciment, et qui conduisent à des trous de terre froide. Là, sous le pansement à peine rougi du ciel, je regarde de hardis compagnons inhumer mes amis par trois mètres de fond. La fleur qu’une main glaiseuse me tend alors, si je la jette, elle ne manque jamais la fosse. J’ai la piété précise, l’émotion exacte, la nuque convenablement inclinée. On admire que mes paroles soient justes. Mais je n’ai pas de mérite : j’attends.
J’attends longtemps. Parfois, je trébuche, je perds la main, la réussite me fuit. Qu’importe, je suis seul alors. Je me réveille ainsi, dans la nuit, et, à demi endormi, je crois entendre un bruit de vagues, la respiration des eaux. Réveillé tout à fait, je reconnais le vent dans les feuillages et la rumeur malheureuse de la ville déserte. Ensuite, je n’ai pas trop de tout mon art pour cacher ma détresse ou l’habiller à la mode.
D’autres fois, au contraire, je suis aidé. À New York, certains jours, perdu au fond de ces puits de pierre et d’acier où errent des millions d’hommes, je courais de l’un à l’autre, sans en voir la fin, épuisé, jusqu’à ce que je ne fusse plus soutenu que par la masse humaine qui cherchait son issue. J’étouffais alors, ma panique allait crier. Mais, chaque fois, un appel lointain de remorqueur venait me rappeler que cette ville, citerne sèche, était une île, et qu’à la pointe de la Battery l’eau de mon baptême m’attendait, noire et pourrie, couverte de lièges creux.
Ainsi, moi qui ne possède rien, qui ai donné ma fortune, qui campe auprès de toutes mes maisons, je suis pourtant comblé quand je le veux, j’appareille à toute heure, le désespoir m’ignore. Point de patrie pour le désespéré et moi, je sais que la mer me précède et me suit, j’ai une folie toute prête. Ceux qui s’aiment et qui sont séparés peuvent vivre dans la douleur, mais ce n’est pas le désespoir : ils savent que l’amour existe. Voilà pourquoi je souffre, les yeux secs, de l’exil. J’attends encore. Un jour vient, enfin...
C’est aux enterrements que je me surpasse. J’excelle vraiment. Je marche d’un pas lent dans des banlieues fleuries de ferrailles, j’emprunte de larges allées, plantées d’arbres de ciment, et qui conduisent à des trous de terre froide. Là, sous le pansement à peine rougi du ciel, je regarde de hardis compagnons inhumer mes amis par trois mètres de fond. La fleur qu’une main glaiseuse me tend alors, si je la jette, elle ne manque jamais la fosse. J’ai la piété précise, l’émotion exacte, la nuque convenablement inclinée. On admire que mes paroles soient justes. Mais je n’ai pas de mérite : j’attends.
J’attends longtemps. Parfois, je trébuche, je perds la main, la réussite me fuit. Qu’importe, je suis seul alors. Je me réveille ainsi, dans la nuit, et, à demi endormi, je crois entendre un bruit de vagues, la respiration des eaux. Réveillé tout à fait, je reconnais le vent dans les feuillages et la rumeur malheureuse de la ville déserte. Ensuite, je n’ai pas trop de tout mon art pour cacher ma détresse ou l’habiller à la mode.
D’autres fois, au contraire, je suis aidé. À New York, certains jours, perdu au fond de ces puits de pierre et d’acier où errent des millions d’hommes, je courais de l’un à l’autre, sans en voir la fin, épuisé, jusqu’à ce que je ne fusse plus soutenu que par la masse humaine qui cherchait son issue. J’étouffais alors, ma panique allait crier. Mais, chaque fois, un appel lointain de remorqueur venait me rappeler que cette ville, citerne sèche, était une île, et qu’à la pointe de la Battery l’eau de mon baptême m’attendait, noire et pourrie, couverte de lièges creux.
Ainsi, moi qui ne possède rien, qui ai donné ma fortune, qui campe auprès de toutes mes maisons, je suis pourtant comblé quand je le veux, j’appareille à toute heure, le désespoir m’ignore. Point de patrie pour le désespéré et moi, je sais que la mer me précède et me suit, j’ai une folie toute prête. Ceux qui s’aiment et qui sont séparés peuvent vivre dans la douleur, mais ce n’est pas le désespoir : ils savent que l’amour existe. Voilà pourquoi je souffre, les yeux secs, de l’exil. J’attends encore. Un jour vient, enfin...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










