Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη...
Kική Δημουλα
Άφησα να μην ξέρω
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που ‘χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.
Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ’ αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.
Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα ‘ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020
σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια...
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα...
Κική Δημουλά
Η περιφραστική πέτρα
Μίλα.
Πες κάτι, οτιδήποτε .
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
με την αοριστία.
Πες:
«άδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πες:
«θα δούμε»,
«αστάθμητο»,
«βάρος».
Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
Πες «βάρκα», που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.
Πες «στιγμή»,
που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες
«δεν άκουσα».
Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ’ τη νύχτα στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ’ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου .
Ολόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πες «αστέρι», που σβήνει.
Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
Πες «πέτρα»,
που είναι άσπαστη λέξη.
Έτσι, ίσα ίσα,
να βάλω έναν τίτλο
σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα...
Κική Δημουλά
Η περιφραστική πέτρα
Μίλα.
Πες κάτι, οτιδήποτε .
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
με την αοριστία.
Πες:
«άδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πες:
«θα δούμε»,
«αστάθμητο»,
«βάρος».
Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες «κύμα», που δεν στέκεται.
Πες «βάρκα», που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.
Πες «στιγμή»,
που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες
«δεν άκουσα».
Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ’ τη νύχτα στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ’ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου .
Ολόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πες «αστέρι», που σβήνει.
Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
Πες «πέτρα»,
που είναι άσπαστη λέξη.
Έτσι, ίσα ίσα,
να βάλω έναν τίτλο
σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.
Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020
Σ᾿ ένα ἀβαθή σου στεναγμὸ βούλιαξε ένα βαπόρι... Περαστικά Κική Δημουλά
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Η διάθεση νὰ σὲ εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια αοριστία...
Κική Δημουλά
Γη των απουσιών
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Η διάθεση νὰ σὲ εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια αοριστία.
Εκεί δεν έχει ακόμα νυχτώσει
κι ας νύχτωσε τόσο εδώ
των τόπων οι κρίσιμες ώρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σαν φως καὶ ούτε φως,
η ώρα του εαυτού σου έχει πέσει.
Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι του νερού.
Τα ρηχά, έχουν κι αυτὰ
τα βάσανά τους και τα γλέντια τους.
Τώρα θὰ έχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οι αγνὲς ησυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναίκες σου εκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Η σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν αέρα
κι ανεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Που ξέρω εγὼ τὰ ευαίσθητα σημεία του πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;
Θὰ κοιτάζεις μία έρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ανακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν απομάκρυνση.
Αναπνέεις με το στέρνο των μακρινών ηρεμιών,
ποὺ έχω γι᾿ αυτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ έδεσα.
Σ᾿ ένα ἀβαθή σου στεναγμὸ βούλιαξε ένα βαπόρι.
Δὲν θὰ ήτανε βαπόρι. Θὰ ήτανε σκιάχτρο
στα υγρὰ περβόλια τῆς φυγής
να μὴν πηγαίνουν οι διαθέσεις
να την τσιμπολογάνε.
Η τερατώδης του πελάγους δυνατότητα,
η κίνηση του πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου αφρός,
ψευτοεραστὴς στα πρώτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ένα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.
Τώρα, θὰ σου έχουν πει ό,τι είχαν να σου πουν
Οι αναδιπλώσεις των κυμάτων
καὶ θὰ επιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ άλλη άπλα,
αλλού γυμνὴ κι ἀλλού ντυμένη μὲ βλάστηση.
Η σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε απὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα της προσαρμογής καὶ χάνεται.
Όπου είναι θάμνος, πράσινη
όπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Εκεί που οι καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
όπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
όπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι όπου δαγκώνει η πέτρα, πέτρινη.
Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
ούτε διὰ ξηράς ούτε διὰ θαλάσσης.
Αυτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ακουμπισμένο στὸ μαύρο ατμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνάς κι εσύ, όπως κι οι άλλοι, για φεγγάρι,
ασ᾿ το, δεν είναι φεγγάρι.
Είναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.
Η διάθεση νὰ σὲ εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια αοριστία...
Κική Δημουλά
Γη των απουσιών
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Η διάθεση νὰ σὲ εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια αοριστία.
Εκεί δεν έχει ακόμα νυχτώσει
κι ας νύχτωσε τόσο εδώ
των τόπων οι κρίσιμες ώρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σαν φως καὶ ούτε φως,
η ώρα του εαυτού σου έχει πέσει.
Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι του νερού.
Τα ρηχά, έχουν κι αυτὰ
τα βάσανά τους και τα γλέντια τους.
Τώρα θὰ έχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οι αγνὲς ησυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναίκες σου εκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Η σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν αέρα
κι ανεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Που ξέρω εγὼ τὰ ευαίσθητα σημεία του πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;
Θὰ κοιτάζεις μία έρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ανακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν απομάκρυνση.
Αναπνέεις με το στέρνο των μακρινών ηρεμιών,
ποὺ έχω γι᾿ αυτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ έδεσα.
Σ᾿ ένα ἀβαθή σου στεναγμὸ βούλιαξε ένα βαπόρι.
Δὲν θὰ ήτανε βαπόρι. Θὰ ήτανε σκιάχτρο
στα υγρὰ περβόλια τῆς φυγής
να μὴν πηγαίνουν οι διαθέσεις
να την τσιμπολογάνε.
Η τερατώδης του πελάγους δυνατότητα,
η κίνηση του πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου αφρός,
ψευτοεραστὴς στα πρώτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ένα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.
Τώρα, θὰ σου έχουν πει ό,τι είχαν να σου πουν
Οι αναδιπλώσεις των κυμάτων
καὶ θὰ επιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ άλλη άπλα,
αλλού γυμνὴ κι ἀλλού ντυμένη μὲ βλάστηση.
Η σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε απὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα της προσαρμογής καὶ χάνεται.
Όπου είναι θάμνος, πράσινη
όπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Εκεί που οι καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
όπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
όπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι όπου δαγκώνει η πέτρα, πέτρινη.
Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
ούτε διὰ ξηράς ούτε διὰ θαλάσσης.
Αυτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ακουμπισμένο στὸ μαύρο ατμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνάς κι εσύ, όπως κι οι άλλοι, για φεγγάρι,
ασ᾿ το, δεν είναι φεγγάρι.
Είναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.
Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020
η νύχτα σου μοιάζει...
Ακόμα και η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που θρηνεί
σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
και τ' άστρα περνάνε κουρασμένα...
*
Anche la notte ti somiglia,
la notte remota che piange
muta, dentro il cuore profondo,
e le stelle passano stanche...
Τσέζαρε Παβέζε
Τη νύχτα που κοιμήθηκες
Ακόμα και η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που θρηνεί
σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
και τ' άστρα περνάνε κουρασμένα.
Ένα μάγουλο ακουμπάει σ' ένα άλλο μάγουλο -
είναι μια παγερή ανατριχίλα, κάποιος
χτυπιέται και σε παρακαλεί, μονάχος,
σκορπισμένος μέσα σου, στον πυρετό σου.
Η νύχτα υποφέρει και θέλει την αυγή
φτωχή καρδιά που τρέμεις.
Ω πρόσωπο κλειστό, σκοτεινή αγωνία
πυρετέ που πικραίνεις τ' άστρα,
υπάρχει κάποιος που περιμένει την αυγή όπως και συ
ψάχνοντας το πρόσωπό σου στη σιωπή.
Είσαι ξαπλωμένη κάτω από τη νύχτα
σαν ένας κλειστός νεκρός ορίζοντας.
Φτωχή καρδιά που τρέμεις
κάποτε ήσουν η αυγή.
(μετ. Γιάννη Η. Παππά)
Cesare Pavese
The night you slept
Anche la notte ti somiglia,
la notte remota che piange
muta, dentro il cuore profondo,
e le stelle passano stanche.
Una guancia tocca una guancia
è un brivido freddo, qualcuno
si dibatte e t’implora, solo,
sperduto in te, nella tua febbre.
La notte soffre e anela l’alba,
povero cuore che sussulti.
O viso chiuso, buia angoscia,
febbre che rattristi le stelle,
c’è chi come te attende l’alba
scrutando il tuo viso in silenzio.
Sei distesa sotto la notte
come un chiuso orizzonte morto.
Povero cuore che sussulti,
un giorno lontano eri l’alba.
η μακρινή νύχτα που θρηνεί
σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
και τ' άστρα περνάνε κουρασμένα...
*
Anche la notte ti somiglia,
la notte remota che piange
muta, dentro il cuore profondo,
e le stelle passano stanche...
Τσέζαρε Παβέζε
Τη νύχτα που κοιμήθηκες
Ακόμα και η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που θρηνεί
σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
και τ' άστρα περνάνε κουρασμένα.
Ένα μάγουλο ακουμπάει σ' ένα άλλο μάγουλο -
είναι μια παγερή ανατριχίλα, κάποιος
χτυπιέται και σε παρακαλεί, μονάχος,
σκορπισμένος μέσα σου, στον πυρετό σου.
Η νύχτα υποφέρει και θέλει την αυγή
φτωχή καρδιά που τρέμεις.
Ω πρόσωπο κλειστό, σκοτεινή αγωνία
πυρετέ που πικραίνεις τ' άστρα,
υπάρχει κάποιος που περιμένει την αυγή όπως και συ
ψάχνοντας το πρόσωπό σου στη σιωπή.
Είσαι ξαπλωμένη κάτω από τη νύχτα
σαν ένας κλειστός νεκρός ορίζοντας.
Φτωχή καρδιά που τρέμεις
κάποτε ήσουν η αυγή.
(μετ. Γιάννη Η. Παππά)
Cesare Pavese
The night you slept
Anche la notte ti somiglia,
la notte remota che piange
muta, dentro il cuore profondo,
e le stelle passano stanche.
Una guancia tocca una guancia
è un brivido freddo, qualcuno
si dibatte e t’implora, solo,
sperduto in te, nella tua febbre.
La notte soffre e anela l’alba,
povero cuore che sussulti.
O viso chiuso, buia angoscia,
febbre che rattristi le stelle,
c’è chi come te attende l’alba
scrutando il tuo viso in silenzio.
Sei distesa sotto la notte
come un chiuso orizzonte morto.
Povero cuore che sussulti,
un giorno lontano eri l’alba.
Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020
Πες μου η καρδιά σου καμιά φορά πετά;
Πες μου η καρδιά σου καμιά φορά πετά, Αγάθη,
Μακριά απ' το μαύρο ωκεανό και τη βρομερή πόλη,
Σ' έναν άλλο ωκεανό όπου η λάσπη ξεσπάει,
Γαλανό, φωτεινό, βαθύ σαν την παρθενιά;
Πες μου η καρδιά σου καμιά φορά πετά Αγάθη;
*
Dis-moi ton coeur parfois s’envole-t-il, Agathe,
Loin du noir ocean de l’immonde cite
Vers un autre ocean ou la splendeur eclate,
Bleu, clair, profond, ainsi que la virginite?
Dis-moi, ton coeur parfois s’envole-t-il, Agathe?
Σαρλ Μπωντλαίρ
Moesta et errabunda
Πες μου η καρδιά σου καμιά φορά πετά, Αγάθη,
Μακριά απ' το μαύρο ωκεανό και τη βρομερή πόλη,
Σ' έναν άλλο ωκεανό όπου η λάσπη ξεσπάει,
Γαλανό, φωτεινό, βαθύ σαν την παρθενιά;
Πες μου η καρδιά σου καμιά φορά πετά Αγάθη;
Η θάλασσα, η πλατιά θάλασσα, τους μόχθους παρηγορεί!
Ποιος δαίμονας προίκισε τη θάλασσα, βραχνή τραγουδίστρια
Που συνοδεύει το πελώριο αρμόνιο των αγριεμένων ανέμων,
Μ' αυτή την υπέρτατη αποστολή της παραμάνας;
Η θάλασσα, η πλατιά θάλασσα, τους μόχθους παρηγορεί!
Πάρε με μαζί σου βαγόνι! πάρε με φρεγάτα!
Μακριά! μακριά! η λάσπη εδώ είναι καμωμένη από τα δάκρυά μας!
- Είναι αλήθεια ότι κάποτε η θλιμμένη καρδιά της Αγάθης
Λέει: Μακριά απ' τις τύψεις, τα εγκλήματα, τις οδύνες,
Πάρε με μαζί σου βαγόνι! πάρε με φρεγάτα;
Π¨οσο είσαι μακριά, μυρωμένε παράδεισε,
Όπου κάτω από ένα φωτεινό γαλανό όλα είναι αγάπη και χαρά,
Εκεί καθετί που κανείς αγαπά είν' άξιο ν' αγαπηθεί,
Εκεί η καρδιά πνίγεται μες την καθαρή ηδονή!
Πόσο είσαι μακριά, μυρωμένε παράδεισε!
(Τα άνθη του κακού- μετ. Δέσπω Καρούσου)
*
Charles Baudelaire
Moesta et errabunda
Dis-moi ton coeur parfois s’envole-t-il, Agathe,
Loin du noir ocean de l’immonde cite
Vers un autre ocean ou la splendeur eclate,
Bleu, clair, profond, ainsi que la virginite?
Dis-moi, ton coeur parfois s’envole-t-il, Agathe?
La mer la vaste mer, console nos labeurs!
Quel demon a dote la mer, rauque chanteuse
Qu’accompagne l’immense orgue des vents grondeurs,
De cette fonction sublime de berceuse?
La mer, la vaste mer, console nos labeurs!
Emporte-moi wagon! enleve-moi, fregate!
Loin! loin! ici la boue est faite de nos pleurs!
— Est-il vrai que parfois le triste coeur d’Agathe
Dise: Loin des remords, des crimes, des douleurs,
Emporte-moi, wagon, enleve-moi, fregate?
Comme vous etes loin, paradis parfume,
Ou sous un clair azur tout n’est qu’amour et joie,
Ou tout ce que l’on aime est digne d’etre aime,
Ou dans la volupte pure le coeur se noie!
Comme vous etes loin, paradis parfume!
Mais le vert paradis des amours enfantines,
Les courses, les chansons, les baisers, les bouquets,
Les violons vibrant derriere les collines,
Avec les brocs de vin, le soir, dans les bosquets,
— Mais le vert paradis des amours enfantines,
L’innocent paradis, plein de plaisirs furtifs,
Est-il deja plus loin que l’Inde et que la Chine?
Peut-on le rappeler avec des cris plaintifs,
Et l’animer encor d’une voix argentine,
L’innocent paradis plein de plaisirs furtifs?
Μακριά απ' το μαύρο ωκεανό και τη βρομερή πόλη,
Σ' έναν άλλο ωκεανό όπου η λάσπη ξεσπάει,
Γαλανό, φωτεινό, βαθύ σαν την παρθενιά;
Πες μου η καρδιά σου καμιά φορά πετά Αγάθη;
*
Dis-moi ton coeur parfois s’envole-t-il, Agathe,
Loin du noir ocean de l’immonde cite
Vers un autre ocean ou la splendeur eclate,
Bleu, clair, profond, ainsi que la virginite?
Dis-moi, ton coeur parfois s’envole-t-il, Agathe?
Σαρλ Μπωντλαίρ
Moesta et errabunda
Πες μου η καρδιά σου καμιά φορά πετά, Αγάθη,
Μακριά απ' το μαύρο ωκεανό και τη βρομερή πόλη,
Σ' έναν άλλο ωκεανό όπου η λάσπη ξεσπάει,
Γαλανό, φωτεινό, βαθύ σαν την παρθενιά;
Πες μου η καρδιά σου καμιά φορά πετά Αγάθη;
Η θάλασσα, η πλατιά θάλασσα, τους μόχθους παρηγορεί!
Ποιος δαίμονας προίκισε τη θάλασσα, βραχνή τραγουδίστρια
Που συνοδεύει το πελώριο αρμόνιο των αγριεμένων ανέμων,
Μ' αυτή την υπέρτατη αποστολή της παραμάνας;
Η θάλασσα, η πλατιά θάλασσα, τους μόχθους παρηγορεί!
Πάρε με μαζί σου βαγόνι! πάρε με φρεγάτα!
Μακριά! μακριά! η λάσπη εδώ είναι καμωμένη από τα δάκρυά μας!
- Είναι αλήθεια ότι κάποτε η θλιμμένη καρδιά της Αγάθης
Λέει: Μακριά απ' τις τύψεις, τα εγκλήματα, τις οδύνες,
Πάρε με μαζί σου βαγόνι! πάρε με φρεγάτα;
Π¨οσο είσαι μακριά, μυρωμένε παράδεισε,
Όπου κάτω από ένα φωτεινό γαλανό όλα είναι αγάπη και χαρά,
Εκεί καθετί που κανείς αγαπά είν' άξιο ν' αγαπηθεί,
Εκεί η καρδιά πνίγεται μες την καθαρή ηδονή!
Πόσο είσαι μακριά, μυρωμένε παράδεισε!
(Τα άνθη του κακού- μετ. Δέσπω Καρούσου)
*
Charles Baudelaire
Moesta et errabunda
Dis-moi ton coeur parfois s’envole-t-il, Agathe,
Loin du noir ocean de l’immonde cite
Vers un autre ocean ou la splendeur eclate,
Bleu, clair, profond, ainsi que la virginite?
Dis-moi, ton coeur parfois s’envole-t-il, Agathe?
La mer la vaste mer, console nos labeurs!
Quel demon a dote la mer, rauque chanteuse
Qu’accompagne l’immense orgue des vents grondeurs,
De cette fonction sublime de berceuse?
La mer, la vaste mer, console nos labeurs!
Emporte-moi wagon! enleve-moi, fregate!
Loin! loin! ici la boue est faite de nos pleurs!
— Est-il vrai que parfois le triste coeur d’Agathe
Dise: Loin des remords, des crimes, des douleurs,
Emporte-moi, wagon, enleve-moi, fregate?
Comme vous etes loin, paradis parfume,
Ou sous un clair azur tout n’est qu’amour et joie,
Ou tout ce que l’on aime est digne d’etre aime,
Ou dans la volupte pure le coeur se noie!
Comme vous etes loin, paradis parfume!
Mais le vert paradis des amours enfantines,
Les courses, les chansons, les baisers, les bouquets,
Les violons vibrant derriere les collines,
Avec les brocs de vin, le soir, dans les bosquets,
— Mais le vert paradis des amours enfantines,
L’innocent paradis, plein de plaisirs furtifs,
Est-il deja plus loin que l’Inde et que la Chine?
Peut-on le rappeler avec des cris plaintifs,
Et l’animer encor d’une voix argentine,
L’innocent paradis plein de plaisirs furtifs?
Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020
Μοιάζει χειμώνας...
Σαίξπηρ
Σονέτο
Μοιάζει χειμώνας ο καιρός που έχω φύγει
και τη χαρά του χρόνου έχασα, εσένα˙
πόσο σκοτάδι έχω νιώσει, πόσα ρίγη,
πόσο Δεκέμβρη σε τοπία ερημωμένα.
Κι ήταν ο απόδημος ο χρόνος καλοκαίρι,
μεστό φθινόπωρο μέσα στο γέννημά του,
που όλο της άνοιξης το λάγνο βάρος φέρει,
σαν μήτρα πλήρης μες στο πένθος του θανάτου.
Τόση πληθώρα, αποκύημα της λύπης
ήταν για μένα, και καρπός χωρίς πατέρα˙
το καλοκαίρι ξέρει εσένα, κι όταν λείπεις
όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα.
Κι αν κελαϊδήσουν, λένε πένθιμο κανόνα,
κι ωχρούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.
(μετ. Διονύσης Καψάλης)
Σονέτο
Μοιάζει χειμώνας ο καιρός που έχω φύγει
και τη χαρά του χρόνου έχασα, εσένα˙
πόσο σκοτάδι έχω νιώσει, πόσα ρίγη,
πόσο Δεκέμβρη σε τοπία ερημωμένα.
Κι ήταν ο απόδημος ο χρόνος καλοκαίρι,
μεστό φθινόπωρο μέσα στο γέννημά του,
που όλο της άνοιξης το λάγνο βάρος φέρει,
σαν μήτρα πλήρης μες στο πένθος του θανάτου.
Τόση πληθώρα, αποκύημα της λύπης
ήταν για μένα, και καρπός χωρίς πατέρα˙
το καλοκαίρι ξέρει εσένα, κι όταν λείπεις
όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα.
Κι αν κελαϊδήσουν, λένε πένθιμο κανόνα,
κι ωχρούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.
(μετ. Διονύσης Καψάλης)
Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020
Αντίο Κατερίνα...
Τα επίθετα μαράθηκαν·
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω...
Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Ποιητικό Υστερόγραφο
Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώνει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν·
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντος μας.
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν...
(αποσπάσματα)
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…
Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω...
Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Ποιητικό Υστερόγραφο
Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώνει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν·
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντος μας.
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν...
(αποσπάσματα)
Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…
Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.
Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020
λίγοι είναι αυτοί που πράγματι αντιστάθηκαν στο πλήθος...
.. Έχουν υπάρξει άνθρωποι που αντιστάθηκαν στους πιο δυνατούς μονάρχες και αρνήθηκαν να υποκύψουν μπροστά τους, όλως λίγοι είναι αυτοί που πράγματι αντιστάθηκαν στο πλήθος, που όρθωσαν το ανάστημά τους μπροστά στις παραπλάνημένες μάζες, που αντιμετώπισαν την αμέίλικτη φρενίτιδά τους...
*
.. Men have been found to resist the most powerful monarchs and to refuse to bow down before them, but few indeed have been found to resist the crowd, to stand up alone before misguided masses, to face their implacable frenzy...
Hannah Arendt
(από το βιβλίο της, The Origins of Totalitarianism. Η ερασιτεχνική μετάφραση στα ελληνικά, δική μου...)
*
.. Men have been found to resist the most powerful monarchs and to refuse to bow down before them, but few indeed have been found to resist the crowd, to stand up alone before misguided masses, to face their implacable frenzy...
Hannah Arendt
(από το βιβλίο της, The Origins of Totalitarianism. Η ερασιτεχνική μετάφραση στα ελληνικά, δική μου...)
Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020
περιμένουν μιαν άλλη φωνή...
Γιατί τα λόγια του περασμένου έτους ανήκουν στη γλώσσα του περασμένου
έτους.
Και τα λόγια του επόμενου έτους περιμένουν μιαν άλλη φωνή.
Τ.Σ. Ελιοτ
*
For last year's words belong to last year's language.
And next year's words await another voice.
T.S. Eliot
Και τα λόγια του επόμενου έτους περιμένουν μιαν άλλη φωνή.
Τ.Σ. Ελιοτ
*
For last year's words belong to last year's language.
And next year's words await another voice.
T.S. Eliot
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










