t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Το φεγγάρι...

Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Δ.Π. Παπαδίτσας
Το φεγγάρι

Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά
Στις μύτες των ποδιών μου
Πήρα όλα τα οστά μας Και τα βούτηξα –ας μην το μάθουν σε παρακαλώ
Στο φεγγάρι

Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι
Κανείς δε θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο
Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν
Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους
Θα επαναληφθεί κι εδώ
Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα
Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει
Θα το ’χουμε στα χέρια μας
Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί
Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη
Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι

Και κάτι άλλο
Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό
Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό.

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

τη στάχτη σε χρυσάφι...

Ετσι γεννήθηκαν και ξαναγεννήθηκαν στο " χορτάρι της ουτοπίας ", ακολουθώντας το μεσαίο μονοπάτι: σε αυτό το τρεμάμενο σώμα, του φάνηκε ότι το όνειρο έγραψε και ξαναέγραψε μια πρόταση με δέκα τέσσερα γράμματα, πάντα την ίδια και όμως πάντα διαφορετική... Και πάντα ο ήχος αυτής της φωνής - αυτή η βία των αισθήσεων - που μεταμόρφωνε τη στάχτη σε χρυσάφι! (Ξαβιέ Μπορντ)
*
Ainsi naissaient-ils et renaissaient-ils sur le "gazon de l'utopie", suivant le sentier du milieu : sur ce corps frémissant, il lui semblait que le rêve écrivait et récrivait une phrase de quatorze lettres, toujours la même et pourtant toujours autre... Et toujours le son de cette Voix – cette violence des sens – qui transmutait la cendre en or ! (Xavier Bordes)

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλάγια στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017

και πάντα αποχαιρετούμε...

Ποιός, λοιπον, έτσι μας έστρεψε, ώστε
ό,τι κι αν κάνουμε, παίρνουμε τη στάση κάποιου
που όλο αναχωρεί; Όπως κι εκείνος πάνω
στον τελευταίο λόφο, απ' όπου όλη του την κοιλάδα μπορεί
γι' ακόμη μια φορά να δεί, όλο πισωγυρνά, σταματά κι αργοπορεί...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Η Όγδοη Ελεγεία
(ΕΛΕΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΪΝΟ)
αφιερωμένη στον Rudolf Kassner

Με όλα τα μάτια τους βλέπουν τα πλάσματα
το Ανοικτό. Καί μόνο τα δικά μας μάτια
λές κι είναι ανάποδα,στραμμένα στόν εαυτό τους,
σάν παγίδες τριγύρω στην ελεύθερη έξοδό τους.
'Ο,τι υπάρχει έξω εκεί το γνωρίζουμε μόνο
από του ζώου την όψη. Αφού ήδη το μίκρο παιδί
το αναγκάζουμε απ' την άλλη να στραφεί, ώστε να βλέπει
πίσω τον κόσμο των μορφών κι όχι να κοιτάζει το Ανοικτό,
τόσο βαθύ που φαίνεται στων ζώων την όψη. Ελεύθερο απο θάνατο.
Αυτόν μονόν εμείς βλέπουμε. Ενώ το ελεύθερο ζώο
έχει διαρκώς πίσω του τη φθορά και μπρός του τον Θεό
κι όταν προχωρεί, τότε προχωρεί αιώνια
έτσι καθώς τρέχουν κι οι πήγες.
Εμείς ποτέ δεν έχουμε, ούτε για μια μονάχα μέρα,
τον αγνό Χώρο μπροστά μας, εκεί όπου τα λουλούδια
ατέλειωτα φυτρώνουν. Γιά μας υπάρχει πάντα Κόσμος
και ποτέ το Πουθενά το δίχως 'Αρνηση: το Αγνό,
το Αφύλακτο, πού το ανασαίνουμε κι απέραντα το γνωρίζουμε
κι έτσι δεν το ποθούμε. Σάν παιδί χάνεται κάποιος μέσα σ' Αυτού
τον θηλασμό και συνταράζεται. Ή κι ένας άλλος πεθαινει

και γίνεται Αυτό.

Γιατί κοντά στον θάνατο, τον θάνατο πιά δεν βλέπεις,
στο Έξω προσηλώνεσαι, ίσως με το μεγάλο των ζώων βλέμμα.
Οι Εραστές, άν έλειπε ο ένας απ' τους δυό τους, που αλλοιώνει
για τον άλλον τη θέα, κοντά του βρίσκονται και απορούν...
Γιατί, σάν απο λάθος, προβάλλει γι' αυτούς το Ανοικτό

πίσω απ' τον εραστή τους... Ομως πέρα και πίσω απ' αυτόν
κανείς τους δεν προχωρεί κι έτσι ξανά όλα τού γίνονται Κόσμος.
Στραμμένοι πάντα πρός την Πλάση, βλέπουμε μόνον επάνω της
το αντικαθρέφτισμα του Ελεύθερου
σκοτεινιασμένου απο μας. Είτε και ότι ένα ζώο
βουβό το βλέμμα του σηκώνει κι ήρεμα μ' αυτό μας διαπερνά.
Αυτό είναι η μοίρα: αντικρυστά να στέκεσαι,
τιποτε έξω απ' αυτό και πάντα αντικρυστά.

Άν μια συνείδηση όμοια με τη δική μας
υπήρχε μές στο βέβαιο ζώο, που μπροστά μας διαβαίνει
προς κατεύθυνση άλλη - τότε θα μας στροβίλιζε
με τις μεταβολές του. Κι όμως για το ίδιο
η ύπαρξή του είναι απέραντη, ασύλληπτη, δίχως βλέμμα
για την κατάσταση του, αγνή όπως και η ματιά του.
Κι όπου εμείς βλέπουμε μέλλον, αυτό βλέπει το Πάν,
τον εαυτό του μές στο Πάν για πάντα λυτρωμένον.

Κι όμως μέσα στο ζεστό κι άγρυπνο ζώο
υπάρχει το βάρος και η έγνοια μιας θλίψης μεγάλης.
Γιατί και σ' αυτό μένει πάντα προσκολλημένο
ό,τι κι εμάς συχνά καταβάλλει: η Ανάμνηση,
σαν να 'ταν κιόλας κάποτε αυτό που λαχταρούμε
πιό κοντά μας, πιο πιστό, απέραντα ενωμένο τρυφερά
μαζί μας. Εδώ είναι όλα Απόσταση
κι εκεί ήταν Ανάσα. Έτσι, μετά την πρώτη του πατρίδα
στο ζώο φαντάζει αυτή η δεύτερη θύελλες γεμάτη και ανέμους.
Ώ ευδαιμονία του μικρού πλάσματος, αφού πάντα
παραμένει μέσα στη μήτρα που το κυοφόρησε.
Ώ τύχη καλή του κουνουπιού, που συνεχίζει εντός του
να σκιρτά, ακόμη κι όταν ζευγαρώνει! Γιατί η μήτρα είναι το Πάν.
Δές, τη μισή εκείνη σιγουριά μες στο πουλί,
που σχεδόν ξέρει και τα δύο μέρη της καταγωγής του,
λες κι είναι η ψυχή ενός απο εκείνους τους νεκρούς Ετρούσκους,
που τον δέχτηκε ένας χώρος, σκεπασμένος όμως
με τη γνωστή ξαπλωμένη μορφή για κάλυμμα.
Και πόσο σαστίζει ένα που πρέπει να πετάξει
και προέρχεται απο μια μήτρα. Σαν απ' τον ίδιο τον εαυτό του
τρομαγμένο, σπαρταρά και ξεσχίζει τον αέρα,
οπως πάει κι η ραγισματιά πάνω στο φλιτζάνι. Παρόμοια
και της νυχτερίδας το ίχνος χαράζει την πορσελάνη της νύχτας.
Κι εμείς: παντού και πάντοτε θεατές,
στραμμένοι προς τα πάντα, ποτέ προς τα έξω!
Το παν μας κατακλύζει. Το βάζουμε σε τάξη - διαλύεται.
Το ξαναβάζουμε σε τάξη - διαλυόμαστε εμείς.

Ποιός, λοιπον, έτσι μας έστρεψε, ώστε
ό,τι κι αν κάνουμε, παίρνουμε τη στάση κάποιου
που όλο αναχωρεί; Όπως κι εκείνος πάνω
στον τελευταίο λόφο, απ' όπου όλη του την κοιλάδα μπορεί
γι' ακόμη μια φορά να δεί, όλο πισωγυρνά, σταματά κι αργοπορεί -
έτσι κι εμείς ζούμε και πάντα αποχαιρετούμε.

(μετ. Δ.Γκότση)

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

παρόν χωρίς παράθυρο...

ψάχνω δίχως να βρίσκω, ψάχνω για μιά στιγμή,
ένα πρόσωπο απο αστραπή και θύελλα
τρέχοντας ανάμεσα στα νυχτερινά δέντρα,
πρόσωπο βροχής μέσα σ' έναν κήπο σκοτεινό...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό με πεύκα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Οκτάβιο Πάζ
Η Πέτρα του Ήλιου
(απόσπασμα)

Μεξικό, 1957


Μιά ιτιά κρυστάλλινη, μιά λεύκα από νερό,
ένα ψηλό σιντριβάνι γερμένο από τον άνεμο,
ένα δέντρο καλοφυτεμένο αν και χορεύοντας,
προχωρεί, πισωδρομίζει, στρέφεται
και πάντα καταφθάνει:
μιά ειρηνική τροχιά
άστρου ή άνοιξης χωρίς βιασύνη,
νερό σφαλισμένων βλεφάρων
που οι προφητείες τους αναβλύζουν όλη νύχτα,
παρουσία ομόφωνη σαν φουσκωμένη θάλασσα,
κύμα στο κύμα ωσότου σκεπαστούν ξανά τα πάντα,
πράσινη ηγεμονία χωρίς δειλινό
σαν τα φτερά που αστράφτουν
καθώς ανοίγονται στον ουρανό,
ένα πέρασμα ανάμεσα στους θάμνους
προσεχών ημερών και το πένθιμο
ξέσπασμα της δυστυχίας παρόμοιο με το πουλί
που πετρώνει το δάσος με το τραγούδι του
και οι επικείμενες ευτυχίες
ανάμεσα στους λιποθυμισμένους κλάδους,
ώρες φωτός τσιμπημένες κιόλας από τα πουλιά,
οιωνοί δραπετεύοντας ανάμεσα στα δάχτυλα

μιά παρουσία σαν ένα τραγούδι ξαφνικό,
σαν τον άνεμο που ψέλνει μες στην πυρκαγιά,
ένα βλέμμα που κρατάει μετέωρο
τον κόσμο με τις θάλασσες και τα βουνά του,
σώμα φωτεινό που ένας αχάτης φιλτράρει,
κνήμες φωτεινές, κοιλιά από φως, κόλποι,
ηλιακός βράχος, σώμα σε χρώμα σύννεφου
σε χρώμα μέρας ραγδαίας που πηδάει,
ώρα που παίρνει σώμα αστράφτοντας,
ο κόσμος είναι τώρα ορατός μες στο κορμί σου,
διάφανος μες στην διαφάνεια σου

βαδίζω μέσα στις στοές των ήχων,
ρέω ανάμεσα στις παρουσίες που αντηχούν,
σαν τον τυφλό διασχίζω τις διαφάνειες,
ένας κατοπτρισμός μ' εξαφανίζει,
γεννιέμαι μέσα σ' έναν άλλον,
ω δάσος με τους μαγεμένους κίονες,
κάτω απ' τα τόξα του φωτός διεισδύω
σε διαδρόμους φθινωπόρου διάφανου

πηγαίνω στο κορμί σου καθώς πάω με τον κόσμο,
η κοιλιά σου ειν' ενας τόπος ηλιόλουστος,
τα βυζιά σου δυό εκκλησιές όπου το αίμα
δοξολογεί τα παράλληλα μυστήριά του,
τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν όπως ο κισσός,
είσαι μιά πόλη πολιορκημένη από τη θάλασσα,
ένα τείχος χωρισμένο από το φως
σε δυό μισά, χρώμα ροδάκινου,
ένας τόπος αλατιού, βράχων και πουλιών,
κάτω απ' το νόμο της συσπειρωμένης μεσημβρίας

ντυμένη το χρώμα των πόθων μου
σαν τη σκέψη μου πηγαίνεις γυμνή,
μέσα στα μάτια σου βαδίζω όπως στο νερό,
οι τίγρεις πίνουνε στα μάτια σου νερό.
το κολίμπρι καίγεται σ'αυτές τις φλόγες,
πάω στο μέτωπο σου όπως στο φεγγάρι,
όπως το σύννεφο στη σκέψη σου,
πάω ακολουθώντας την κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου
η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
και τραγουδάει,
η φούστα σου από κρύσταλλο,
η φούστα σου από νερό,
τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου,
είσαι βροχή όλη τη νύχτα, όλη μέρα
ανοίγεις το στήθος μου με τα νερένια σου δάχτυλα,
κλείνεις τα μάτια μου με το υδάτινο σου στόμα,
στα κόκκαλά μου στέλνεις τη βροχή, στο στήθος μου
ένα υγρόδεντρο βυθίζει τις νερόριζές του,
ακολουθώ το ανάστημα σου όπως έναν ποταμό,
στο σώμα σου βαδίζω όπως μέσα σ'ένα δάσος,
όπως στο βουνό, σ' ένα μονοπάτι
που απολήγει ξάφνου σε μιάν άβυσσο,
ακολουθώ τις σκόρπιες σου σκέψεις
και στην έξοδο του άσπρου σου μετώπου
η διωγμένη σκιά μου θρυμματίζεται,
μαζεύω τα κομμάτια μου ένα-ένα
και συνεχίζω δίχως σώμα, ψάχνω ψηλαφώντας,
διάδρομοι της μνήμης χωρίς τέλος,
πόρτες ανοιχτές σ' ένα σαλόνι άδειο
όπου σαπίζουνε όλα τα καλοκαίρια,
στο βάθος λάμπουν τα κοσμήματα της δίψας,
πρόσωπο λιποθυμισμένο μόλις το θυμάμαι,
χέρι που χάνεται αν το αγγίξω,
μαλλιά αράχνης αναστατωμένα
πάνω στα χαμόγελα τού κάποτε

στην έξοδο του μετώπου μου, ψάχνω
ψάχνω δίχως να βρίσκω, ψάχνω για μιά στιγμή,
ένα πρόσωπο απο αστραπή και θύελλα
τρέχοντας ανάμεσα στα νυχτερινά δέντρα,
πρόσωπο βροχής μέσα σ' έναν κήπο σκοτεινό,
επίμονο νερό κυλώντας στο πλευρό μου,

ψάχνω δίχως να βρίσκω, γράφω μες στη μοναξιά,
δεν υπάρχει κανείς,
η μέρα τελειώνει, η χρονιά πέφτει,
πέφτω με τη στιγμή, πέφτω στο βάθος,
αόρατος δρόμος σε καθρέφτες
που επαναλαμβάνουν τη θρυμματισμένη μου εικόνα,
βαδίζω πάνω στις μέρες, στις περασμένες στιγμές,
βαδίζω πάνω στις σκέψεις της σκιάς μου,
ποδοπατώ τη σκιά μου αναζητώντας μιά στιγμή,
ψάχνω μιά ημερομηνία ζωντανή σαν ένα πουλί,
ζητώ τον ήλιο στις πέντε το απόγευμα
χλιαρό από τους τοίχους του tezontle:
η ώρα ωρίμαζε τις αρμαθιές της
κι όταν άνοιγε οι κοπέλες έβγαιναν
από τα ρόδινα σωθικά της και χυνόντουσαν
στις πλάκες της αυλής του κολλεγίου,
ψηλή σαν το φθινόπωρο, προχωρούσε,
ντυμένη φως κάτω από την αψίδα
και ο χώρος, ζώνοντας την, την έντυνε
μ' ένα δέρμα ολόχρυσο και διάφανο,

τίγρη φωτόχρωμη, μελαχρινό ελαφάκι
στα περίχωρα της νύχτας,
κορίτσι μισοκοιταγμένο, σκύβοντας
από τα πράσινα μπαλκόνια της βροχής,
πρόσωπο εφηβικό και αναρίθμητο,
ξέχασα τ' όνομά σου, Μελουζίνα,
Λάουρα, Ισαβέλλα, Περσεφόνη, Μαρία,
έχεις όλα τα πρόσωπα, δεν έχεις κανένα,
έχεις όλες τις ώρες και δεν έχεις καμία,
μοιάζεις στο δέντρο και το σύννεφο,
είσαι όλα τα πουλιά μαζί κι ακόμα ένα αστέρι,
μοιάζεις με του σπαθιού την κόψη
και στο ποτήρι του δήμιου γεμάτο αίμα,
κισσός που προχωρεί, ζώνει και ξεριζώνει
την ψυχή κα τη χωρίζει απ' τον εαυτό της,

γραφή της φωτιάς πάνω στον έβενο,
ραγισματιά στο βράχο, βασίλισσα των ερπετών,
ατμού κολώνα, πηγή μέσα στην πέτρα,
σελήνης τσίρκο κι αετοκορφή
σησαμόσπορε, ελάχιστο αγκάθι
και θνητή που αθάνατες ποινές μοιράζει,
οδηγήτρια σε υποβρύχιες κοιλάδες
και φυλάχτρα της κοιλάδας των νεκρών,
κληματίδα που κρέμεσαι στο βράχο του ιλίγγου,
αναρριχητικό φυτό, φυτό δηλητηριώδες,
λουλούδι της ανάστασης, σταφύλι της ζωής,
κυρία της φλογέρας και της αστραπής,
ταράτσα με τα γιασεμιά, αλάτι μέσα σε πληγή,
μπουκέτο τριαντάφυλλα για τον τουφεκισμένο,
χιόνι αυγουστιάτικο, φεγγάρι της κρεμάλας,
γραφή της θάλασσας επάνω στον βασάλτη,
γραφή του ανέμου μες στην έρημο,
διαθήκη του ήλιου, ρόδι και στάχυ,

πρόσωπο από φλόγες, πρόσωπο καταβροχθισμένο,
πρόσωπο έφηβο και κατατρεγμένο,
χρόνια φαντάσματα, κυκλικές μέρες
βγαίνοντας στην ίδια αυλή, μπροστά στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή
και τα διαδοχικά πρόσωπα της φλόγας
δεν είναι παρά το ίδιο πρόσωπο
όλα τα ονόματα είν' ένα μόνο όνομα,
όλα τα πρόσωπα ένα πρόσωπο,
όλοι οι αιώνες μιά σκέτη στιγμή
και για τους αιώνες των αιώνων
ένα ζευγάρι μάτια φράζει το δρόμο για το μέλλον

δεν υπάρχει τίποτα μροστά μου πάρεξ μιά στιγμή
εξαγορασμένη αυτή τη νύχτα μ' ένα όνειρο
με εικόνες ζευγαρωμένες στ' όνειρο,
σκληρά λαξεμένες μες στον ύπνο,
βγαλμένες από το κενό αυτής της νύχτας,
σηκωμένες με του χεριού τη δύναμη γράμμα με γράμμα,
ενώ απ'έξω βιάζεται ο καιρός
και στις πόρτες της ψυχής μου χτυπάει
ο κόσμος με το σαρκοβόρο του ωράριο,

μόλις μιά στιγμή ενώ πόλεις,
τα ονόματα, οι χάρες και όσα ζήσαμε
καταρρέουν στο τυφλό μου μέτωπο,
ενώ η βαριά σκιά της νύχτας
ταπεινώνει τη σκέψη και το σκελετό μου
και το αίμα μου προχωράει πιό αργά
και τα δόντια μου βγάζουν τα παπούτσια τους
και τα μάτια μου θαμπωνονται
και οι μέρες και τα χρόνια
συγκεντρώνουν τις άδειες τους τρομάρες,
ενώ ο καιρός κλείνει το ριπίδι του
και πίσω απ' τις εικόνες του δεν υπάρχει τίποτα,
η στιγμή καταστρέφεται κι επιπλέει,
περικυκλωμένη θάνατο, απειλημένη
από τη νύχτα, από το πένθιμο χασμουρητό της,
απειλημένη από τον σάλο
τού ζωντανού και μασκαρεμένου θανάτου,
η στιγμή καταστρέφεται και διεισδύει στον εαυτό της
όπως κλείνει μιά γροθιά, όπως ένας καρπός

που ωριμάζει προς το εσωτερικό τού εαυτού του
κι ο ίδιος πίνεται κι απλώνει,
η διάφανη στιγμή κλείνει
και ωριμάζει προς τα μέσα, πετάει ρίζες,
φουντώνει μέσα μου, με κυρεύει ολόκληρο,
το τρελλό της φύλλωμα μ' εξόριζει,
οι σκέψεις μου δεν είναι παρά τα πουλιά της,
το θειάφι της κυκλοφορεί στις φλέβες μου,
δέντρο νοητικό, καρποί με γεύση χρόνου,
ω ζωή που θα ζήσεις, που την έζησες κιόλας,
καιρός που επιστρέφει σαν μιάν άμπωτη
κι αποσύρεται δίχως να στρέψει το πρόσωπο,
αυτό που πέρασε, δεν ήταν, αλλά έρχεται
και σιγανά προβάλλει
σε μιάν άλλη στιγμή που λιποθυμάει

μπροστά στο βράδυ του νίτρου και της πέτρας,
οπλισμένη μ' αόρατα μαχαίρια
μιάς κόκκινης ανεξιχνίαστης γραφής,
γράφεις στο δέρμα μου, και οι πληγές
σαν ένα ένδυμα από φλόγες με σκεπάζουν,
φλέγομαι δίχως να καίγομαι, ζητώ το νερό,
και στα μάτια σου δεν υπάρχει νερό,
είναι από πέτρα,
και τα βυζιά, η κοιλιά, οι λαγόνες σου
είναι από πέτρα, το στόμα σου έχει μιά γεύση σκόνης,
το στόμα σου έχει τη γεύση του δηλητηριασμένου χρόνου,
το σώμα σου έχει γεύση πηγαδιού χωρίς διέξοδο,
διαδρόμου με καθρέφτες που επαναλαμβάνουν
τα μάτια του διψασμένου, διάδρομος
που συνεχώς ξαναγυρίζει στο σημείο της αφετηρίας του,
και συ με οδηγείς, τυφλό, απο το χέρι,
διασχίζοντας αυτές τις επίμονες στοές
προς το κέντρο του κύκλου και ορθώνεσαι
σαν μιά λάμψη που συμπυκνώνεται σε τσεκούρι,
σαν ένα φως που γδέρνει, μαγευτική
όπως το ικρίωμα για τον κατάδικο
ευλύγιστη σαν το μαστίγιο κι ευκίνητη
σαν ένα όπλο δίδυμο της σελήνης,
και τα σκόρπια σου λόγια σκάβουν
το στήθος μου, μ' ερημώνουν και μ' αδειάζουν,
μία-μία μού αποσπάς τις αναμνήσεις μου,
ξέχασα τ' όνομά μου, και οι φίλοι μου
γρυλλίζουν ανάμεσα στους χοίρους, ή σαπίζουν
φαγωμένοι από τον ήλιο σ' ένα χαντάκι,
δεν υπάρχει τίποτα μέσα μου πάρεξ μιά πληγή μεγάλη,

ένα άδειο που κανείς δεν περιτρέχει πιά
παρόν χωρίς παράθυρο,
σκέψη που επιστρέφει,
επαναλαμβάνεται, αντικατοπτρίζεται
και χάνεται στην ίδια της τη διαφάνεια,
συνείδηση διάτρητη από ένα μάτι
που κοιτάζει το ίδιο του το βλέμμα ώσπου να χαθεί
από διάυγεια:
είδα το φριχτό σου κέλυφος,
Μελουζίνα, την αυγή, να γυαλίζει πρασινωπό,
κοιμόσουνα πνιγμένη στα σεντόνια,
ξυπνωντας κραυγάσες σαν το πουλί
κι έπεσες δίχως τέλος, σπασμένη και άσπρη,
από σένα δεν απόμεινε παρά η κραυγή σου,
κι ύστερα από αιώνες να 'μαι πάλι
βήχοντας και με όραση κακή, ανασκαλεύοντας
παλιές φωτογραφίες:
δεν υπάρχει κανείς, δεν είσαι κανείς,
ένας λοφίσκος στάχτη κι ένα σάρωθρο,
ένα μαχαίρι στομωμένο κι ένα φτερό,
ένα πτώμα κρεμασμένο σε κόκκαλα,
ένα τσαμπί στεγνό κιόλας, μιά μαύρη τρύπα
και στο βάθος τής τρύπας τα δυό μάτια
ενός παιδιού πνιγμένου εδώ και χίλια χρόνια,
βλέμματα θαμμένα σ' ένα πηγάδι,
βλέμμματα που μας βλέπουν από την αρχή,
βλέμμα παιδί της γριάς μάννας
που βλέπει στο μεγάλο της γιό έναν πατέρα νέο,
βλέμμα μητέρα της εγκαταλελειμμένης κόρης
που βλέπει στον πατέρα της ένα παιδί αρσενικό,
βλέμματα που μας κοιτούν από το βάθος
της ζωής κι είναι του θανάτου παγίδες
- ή το αντίθετο: να πέσεις μέσα σ'αυτά τα μάτια
μήπως θα πει να ξανάρχεσαι στην αληθινή ζωή;

να πέφτω, να ξανάρχομαι, να με ονειρεύομαι
και να με ονειρεύονται
άλλα μάτια μελλοντικά, μιά ζωή άλλη,
άλλα σύννεφα, και να πεθαίνεις έναν άλλο θάνατο!
- αυτή η νύχτα μού αρκεί, κι αυτή η στιγμή
που δεν παύει ν' ανοίγεται και να μου αποκαλύπτει
πού ήμουνα, ποιός υπήρξα, πώς ονομάζεσαι,
πώς εγώ ονομάζομαι:
έκανα σχέδια
για το καλοκαίρι - και για όλα τα καλοκαίρια...

(Μετ. Γιώργος Μακρής)

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

Είδα τον άγγελο...

"Είδα τον άγγελο μέσα στο μάρμαρο και το σμίλεψα μέχρι που τον απελευθέρωσα."
Μιχαήλ Άγγελος


https://yannisstavrou.blogspot.com

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

σίγουρα μας κράτησαν λάθος τραπέζι...

Κάτι βαθιές σιωπές παράξενες ηχούν...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά

Κλείτος Κύρου
Το λίγο του Xρόνου
   
Κάτι βαθιές σιωπές παράξενες ηχούν

Παραμερίζεις τα κλαδιά βλέπεις τώρα τα πράγματα πιο
σφαιρικά ωστόσο πάλι δεν κατανοείς τα σημαίνοντα του
κόσμου ετούτου τελικά δεν ήμασταν γι' αυτήν εδώ τη ζωή
σίγουρα μας κράτησαν λάθος τραπέζι

Τώρα πλέον έχεις κατανοήσει
Το λίγο του χρόνου έχεις κατανοήσει
Σε ποια οριακά σημεία βρίσκονται
Τα φιλιά
Και τα λόγια

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Έρχεσαι από τα αθώα...

Η προδοσία.
Χάθηκε η άσπρη μαργαρίτα
Σφραγίστηκαν οι αγκαλιές
Σ' ένα συρτάρι χώρεσε ο ουρανός
Βεντάλια πέτρινη ασήκωτη...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Υμηττός, λάδι σε καμβά

Μαρία Γερογιάννη
ΡΟΜΦΑΙΑ

Έρχεσαι από τα αθώα
μνήμη ανέγγιχτη

Η ζωή τρέμει
δίχως να φταίει του θανάτου ο άνεμος
Η ζωή τρέμει
όταν οι πέτρες ματώνουν
προπάντων,
όταν το φίδι αλλάζει φορεσιά

Η προδοσία.
Χάθηκε η άσπρη μαργαρίτα
Σφραγίστηκαν οι αγκαλιές
Σ' ένα συρτάρι χώρεσε ο ουρανός
Βεντάλια πέτρινη ασήκωτη.

Η θλίψη ντύνεται Ρομφαία

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Πηγαίνετε σαν κύμα παγωμένο και πελώριο...

Πηγαίνετε σαν καταλύτης στη νωθρότητα του κόσμου·
Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους,
Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές,
Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής...
*
Go like a blight upon the dulness of the world;
Go with your edge against this,
Strengthen the subtle cords,
Bring confidence upon the algae and the tentacles of the soul...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Έζρα Πάουντ
Εντολή

Πηγαίνετε, τραγούδια μου, στον ανικανοποίητο και στον
μοναχικό,
Πηγαίνετε σ' αυτόν με τα κουρελιασμένα νεύρα, σ' αυτόν
που της συμβατικότητας έγινε σκλάβος,
Και δώστε τους την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.
Πηγαίνετε σαν κύμα παγωμένο και πελώριο
Την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.
Μιλήστε για την ασυνείδητη επιβολή,
Μιλήστε για όσους τυραννούν γιατί δεν έχουν φαντασία,
Μιλήστε ενάντια στους δεσμούς.
Πηγαίνετε σ” εκείνη την αστή που από ανία πεθαίνει,
Πηγαίνετε στων προαστίων τις γυναίκες.
Πηγαίνετε στους κακοπαντρεμένους,
Πηγαίνετε στους άτυχα ζευγαρωμένους,
Στη σύζυγο που αγοράστηκε,
Σ' αυτήν πηγαίνετε που έγινε κληρονόμος.
Πηγαίνετε σ' εκείνους με τους εξευγενισμένους πόθους,
Πηγαίνετε σ' αυτούς που οι λεπτές επιθυμίες τους ναυάγησαν,
Πηγαίνετε σαν καταλύτης στη νωθρότητα του κόσμου·
Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους,
Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές,
Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής.
Πηγαίνετε με τρόπο φιλικό,
Πηγαίνετε με λόγο θαρρετό.
Αναζητήστε πρόθυμα καινά δαιμόνια, καινούρια αγαθά,
Σταθείτε ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση.
Πηγαίνετε σ' αυτούς που με τα χρόνια έχουν παχύνει,
Σ' αυτούς που έχασαν πια τα ενδιαφέροντά τους.
Πηγαίνετε στους έφηβους που μέσ' την οικογένεια πνίγονται –
Ώ, πόσο αποτρόπαιο είναι αυτό,
Να βλέπεις τρεις γενιές συνωστισμένες στο ίδιο σπίτι!
Κάτι σα δέντρο γέρικο με νέα βλαστάρια,
Και με κλαδιά που πέφτουν και ρημάζουν.
Βγείτε αψηφώντας την κοινή γνώμη,
Εναντιωθείτε στη χλιαρή δουλεία του αίματος,
Εναντιωθείτε σε κάθε είδους εξουσία.

(Μετ. Τάκης Μενδράκος)

Ezra Pound
Commission

Go, my songs, to the lonely and the unsatisfied,
Go also to the nerve-racked, go to the enslaved-by-convention,
Bear to them my contempt for their oppressors.
Go as a great wave of cool water,
Bear my contempt of oppressors.

Speak against unconscious oppression,
Speak against the tyranny of the unimaginative,
Speak against bonds.
Go to the bourgeoise who is dying of her ennuis,
Go to the women in suburbs.
Go to the hideously wedded,
Go to them whose failure is concealed,
Go to the unluckily mated,
Go to the bought wife,
Go to the woman entailed.

Go to those who have delicate lust,
Go to those whose delicate desires are thwarted,
Go like a blight upon the dulness of the world;
Go with your edge against this,
Strengthen the subtle cords,
Bring confidence upon the algae and the tentacles of the soul.
Go in a friendly manner,
Go with an open speech.
Be eager to find new evils and new good,
Be against all forms of oppression.
Go to those who are thickened with middle age,
To those who have lost their interest.

Go to the adolescent who are smothered in family-
Oh how hideous it is
To see three generations of one house gathered together!
It is like an old tree with shoots,
And with some branches rotted and falling.

Go out and defy opinion,
Go against this vegetable bondage of the blood.
Be against all sorts of mortmain.

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Δίπλωσε, Χρόνε...

ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι,
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θερμαϊκός, λάδι σε καμβά

Λαμαρτίνος
Η Λίμνη
(απόσπασμα)

«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου,
ώρες γλυκές, μην τρέχετε, σταθήτε μια στιγμή,
και συ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου,
τώρα που ζευγαρώσαμε ειν’ όμορφη η ζωή.

Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια,
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι’ αυτούς γοργά-γοργά,
χρόνε μου, πέτα κι’ άφησε στου έρωτα τα βρόχια
τα δυό μας να χορτάσωμε τόσο γλυκεία σκλαβιά.

Του κάκου. Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει…
Κανείς δε μ’ ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή…
Αχνίζουν τ’ άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει,
τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή…

Του κάκου. Όλα ξεγέλασμα είν’ όνειρα και πλάνη,
ζωή μας είν’ η αγάπη μας, και μοναχή χαρά,
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι,
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.

Χρόνε ζηλιάρη, δύστροπε! Πε μου, γιατί να σβηώνται,
σαν αστραπή να φεύγουνε οι ώρες της χαράς,
καθώς περνούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται
κ’ οι μαύρες, κ’ οι ολόπικρες στιγμές της συμφοράς;

Απ’ τη βαθειά την άβυσσον, όπου μας καταπίνει,
απ’ την αιωνιότητα, όπου μας πλημμυρεί,
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φως δεν αναδίνει,
δεν ξεφυτρώνει τίποτε… όλα τα τρως εσύ.

(Μετ. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)