Μια βροχή αμνημόνευτη
Συνεχής
Τα φώτα που φεύγουν...
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Τάκης Βαρβιτσιώτης
Εσωτερικό λυκόφως
Ο άνεμος
Λίγα φύλλα
Κάποια πτυχή
Μια βροχή αμνημόνευτη
Συνεχής
Τα φώτα που φεύγουν
Και το πένθιμο βαλς
Πίσω απ’ τους τρόμους
Απ’ τα παραπετάσματα
Του δειλινού
Ο καθρέφτης αναζητεί
Μια χαμένη ανταύγεια
Βλέμμα που αγκαλιάζει
Ολόκληρο το διάστημα
Εγκαρτέρηση
Ένα πέπλο βουτηγμένο στη δυστυχία
Δίχως ανταύγειες
Μια νύχτα πυκνή που τη ριγώνουν οι αστραπές
Το άδειο φως της λάμπας
Και οι σκιές
Που κινδυνεύουν στην άκρια κάθε φύλλου
Όταν αγγίζουμε τη γαλήνη με τις γαλάζιες πτυχές
Των ημερών τα δάκρυα
Που λάμπουν πάνω στο χώμα
Αφήνοντας τον ύπνο μας στη σκόνη του ήλιου
Όταν προσμένουμε ν’ ανοίξουν
Τα γκρίζα λουλούδια της περιπέτειας
Το πρώτο άστρο που πέφτει
Πάνω στη στέγη
Κι ένα βλέφαρο κλειστό
Διπλωμένο
Κρυμμένο βαθιά μέσα μας
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Τετάρτη 11 Μαΐου 2016
Τρίτη 10 Μαΐου 2016
το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα...
Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Στην ενδοχώρα
Όσο κι αν προχωρώ στην ενδοχώρα
τίποτα δε μου σβήνει από τα μάτια
τον αιώνιο χωρισμό. Μες σε βαθιές κοιλάδες, λασπωμένες
απ’ τη βροχή, έρχεται το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα
παραπατώντας σ’ ένα σμίξιμο σφιχτό, ιδανικό
Πόσο γυαλίζουν μες στη στάχτη τους, έλεγε, πόσο
βαθαίνουν την καρδιά, ακρωτηριάζοντας
δάχτυλα και νευρώσεις, σκάβουνε
βαθιά μέσα στη γη για ναρκοπέδια
Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Στην ενδοχώρα
Όσο κι αν προχωρώ στην ενδοχώρα
τίποτα δε μου σβήνει από τα μάτια
τον αιώνιο χωρισμό. Μες σε βαθιές κοιλάδες, λασπωμένες
απ’ τη βροχή, έρχεται το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα
παραπατώντας σ’ ένα σμίξιμο σφιχτό, ιδανικό
Πόσο γυαλίζουν μες στη στάχτη τους, έλεγε, πόσο
βαθαίνουν την καρδιά, ακρωτηριάζοντας
δάχτυλα και νευρώσεις, σκάβουνε
βαθιά μέσα στη γη για ναρκοπέδια
Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα
Δευτέρα 9 Μαΐου 2016
και θλιμμένος σας νιώθω...
Έχω τα αγάλματά μου.
Τα κληροδότησαν σε μένα οι αιώνες: της προσμονής, της αποθάρρυνσης, οι αιώνες της ασάφειας, από άσβεστη ελπίδα είναι πλασμένα...
*
J'ai mes statues.
Les siècles me les ont léguées : les siècles de mon attente, les siècles de mes découragements, les siècles de mon indéfinie, de mon inétouffable espérance les ont faites...
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά
Ανρί Μισώ
Τα αγάλματά μου
Έχω τα αγάλματά μου.
Τα κληροδότησαν σε μένα οι αιώνες: της προσμονής, της αποθάρρυνσης, οι αιώνες της ασάφειας, από άσβεστη ελπίδα είναι πλασμένα.
Και τώρα στέκονται εκεί.
Ποτέ δεν γνωρίζω, σαν τα αρχαία ερείπια, τι παριστάνουν.
Η καταγωγή τους άγνωστη χάνεται στης ζωής μου τη νύχτα, όπου μονάχα τα σχήματα σώθηκαν από κυνήγι ανελέητο.
Μα στέκονται εκεί, και κάθε χρόνο ολοένα σκληραίνει το μάρμαρο, ενώ βαθιά το σκοτάδι του αμνημόνευτου πλήθους λευκαίνει.
Τα εξωτερικά σημάδια
Είναι ο ίλιγγος το αφρισμένο μου ποτάμι.
Είναι η εξάντληση στα νούφαρα που κολυμπώ.
Το βλέμμα που διαγράφεται τόσο ψηλά, αυτό είναι το κακό μου, και το πλοίο εκείνο που θωρώ δεν θα αιμορραγούσε απ’ τους στορείς του διόλου, αν τις δυνάμεις δεν έχανα εγώ.
Κατάρτια που όρνια θυμίζουν.
Κατάρτια διπλά.
Κατάρτια ξεροκέφαλα, σαν να αυτοκτόνησαν σε όρθια θέση.
Σε καμιά χώρα δεν προαναγγέλλετε, το ξέρω, την άφιξη.
Πολύ σας παραδέχομαι γι΄αυτό που πράγματι είστε και θλιμμένος σας νιώθω.
(Μετ. Ανδρονίκη Δημητριάδου)
Henri Michaux
Mes statues
J'ai mes statues.
Les siècles me les ont léguées : les siècles de mon attente, les siècles de mes découragements, les siècles de mon indéfinie, de mon inétouffable espérance les ont faites.
Et maintenant elles sont là.
Comme d'antiques débris, point ne sais-je toujours le sens de leur représentation.
Leur origine m'est inconnue et se perd dans la nuit de ma vie, où seules leurs formes ont été préservées de l'inexorable balaiement.
Mais elles sont là, et durcit leur marbre chaque année davantage, blanchissant sur le fond obscur des masses oubliées.
Les signes extérieurs
Ce sont les vertiges qui sont mes rivières vives.
C'est la fatigue qui est ma nage dans les nénuphars.
La vigie qui apparaît si haut, c'est mon mal, et le navire que je vois ne saignerait point par ses écubiers, si je ne perdais mes forces moi-même.
Poteaux à tête de vautour.
Poteaux doubles.
Poteaux têtus, comme suicidés debout.
D'aucun pays, je le sais, vous n'annoncez l'approche.
Je ne vous reconnais que trop pour ce que vous êtes réellement et vous comprends en m'en désolant.
Τα κληροδότησαν σε μένα οι αιώνες: της προσμονής, της αποθάρρυνσης, οι αιώνες της ασάφειας, από άσβεστη ελπίδα είναι πλασμένα...
*
J'ai mes statues.
Les siècles me les ont léguées : les siècles de mon attente, les siècles de mes découragements, les siècles de mon indéfinie, de mon inétouffable espérance les ont faites...
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά
Ανρί Μισώ
Τα αγάλματά μου
Έχω τα αγάλματά μου.
Τα κληροδότησαν σε μένα οι αιώνες: της προσμονής, της αποθάρρυνσης, οι αιώνες της ασάφειας, από άσβεστη ελπίδα είναι πλασμένα.
Και τώρα στέκονται εκεί.
Ποτέ δεν γνωρίζω, σαν τα αρχαία ερείπια, τι παριστάνουν.
Η καταγωγή τους άγνωστη χάνεται στης ζωής μου τη νύχτα, όπου μονάχα τα σχήματα σώθηκαν από κυνήγι ανελέητο.
Μα στέκονται εκεί, και κάθε χρόνο ολοένα σκληραίνει το μάρμαρο, ενώ βαθιά το σκοτάδι του αμνημόνευτου πλήθους λευκαίνει.
Τα εξωτερικά σημάδια
Είναι ο ίλιγγος το αφρισμένο μου ποτάμι.
Είναι η εξάντληση στα νούφαρα που κολυμπώ.
Το βλέμμα που διαγράφεται τόσο ψηλά, αυτό είναι το κακό μου, και το πλοίο εκείνο που θωρώ δεν θα αιμορραγούσε απ’ τους στορείς του διόλου, αν τις δυνάμεις δεν έχανα εγώ.
Κατάρτια που όρνια θυμίζουν.
Κατάρτια διπλά.
Κατάρτια ξεροκέφαλα, σαν να αυτοκτόνησαν σε όρθια θέση.
Σε καμιά χώρα δεν προαναγγέλλετε, το ξέρω, την άφιξη.
Πολύ σας παραδέχομαι γι΄αυτό που πράγματι είστε και θλιμμένος σας νιώθω.
(Μετ. Ανδρονίκη Δημητριάδου)
Henri Michaux
Mes statues
J'ai mes statues.
Les siècles me les ont léguées : les siècles de mon attente, les siècles de mes découragements, les siècles de mon indéfinie, de mon inétouffable espérance les ont faites.
Et maintenant elles sont là.
Comme d'antiques débris, point ne sais-je toujours le sens de leur représentation.
Leur origine m'est inconnue et se perd dans la nuit de ma vie, où seules leurs formes ont été préservées de l'inexorable balaiement.
Mais elles sont là, et durcit leur marbre chaque année davantage, blanchissant sur le fond obscur des masses oubliées.
Les signes extérieurs
Ce sont les vertiges qui sont mes rivières vives.
C'est la fatigue qui est ma nage dans les nénuphars.
La vigie qui apparaît si haut, c'est mon mal, et le navire que je vois ne saignerait point par ses écubiers, si je ne perdais mes forces moi-même.
Poteaux à tête de vautour.
Poteaux doubles.
Poteaux têtus, comme suicidés debout.
D'aucun pays, je le sais, vous n'annoncez l'approche.
Je ne vous reconnais que trop pour ce que vous êtes réellement et vous comprends en m'en désolant.
Σάββατο 7 Μαΐου 2016
ανάμεσα 5 και 6.40΄ το πρωί...
άσπρο κι αυτό σαν τα φανταστικά πουλιά
κείνη τη νύχτα που μου γύρεψες...

Γιάννης Σταύρου, Χάραμα, λάδι σε καμβά
Δ. I. Αντωνίου
Ποιήματα
I
Eγώ που αγαπώ τις νύχτες ώς την αυγή
βρέθηκα στο ξεδίπλωμα μιας άλλης νύχτας
κι έχω πια την εικόνα της να την κοιτάζω,
τα πουλιά μόνο λείπουν, φαντάσματα,
μα τα θυμάμαι σαν τρόμαξαν
κι ήρθαν στη γέφυρα γύρω μου,
ταξιδεύοντας από την Tήνο στην Πάρο·
τις μικρές τρομαγμένες φωνές τους ακούω
ξαναβλέποντας το μπρούτζινο χρώμα που τα πέτρωσε
και την άσπρη σαν έβαψε έτσι φορεσιά μου.
Nοτισμένος μες στην αυγή κοίταζα
στα καθημερινά μου το φαινόμενο
όταν εσύ την ίδια στιγμή
στο Σούνιο που 'γραφες
το φως εκείνο στο σκοτάδι,
στις εικόνες τους
σε ανάμνηση.
Eίταν αυτά στις 19/6/35
ανάμεσα 5 και 6.40΄ το πρωί.―
II
Άνθισα γύρω μου στη θάλασσα
άνθη–πουλιά που ζήσανε
στο εφήμερο κλίμα της νύχτας εκείνης.
Bρήκα τις κλωστές σαν ξημέρωνε,
αυτές που ζωντάνευαν τους τεχνητούς κύκνους μου,
σαν νεύρα με τη σάρκα
στην πλασματική τους ύπαρξη.
H κατασκευή τούτη που αρνήθηκες
με το φως της ημέρας
τον εαυτό της τόσο
τον εαυτό μου τότε που κυβερνούσε ένα καράβι
άσπρο κι αυτό σαν τα φανταστικά πουλιά
κείνη τη νύχτα που μου γύρεψες.
Παρασκευή 6 Μαΐου 2016
Την αυγή θα υποφέρουμε...
Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων...
Γιάννης Σταύρου, Ανάμεσα σε βιβλία, λάδι σε καμβά
Τσέζαρε Παβέζε
Οι γάτες θα το ξέρουν
Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ' ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες
θά 'ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ' ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ' απαντάς με λέξεις'
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.
Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων...
Γιάννης Σταύρου, Ανάμεσα σε βιβλία, λάδι σε καμβά
Τσέζαρε Παβέζε
Οι γάτες θα το ξέρουν
Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ' ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες
θά 'ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ' ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ' απαντάς με λέξεις'
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.
Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.
Τετάρτη 4 Μαΐου 2016
Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη...
Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια
και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από
τις ατραπούς της ζωής...
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά
Σαρλ Μπωντλαίρ
Αποφθέγματα
Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία.
Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο.
Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο.
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά
Σαρλ Μπωντλαίρ
Αποφθέγματα
Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία.
Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο.
Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο.
Τρίτη 3 Μαΐου 2016
πιο κοντά…
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμηττό,λάδι σε καμβά
Άννα Αχμάτοβα
Πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο
Πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο...
Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.
Θα εκπλαγείτε σα΄ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ΄ απ΄ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.
Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου...
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.
(Μετ. Γ. Σοϊλεμεζίδης)
Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940
... κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…
Marche funebre ...
Σοπέν…
Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα
(Μετ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμηττό,λάδι σε καμβά
Άννα Αχμάτοβα
Πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο
Πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο...
Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ΄ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.
Θα εκπλαγείτε σα΄ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ΄ απ΄ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.
Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου...
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.
(Μετ. Γ. Σοϊλεμεζίδης)
Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940
... κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά…
Marche funebre ...
Σοπέν…
Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνα
(Μετ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)
Δευτέρα 2 Μαΐου 2016
την ύστατη στιγμή...
μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Πετούν σαν το αίμα των άστρων...
*
Into the innocent
Dark, and the guilty dark, and good
Death, and bad death, and then
In the last element
Fly like the stars' blood...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ντύλαν Τόμας
Η όψη της αλήθειας
(Για τον Llewelyn)
Τούτη την όψη της αλήθειας,
ίσως δεν βλέπεις, γιε μου,
βασιλιά των γαλανών ματιών σου
στην εκτυφλωτική πατρίδα της νιότης,
πως όλα χαλάσματα είναι,
κάτω από τους αδιάφορους ουρανούς,
από αθωότητα κι ενοχή
πριν σκιρτήσεις
για ένα νεύμα της καρδιάς ή της κεφαλής,
όλα συναγμένα και σκορπισμένα είναι
μέσα στη σαβανώτρα σκοτεινιά
σαν την τέφρα των νεκρών.
Το καλό και το κακό, δυο δρόμοι
για να ζυγώσεις τον θάνατό σου
Πλάι στην αλέστρα θάλασσα,
βασιλιά της καρδιάς σου σε μέρες τυφλές,
ξεφυσούν σαν αναπνοή,
οδύρονται μέσα από σένα κι από μένα
και τις ψυχές όλων των ανθρώπων
μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Πετούν σαν το αίμα των άστρων
Σαν τα δάκρυα του ήλιου,
σαν το σπέρμα της σελήνης, απομαζώματα
και φωτιά, η ιπτάμενη μεγαληγορία
του ουρανού, βασιλιά των έξι σου ετών.
Κι η βασκανία,
από την απαρχή των φυτών
και των ζώων και των πουλιών,
Ύδωρ και Φως, γη κι ουρανός,
ασκείται πάνω σου πριν κινηθείς,
και όλες σου οι πράξεις κι οι λέξεις,
κάθε αλήθεια, κάθε ψέμα,
πεθαίνουν στην αδογμάτιστη αγάπη.
(μετ. Νέλλη Μπουραντάνη)
Dylan Thomas
This Side Of The Truth
(For Llewelyn)
This side of the truth,
You may not see, my son,
King of your blue eyes
In the blinding country of youth,
That all is undone,
Under the unminding skies,
Of innocence and guilt
Before you move to make
One gesture of the heart or head,
Is gathered and spilt
Into the winding dark
Like the dust of the dead.
Good and bad, two ways
Of moving about your death
By the grinding sea,
King of your heart in the blind days,
Blow away like breath,
Go crying through you and me
And the souls of all men
Into the innocent
Dark, and the guilty dark, and good
Death, and bad death, and then
In the last element
Fly like the stars' blood
Like the sun's tears,
Like the moon's seed, rubbish
And fire, the flying rant
Of the sky, king of your six years.
And the wicked wish,
Down the beginning of plants
And animals and birds,
Water and Light, the earth and sky,
Is cast before you move,
And all your deeds and words,
Each truth, each lie,
Die in unjudging love.
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Πετούν σαν το αίμα των άστρων...
*
Into the innocent
Dark, and the guilty dark, and good
Death, and bad death, and then
In the last element
Fly like the stars' blood...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ντύλαν Τόμας
Η όψη της αλήθειας
(Για τον Llewelyn)
Τούτη την όψη της αλήθειας,
ίσως δεν βλέπεις, γιε μου,
βασιλιά των γαλανών ματιών σου
στην εκτυφλωτική πατρίδα της νιότης,
πως όλα χαλάσματα είναι,
κάτω από τους αδιάφορους ουρανούς,
από αθωότητα κι ενοχή
πριν σκιρτήσεις
για ένα νεύμα της καρδιάς ή της κεφαλής,
όλα συναγμένα και σκορπισμένα είναι
μέσα στη σαβανώτρα σκοτεινιά
σαν την τέφρα των νεκρών.
Το καλό και το κακό, δυο δρόμοι
για να ζυγώσεις τον θάνατό σου
Πλάι στην αλέστρα θάλασσα,
βασιλιά της καρδιάς σου σε μέρες τυφλές,
ξεφυσούν σαν αναπνοή,
οδύρονται μέσα από σένα κι από μένα
και τις ψυχές όλων των ανθρώπων
μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Πετούν σαν το αίμα των άστρων
Σαν τα δάκρυα του ήλιου,
σαν το σπέρμα της σελήνης, απομαζώματα
και φωτιά, η ιπτάμενη μεγαληγορία
του ουρανού, βασιλιά των έξι σου ετών.
Κι η βασκανία,
από την απαρχή των φυτών
και των ζώων και των πουλιών,
Ύδωρ και Φως, γη κι ουρανός,
ασκείται πάνω σου πριν κινηθείς,
και όλες σου οι πράξεις κι οι λέξεις,
κάθε αλήθεια, κάθε ψέμα,
πεθαίνουν στην αδογμάτιστη αγάπη.
(μετ. Νέλλη Μπουραντάνη)
Dylan Thomas
This Side Of The Truth
(For Llewelyn)
This side of the truth,
You may not see, my son,
King of your blue eyes
In the blinding country of youth,
That all is undone,
Under the unminding skies,
Of innocence and guilt
Before you move to make
One gesture of the heart or head,
Is gathered and spilt
Into the winding dark
Like the dust of the dead.
Good and bad, two ways
Of moving about your death
By the grinding sea,
King of your heart in the blind days,
Blow away like breath,
Go crying through you and me
And the souls of all men
Into the innocent
Dark, and the guilty dark, and good
Death, and bad death, and then
In the last element
Fly like the stars' blood
Like the sun's tears,
Like the moon's seed, rubbish
And fire, the flying rant
Of the sky, king of your six years.
And the wicked wish,
Down the beginning of plants
And animals and birds,
Water and Light, the earth and sky,
Is cast before you move,
And all your deeds and words,
Each truth, each lie,
Die in unjudging love.
Κυριακή 1 Μαΐου 2016
Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια...
Ήτον μία σπηλιά ωραία, στο βράχο τον θεόρατο, με χρώμα σταχτερό, που έσταζε δροσιές ολόγυρα. Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια, από σκοίνους
κι αγριοδυόσμο. Κόσμος ένα πλήθος, γυναίκες ένα σωρό, άνδρες πολλοί και
παιδιά ένα μελίσσι, άλλοι ορθοί, άλλοι καθισμένοι, μερικοί άρρωστοι, από
διάφορες ασθένειες, μισεροί και σακατεμένοι, βρίσκονταν εκεί, κ' έκαναν
το σταυρό τους. Ένας παπάς με το πετραχήλι έστεκε στη μέση· είχε κάμει
Παράκληση, και τώρα ήτον στο τέλος. Έψελναν «Την πάσα ολπίδα μου»...
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Το θαύμα της Καισαριανής
Τὴν διήγησιν ταύτην ἤκουσα ἐκ στόματος τῆς κυρα-Ρήνης Ἐλευθέραινας, τοῦ ποτὲ Ροδίτη, σεβασμίας γερόντισσας Ἀθηναίας.
Εἴχαμε ἕνα χρόνο στεφανωμένοι μὲ τὸν μπαρμπα-Λευθέρη, αὐτὸν ποὺ βλέπεις, καὶ ὅλον τὸν χρόνον δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἄρρωστος. Σοῦ ἔχω εἰπεῖ πῶς μὲ εἶχεν ἑλκύσει μὲ τὰ χάδια του, ἐνῷ ἦτον αὐτὸς τριαντάρης, κ᾽ ἐγὼ ἤμουν δώδεκα χρονῶν τρελοκόριτσο, ποὺ νὰ μὴν πήγαινα παραπάνω.
Σὰν ἦτον ἄρρωστος, ἕνα χρόνο καὶ παραπάνω δὲν τοῦ ἔλειπεν ὁ πυρετός, ὅλη ἡ γειτονιά, κ᾽ οἱ συγγένισσές μου, κ᾽ οἱ κουμπάρες μου, ἔλεγαν πὼς εἶχε καταντήσει νὰ γένῃ φτισικός. Εἶχε χτικιάσει, μοῦ εἶπαν. Ὤ, συφορά μου! Γιατροί, γιάτρισσες, γιατρικά, μαντζούνια, τίποτε δὲν ὠφέλησαν. Ἡ φτώχεια μᾶς ἔδερνε. Νὰ δουλέψῃ ὁ ἴδιος, δὲν μποροῦσε. Ὁ Θεὸς ξέρει πῶς τά ᾽φερνα βόλτα, μὲ ψέματα, μὲ ἀλήθεια.
Μοῦ εἶπε ἡ κουμπάρα μας μιὰ γνώμη, νὰ τάξω στὴν Καισαριανή, μεγάλ᾽ ἡ χάρη της, νὰ σηκωθῶ νὰ τὸν πάω, ἴσως λυπηθῇ ἡ Παναγία καὶ τὸν κάμῃ καλά. Χάρες μεγάλες ἀκούονταν πὼς γίνονταν τὸν καιρὸ ἐκεῖνο. Ἐγὼ σὰν τ᾽ ἄκουσα, νά τί εἶπα μέσα μου, σοῦ ξομολογοῦμαι· «Καλά, ἀνίσως δὲν τὸν κάμῃ καλὰ ἡ χάρη της, μπορεῖ, τὸ ἐλάχιστο, νὰ πεθάνῃ κειδά, νὰ τὸν θάψω, στὸ βουνό, γιὰ νὰ γλυτώσω ἀπὸ ἔξοδα ποὺ δὲν ἔχω, κι ἀπὸ ἄλλα βάσανα καὶ μπελάδες». Τὸ χειρότερο, ἐφοβούμουν, ἂν πέθαινε στὸ σπίτι, μὴν κολλήσῃ τίποτε στὰ ροῦχα, καὶ κολλήσω κ᾽ ἐγώ. Ὅλοι μοῦ λέγανε πὼς τὸ χτικιὸ κολλάει.
Λεφτὸ δὲν εἶχα, οὔτε πολύτιμο κανένα μὲς στὴν κασσέλα μου, ἔξω ἀπ᾽ τὸ δαχτυλίδι τοῦ ἀρραβώνα ποὺ φοροῦσα. Εἶχα μερικὰ χαλκώματα. Ἐπῆρα ἕνα ταψὶ ποὺ εἶχα, καινούριο, κατακόκκινο, νά το, ἐκεῖ βρίσκεται ―ἔδειξε πρὸς ἕνα ράφι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦσαν ὀλίγα χάλκινα σκεύη― κ᾽ ἐπῆγα στὴν γειτόνισσά μας, τὴν Παναγίνα.
― Κυρα-Παναγίνα, πάρε αὐτὸ τὸ ταψί, ἀμανάτι, νὰ μὲ δανείσῃς τέσσερα σβάντζικα*· θέλω νὰ πάω τὸν ἄνδρα μου, ποὺ τὸν ἔχω ἄρρωστο, στὴ χάρη της, στὴν Καισαριανή, καὶ λεφτὰ δὲν ἔχω.
― Νά, πάρε δυὸ σβάντζικα, εἶπεν ἡ Παναγίνα, αὐτὰ μοῦ βρίσκονται. Ἄφσε τὸ ταψί σου ἐδῶ, καί, σὰν εὐκολυθῇς, φέρε τὰ δυὸ σβάντζικα νὰ τὸ πάρῃς.
Ἐπῆρα τὰ δυὸ σβάντζικα, ἂν καὶ λίγα μοῦ ἔπεφταν γιὰ τὸ ταξίδι ποὺ ἤθελα νὰ κάμω, ἄφησα τὸ ταψί μου, κ᾽ εἶπα κ᾽ εὐχαριστῶ. Ἐκινήσαμε μὲ τὸν ἄνδρα μου, παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως, βράδυ-βράδυ. Στὸ δρόμο ηὕραμ᾽ ἕναν καροτσέρη, κουμπάρο μιανῆς συγγένισσάς μου. Τὸν ἐπερικάλεσα κ᾽ ἐπῆρε τὸ Λευθέρη στὸ κάρο του, τὸν πλιότερο δρόμο. Ἐγὼ ἐπῆγα μὲ τὰ πόδια.
Ἐνύχτωνε ὅταν φτάσαμε στὴν Καισαριανή. Πρὶν φτάσουμε στὴν ἐκκλησιά, μὲς στὸ ρέμα, ηὕραμ᾽ ἕνα τσέλιγκα μ᾽ ἕνα κοπάδι πρόβατα. Καθίσαμ᾽ ἐκεῖ κοντά, νὰ ξαποστάσουμε καὶ νὰ συγυρισθοῦμε, πρὶν πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Ἡ γυναίκα τοῦ τσέλιγκα μᾶς εἶδε ποὺ καθίσαμε, κ᾽ ἦρθε κοντά μας.
Ὁ Λευθέρης, ποὺ ἀπὸ βδομάδες μπροστὰ ἦτον κομμένη ἡ ὄρεξή του καὶ δὲν ἔτρωγε τίποτε, σὰν ἐκαθίσαμε, μοῦ λέει:
― Πείνασα, καημένη γυναίκα. Κόψε μου λίγο ψωμί.
Τοῦ ἔκοψα ψωμί, κι ἄρχισε νὰ τρώῃ μὲ τόσην ὄρεξη ποὺ ἀπόρησα κ᾽ ἐγώ. Τοῦ εἶχα κόψει μικρὴ φέτα, ξεύροντας πὼς δὲν μποροῦσε νὰ φάῃ. Στὴ στιγμὴ τὴν ἔφαε, καὶ μοῦ γύρεψε νὰ τοῦ κόψω κι ἄλλο.
Ἡ τσοπάνισσα ποὺ ἦρθε κοντά μας, μοῦ λέει:
― Ἄνδρας σου εἶναι, τσούπα; Σὰν ζαμπούνη* τὸν γλιέπω… Πίνει γάλα, νὰ σᾶς φέρω;
― Πίνει, εἶπα ἐγώ, γιατὶ εἶναι ἄρρωστος.
Ἐννοοῦσα ποὺ ἦτον Τετράδη. Μᾶς ἔφερ᾽ ἕνα μεγάλο μπρίκι γεμᾶτο γάλα. Ὁ Λευθέρης ἐβουτοῦσε τὸ ψωμί του μέσα, ἐμάσαε τὶς μπουκιές, κ᾽ ἐρροφοῦσε τὸ γάλα. Ἐγὼ ἔτρωγα ψωμὶ κ᾽ ἐλιές.
Ἡ τσοπάνισσα τότε, σὰν εἶδε ποὺ τὸ ψωμί μας ἦτον μπαγιάτικο, δυὸ-τριῶν ἡμερῶν, μᾶς ἔφερε μιὰ μεγάλη πλακόπιττα ἀνεβατή, φρέσκη, τῆς ἡμέρας, καὶ μοῦ τὴν ἔδωκε.
― Τί πειράζεσαι; εἶπα.
Κ᾽ ἔβαλα τὴν πίττα μὲς στὸ ταγαράκι μου.
Ὁ ἄνδρας της ἦρθε καὶ μᾶς ἔφερε δυὸ μεγάλα κομμάτια χλωρὸ τυρί, ἁλατισμένο.
― Νά, πάρε, τσούπα, γιὰ νὰ φᾶτε αὔριο, μοῦ λέει. Τὸ πουρνό, ποὺ θά ᾽χουμε σφαχτὰ στὴ σούβλα, περνᾶτ᾽ ἀπ᾽ αὐτοῦ καὶ σᾶς φιλιεύω καμμιὰ πλάτη.
Ἐγὼ ἔβγαλα κάτι πεντάρες ποὺ εἶχα, τὰ ρέστα ἀπ᾽ τὸ ἕνα σβάντζικο, ποὺ τὸ εἶχα χαλάσει, καὶ τοῦ εἶπα νὰ κρατήσῃ ὅ,τι θέλει γιὰ τὸ τυρί. Ἐκεῖνος τὰ ἔσπρωξε πίσω, μὲ τὴ ράχη τοῦ χεριοῦ του, κ᾽ εἶπε:
― Δὲ χρειάζονται λιεφτά… Κράτα τα νὰ κολλήσῃς καμμιὰ λιαμπάδα στὴ χάρ᾽ τς, γιὰ τὸν μορφονιό σ᾽, πού ᾽ναι ζαμπούνης.
Σὰν παράξενα σοῦ φαίνονται αὐτά; ―ἀπέστρεψεν αἴφνης τὸν λόγον πρὸς ἐμὲ ἡ ἀφηγήτρια.― Τότε ἦτον ἄλλος κόσμος. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν πόνο, εἶχαν ἀγάπη ἀναμεταξύ τους. Εὕρισκες πολλοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, κ᾽ ἐδῶ μέσα, καὶ στὰ βουνὰ ἔξω. Τὸ εἶχαν σὲ καλό τους νὰ δίνουνε. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς τοὺς εὐλογοῦσε, κ᾽ εἶχαν μπερικέτια… Ἄλλος κόσμος τότε! Ποῦ κεῖνα τὰ χρόνια;
Πήγαμε στὴν ἐκκλησιά, προσκυνήσαμε, κολλήσαμε μιὰ λαμπαδίτσα. Ὕστερα ὁ Λευθέρης ἐκάθισε κοντὰ στὴν ἁγίαν εἰκόνα, μέσα στὴν ἐκκλησιά, καὶ σὰν νὰ ἐνύσταζε. Ἐγὼ ἐβγῆκα νὰ πιῶ νερό, στὴν περίφημη, τὴν ἀθάνατη βρύση…
Ἦτον ὣς τρεῖς ὧρες νύχτα. Δροσιά, ἀστροφεγγιά, χαρὰ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἀντίκρυ πέρ᾽ ἀπ᾽ τὰ πλατάνια, στὸ ξέφαντο, εἶχαν ἀρχίσει νὰ παίζουν λαλούμενα, φλογέρες, νταούλια, ζουρνάδες, καὶ μερικοὶ εἶχαν στήσει χορό. Ἐγώ, σὰν τρελοκόριτσο ποὺ ἤμουν ἀκόμα, εἶχα πανδρευθῆ πολὺ μικρή, καθὼς σοῦ εἶπα, καὶ τώρα δὲν θὰ ἤμουν παραπάνω ἀπὸ δεκαφτὰ χρονῶν ― ξέχασα καὶ ἄνδρα ἄρρωστον, καὶ τάξιμο, κ᾽ ἐκκλησιά, κ᾽ ἐπῆγα ἴσα πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἔπαιζαν τὰ λαλούμενα, κ᾽ ἐγινόταν ὁ χορός, γιὰ νὰ κάμω χάζι.
Ἐστάθηκα ἐκεῖ ὀλίγην ὥρα, ὕστερ᾽ ἀπόστασα νὰ στέκωμαι, κ᾽ ἐκάθισα στὰ χορταράκια. Εὕρισκα μεγάλη διασκέδαση. Ἐκεῖ, ἀκούω ἀπὸ μερικὲς γυναῖκες κάτι φωνές, ποὺ ἔλεγαν ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη:
― Στὴν Εὕρεση!… εἶναι ὥρα… πᾶνε στὴν Εὕρεση!
―Ἡ Περιστέρα… στὴν Εὕρεση… στὴν σπηλιά.
Ἐκεῖνες ποὺ τὸ ἔλεγαν αὐτό, ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη, εἶχαν ἔρθει τώρα κοντά, ἐκεῖ, στὸ μέρος ποὺ ἦτον τὸ γλέντι τὸ νυχτερινό, κ᾽ ἐφώναζαν ἄλλες νὰ τὶς ἀκολουθήσουν… Κ᾽ ἔφευγαν ὅλες μαζί, ἡ μία κατόπι τῆς ἄλλης, κ᾽ ἄδειασε πολὺς τόπος. Γυναῖκες παραπολλές, καὶ καμπόσοι ἄνδρες καὶ παιδιά, μονοκοπανιὰ ἔφυγαν ἀποκεῖ ποὺ ἤμουν, κι ἄρχισαν νὰ τρέχουν τὸν ἀνήφορο.
Ἐγὼ δὲν ἤξευρα καλὰ καλὰ τί ἦτον ἡ Εὕρεση, καὶ σχεδὸν δὲν εἶχ᾽ ἀκούσει ποτέ μου γιὰ Περιστέρα. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ θυμήθηκα ποὺ ἡ κουμπάρα μας, ἐκείνη ποὺ πρώτη μοῦ εἶχε βάλει στὸ νοῦ γιὰ νὰ τάξω στὴν Καισαριανή, μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι ἡ χάρη 〈της〉 περισσότερο ἐνεργάει στὴν Εὕρεση, ποὺ εἶναι στὴ σπηλιά, κι ὅτι ἐκεῖ κατεβαίνει, τινάζοντας τὰ φτερά της, μία περιστέρα…
Τότε μία ποὺ μὲ μισογνώριζε, καὶ μᾶς εἶχε ἰδεῖ ἀρχύτερα μὲ τὸν ἄνδρα μου στὸ δρόμο, κ᾽ εἶχε καταλάβει πὼς ὁ ἄνδρας μου ἦτον ἄρρωστος, καθὼς ἐσηκώθηκε νὰ φύγῃ, γυρίζει καὶ μοῦ λέει:
― Δὲν ἔρχεσαι κ᾽ ἐλόγου σου στὴν Εὕρεση;… Πάρε τὸν ἄνδρα σου κ᾽ ἐλᾶτε.
Ἐσηκώθηκα ἐγώ, ἔτρεξα κατὰ τὴ βρύση, ξαναήπια νερό, ὕστερα ᾽μβαίνω στὴν ἐκκλησιά, καὶ βρίσκω τὸ Λευθέρη, ποὺ τὸν εἶχε πάρει καλὰ ὁ ὕπνος, δίπλα στὸ Προσκυνητάρι ποὺ καθότανε. Ἐπῆγα κοντά, τὸν ἔσεισα, κι ἄνοιξε τὰ μάτια.
― Δὲν ξεκολλᾷς ἀπὸ κοντά μου; μοῦ λέει. Τώρα ἐγὼ λιανονυστάζω. Σῦρε ἔξω στὴ βρύση, νὰ πάρῃς τὸν ἀέρα σου.
― Πᾶμε στὴν Εὕρεση! τοῦ λέω.
― Στὴν Εὕρεση;… τί Εὕρεση;
Τὸν ἔσεισα πάλι, τὸν ἐτράβηξα βιαστικὰ μὲ τὸ χέρι μου, καὶ τὸν ἐσήκωσα. Τότε μοῦ εἶχε ἔρθει ἡ στόχαση πὼς ἔπρεπε νὰ κάμω γλήγορα, γιὰ νὰ προφτάσω τ᾽ ἀσκέρι ποὺ ἔτρεχε τὸν ἀνήφορο, γιατὶ δὲν ἤξευρα ἂν ἦτον πολὺ κοντὰ ἢ μακριά, καὶ τὸν δρόμο ἐγὼ δὲν τὸν ἤξευρα. Ἔπειτα ἔπρεπε νὰ προφτάσω νὰ ἰδῶ τὴν Περιστέρα, καθὼς μισοθυμούμουν ποὺ μοῦ εἶχε πεῖ ἡ κουμπάρα πὼς τίναζε τὰ φτερά.
Ἔσυρα τὸν Λευθέρη κ᾽ ἐβγήκαμε ἀπ᾽ τὸ μοναστήρι.
―Ἡ χάρη της, τοῦ εἶπα, θὰ σὲ κάμῃ καλά!
Ἐκινήσαμε, καταπόδι σ᾽ ἄλλους, ποὺ τοὺς βλέπαμε νὰ τρέχουν μπροστά. Ἦτον μεσάνυχτα. Περπατήσαμε κάμποσο ἀνήφορο, καὶ σὲ λίγην ὥρα φτάσαμε στὴ σπηλιά.
Ἦτον μία σπηλιὰ ὡραία, στὸ βράχο τὸν θεόρατο, μὲ χρῶμα σταχτερό, ποὺ ἔσταζε δροσιὲς ὁλόγυρα. Μοσχοβολοῦσε ὁ τόπος ἀπὸ θυμάρια, ἀπὸ σκοίνους κι ἀγριοδυόσμο. Κόσμος ἕνα πλῆθος, γυναῖκες ἕνα σωρό, ἄνδρες πολλοὶ καὶ παιδιὰ ἕνα μελίσσι, ἄλλοι ὀρθοί, ἄλλοι καθισμένοι, μερικοὶ ἄρρωστοι, ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες, μισεροὶ καὶ σακατεμένοι, βρίσκονταν ἐκεῖ, κ᾽ ἔκαναν τὸ σταυρό τους. Ἕνας παπὰς μὲ τὸ πετραχήλι ἔστεκε στὴ μέση· εἶχε κάμει Παράκληση, καὶ τώρα ἦτον στὸ τέλος. Ἔψελναν «Τὴν πᾶσα ὀλπίδα μου», κ᾽ ἔκαναν μετάνοιες. Σὰν εἶπε τὸ «Δι᾽ αὐκῶν» ὁ παπὰς πάλι ἄρχισε νὰ ψέλνῃ Ἁγιασμό, μέσα σὲ μιὰ λεκάνη μεγάλη σὰν κολυμβήθρα, φυσικὰ φτιασμένη στὸ βράχο, θεόχτιστη, ὡς φαίνεται.
Σὰν ἄρχισε ὁ Ἁγιασμός, οἱ γυναῖκες ἐψιθύριζαν ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη:
―Ἡ Περιστέρα… τώρα θὰ φανῇ!
― Τώρα θὰ κατεβῇ ἡ Περιστέρα!
― Νά, τώρα… τώρα θὰ βγῇ ἡ Περιστέρα.
Σὲ λίγην ὥρα, κοντὰ στὸ τέλος τοῦ Ἁγιασμοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ ἤθελε νὰ βαφτίσῃ ὁ παπὰς τὸ Σταυρὸ στὴν λεκάνη, ἀκούστηκ᾽ ἔξαφνα ἕνα φροὺ-φρού, κ᾽ ἐβόϊξ᾽ ἡ σπηλιά, κ᾽ ἐπαρουσιάστηκε γιὰ μιὰ στιγμή, γιὰ ὅσην ὥρα σᾶς τὸ λέγω, ἕνα ὡραῖο πουλί, μιὰ περιστέρα, μὲ ἄσπρα καὶ σταχτιὰ καὶ χρυσᾶ φτερά, κ᾽ ἐφτερούγιασε, φρστ!… φρστ!… κ᾽ ἐτίναξε τὰ φτερά της, κ᾽ ἐχτύπησε μὲ τὰ φτερά της τὸ νερό, ποὺ ἦτον μέσα στὴ λεκάνη τοῦ Ἁγιασμοῦ, κι ἀμέσως ἔγινε ἄφαντη… Γιὰ δυὸ-τρεῖς στιγμὲς ἐξακολουθοῦσε, ἀπ᾽ τὸ θόλο τῆς σπηλιᾶς, νὰ πέφτῃ νερὸ μὲς στὴ λεκάνη, ὕστερα ἔπαψε. Ὁ κόσμος ἐκοίταζε χωρὶς φωνή, χωρὶς πνοή… Ὕστερα μονομιᾶς ἀπὸ πολλῶν τὰ στήθια ἐβγῆκ᾽ ἕνα «Μέγας εἶ Κύριε!» καὶ δύο-τρεῖς χωριάτισσες εἶπαν «Χριστὸς δὲ σὲρ-Μαρία*! Χριστὸς δὲ σὲρ-Μαρία».
Τὴν ἴδια στιγμὴ ἐβούτηξ᾽ ὁ παπὰς τὸ Σταυρό, κ᾽ ἔψαλε «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου», κ᾽ ὕστερα ὅλος ὁ λαός, παιδιά, ἄνδρες, γυναῖκες, ἔπεσαν μὲ τὰ μοῦτρα στὴν ἁγιαστούρα τοῦ παπᾶ καὶ μέσα στὴ λεκάνη, κ᾽ ἔπαιρναν ἁγίασμα μὲ τὰ φλασκιά τους, μὲ τὰ τασάκια τους, κ᾽ ἔπιναν, κ᾽ ἐξεφωνοῦσαν: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!»
Μὲ πολὺν κόπο, ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ ἀράδα, κ᾽ ἔσυρα σπρώχνοντας μὲ ὅλη τὴν δύναμή μου τὸ Λευθέρη ἀπ᾽ τὸ μπράτσο κι ἀπ᾽ τὶς πλάτες, καὶ μπορέσαμε μὲ πολλὰ βάσανα νὰ πλησιάσουμε τὸν παπά, καὶ μᾶς φώτισε μὲ τὴν ἁγιαστούρα του· ὕστερα ἔσκυψα μὲ τὸ στόμα κ᾽ ἤπια ἁγίασμα· ὕστερα ἐγέμισα τὶς δυὸ φοῦχτες καὶ τὶς ἔφερα στὸ στόμα τοῦ ἀνδρός μου νὰ πιῇ. Ἦτον δροσερό, γλυκὸ νερό, ἁγίασμα· εἶχε μιὰ δροσούλα καὶ μιὰ μοσκοβολιὰ ποὺ δὲν ξανάγινε.
Κατόπι γυρίσαμε πάλι, μὲ ὅλο τὸ μελίσσι μαζί, κ᾽ ἐφτάσαμε στὴν ἐκκλησιά.
Τὸ πουρνό, ἀφοῦ ἐλειτουργηθήκαμε, δὲν ξεχάσαμε νὰ περάσουμε ἀπ᾽ τὸ μέρος ὅπου εἶχε τὴ στάνη του προσωρινὰ ὁ ψεβραδινὸς ὁ τσέλιγκας.
Μᾶς ἔδωκε γάλα, γιαούρτι, χλωρὸ τυρί· ὕστερα, σὰν ἐψήθηκαν τ᾽ ἀρνιά, μᾶς ἐφίλεψ᾽ ἕνα μεγάλο κομμάτι ἀπὸ παγίδια κι ἀπὸ πλάτη, κ᾽ ἐξεφαντώσαμε. Μία φαμίλια ἀπ᾽ τὴν Πλάκα, ποὺ κάθισαν ἐκεῖ κοντὰ νὰ ξεφαντώσουν, μᾶς ἐγνώριζαν· μᾶς ἔστειλαν ἕνα φλασκὶ γεμᾶτο κρασί, κ᾽ ἤπιαμε στὴν ὑγειά τους.
Περάσαμε πολὺ καλὰ ὁλημέρα. Τὸ βράδυ γυρίσαμε στὸ σπίτι μας. Στὴ στράτα ποὺ γυρίζαμε, δὲν εἶχε νυχτώσει ἀκόμα πολύ, καὶ βλέπω ἕνα μικρὸ κομπόδεμα χάμου. Σκύφτω, τὸ μαζεύω, τ᾽ ἀνοίγω, καὶ βλέπω ποὺ εἶχε μέσα τρία σβάντζικα.
Ἡ φαμίλια ἡ Πλακιώτικη, ποὺ μᾶς εἶχε φιλέψει τὸ κρασί, μία γυναίκα μὲ τὸν ἄνδρα της καὶ μὲ δυὸ παιδιά, εἶχαν ξεκινήσει κ᾽ ἐκεῖνοι πεζοὶ ὀλίγο μπροστὰ ἀπὸ μᾶς, κ᾽ εἶχαν προπεράσει ὣς μιὰ τουφεκιὰ τόπο. Κατ᾽ ἀρχὰς ἔκαμα νὰ βάλω τὸ κομπόδεμα στὴν τσέπη μου, ὕστερα εἶπα: «κι αὐτοὶ φτωχοὶ σὰν ἐμᾶς εἶναι, μὴν τοὺς ἔπεσε, κ᾽ εἶναι κρῖμα νὰ τὸ κρατήσω». Τοὺς φωνάζω:
― Μὴ σᾶς ἔπεσε κανένα κομπόδεμα!; Τί λογῆς ἦτον, καὶ πόσα λεφτὰ εἶχε μέσα;
Ἐψάχτηκαν.
―Ὄχι, μοῦ εἶπαν· δὲν μᾶς ἔπεσε τίποτε.
Τότε εἶπα κ᾽ ἐγώ, μπορεῖ νά ᾽πεσε καμμιανῆς ποὺ νά ᾽χῃ τὸν τρόπο της· κισμέτι* ἦταν· ἂς τὸ κρατήσω.
Ὁ Λευθέρης ἦτον πολὺ καλύτερα. Ἐγύρισε ὅλο τὸ δρόμο μὲ τὰ πόδια. Ἡ ὄψη του ἐκαλυτέρεψε πολύ. Εἶχε γυρίσει ἡ ὄρεξή του, κ᾽ ἔφαε κ᾽ ἤπιε καλὰ στὸ πανηγύρι. Σὲ λίγον καιρὸ ἔγινε καλά, ἐδυνάμωσε, κ᾽ ἔζησε, κ᾽ εἶναι τώρα ὀγδοντάρης, ὅπως τὸν βλέπεις.
Τὸ πρωὶ τῆς ἄλλης ἡμέρας πηγαίνω στὴν Παναγίνα τὴν γειτόνισσα.
― Νά, πάρε κυρα-Παναγίνα, τὰ δυὸ σβάντζικά σου, καὶ δῶσέ μου τ᾽ ἀμανάτι μου.
Εἶχα χαλάσει τὸ ἕνα σβάντζικο ἀπ᾽ τὰ δυὸ ποὺ μὲ εἶχε αὐτὴ δανείσει, ἔκαμα ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ, ἔφαγα καὶ ἤπια καλά, ἔφερα καὶ δυὸ μεγάλα κομμάτια τυρὶ στὸ σπίτι, καθὼς καὶ μισὸ καρβέλι ἀπὸ μαῦρο ψωμὶ χωριάτικο, ἔδωσα τὰ δυὸ σβάντζικα τὰ δανεικά, καὶ μοῦ περίσσεψαν καὶ δυὸ ἀκόμα σβάντζικα.
― Νά, πάρ᾽ το, κυρα-Λευθέραινα, τὸ ταψί σου, μοῦ λέει ἡ Παναγίνα, ἀφοῦ ἐπῆρε τὰ δυὸ σβάντζικα.
Ἐπῆρα τὸ ταψί μου, καὶ νά το, αὐτὸ εἶναι! Βρίσκετ᾽ ἀκόμα, ὕστερ᾽ ἀπὸ σαρανταοχτὼ χρόνια.
Ἐσηκώθη, ὕψωσε τὴν χεῖρα εἰς τὸ ράφι καὶ μοῦ ἐπαρουσίασε χάλκινον ἀγγεῖον παλαιόν, ὀλίγον τρύπιον εἰς τὴν μίαν ἄκρην.
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Το θαύμα της Καισαριανής
Τὴν διήγησιν ταύτην ἤκουσα ἐκ στόματος τῆς κυρα-Ρήνης Ἐλευθέραινας, τοῦ ποτὲ Ροδίτη, σεβασμίας γερόντισσας Ἀθηναίας.
Εἴχαμε ἕνα χρόνο στεφανωμένοι μὲ τὸν μπαρμπα-Λευθέρη, αὐτὸν ποὺ βλέπεις, καὶ ὅλον τὸν χρόνον δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἄρρωστος. Σοῦ ἔχω εἰπεῖ πῶς μὲ εἶχεν ἑλκύσει μὲ τὰ χάδια του, ἐνῷ ἦτον αὐτὸς τριαντάρης, κ᾽ ἐγὼ ἤμουν δώδεκα χρονῶν τρελοκόριτσο, ποὺ νὰ μὴν πήγαινα παραπάνω.
Σὰν ἦτον ἄρρωστος, ἕνα χρόνο καὶ παραπάνω δὲν τοῦ ἔλειπεν ὁ πυρετός, ὅλη ἡ γειτονιά, κ᾽ οἱ συγγένισσές μου, κ᾽ οἱ κουμπάρες μου, ἔλεγαν πὼς εἶχε καταντήσει νὰ γένῃ φτισικός. Εἶχε χτικιάσει, μοῦ εἶπαν. Ὤ, συφορά μου! Γιατροί, γιάτρισσες, γιατρικά, μαντζούνια, τίποτε δὲν ὠφέλησαν. Ἡ φτώχεια μᾶς ἔδερνε. Νὰ δουλέψῃ ὁ ἴδιος, δὲν μποροῦσε. Ὁ Θεὸς ξέρει πῶς τά ᾽φερνα βόλτα, μὲ ψέματα, μὲ ἀλήθεια.
Μοῦ εἶπε ἡ κουμπάρα μας μιὰ γνώμη, νὰ τάξω στὴν Καισαριανή, μεγάλ᾽ ἡ χάρη της, νὰ σηκωθῶ νὰ τὸν πάω, ἴσως λυπηθῇ ἡ Παναγία καὶ τὸν κάμῃ καλά. Χάρες μεγάλες ἀκούονταν πὼς γίνονταν τὸν καιρὸ ἐκεῖνο. Ἐγὼ σὰν τ᾽ ἄκουσα, νά τί εἶπα μέσα μου, σοῦ ξομολογοῦμαι· «Καλά, ἀνίσως δὲν τὸν κάμῃ καλὰ ἡ χάρη της, μπορεῖ, τὸ ἐλάχιστο, νὰ πεθάνῃ κειδά, νὰ τὸν θάψω, στὸ βουνό, γιὰ νὰ γλυτώσω ἀπὸ ἔξοδα ποὺ δὲν ἔχω, κι ἀπὸ ἄλλα βάσανα καὶ μπελάδες». Τὸ χειρότερο, ἐφοβούμουν, ἂν πέθαινε στὸ σπίτι, μὴν κολλήσῃ τίποτε στὰ ροῦχα, καὶ κολλήσω κ᾽ ἐγώ. Ὅλοι μοῦ λέγανε πὼς τὸ χτικιὸ κολλάει.
Λεφτὸ δὲν εἶχα, οὔτε πολύτιμο κανένα μὲς στὴν κασσέλα μου, ἔξω ἀπ᾽ τὸ δαχτυλίδι τοῦ ἀρραβώνα ποὺ φοροῦσα. Εἶχα μερικὰ χαλκώματα. Ἐπῆρα ἕνα ταψὶ ποὺ εἶχα, καινούριο, κατακόκκινο, νά το, ἐκεῖ βρίσκεται ―ἔδειξε πρὸς ἕνα ράφι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦσαν ὀλίγα χάλκινα σκεύη― κ᾽ ἐπῆγα στὴν γειτόνισσά μας, τὴν Παναγίνα.
― Κυρα-Παναγίνα, πάρε αὐτὸ τὸ ταψί, ἀμανάτι, νὰ μὲ δανείσῃς τέσσερα σβάντζικα*· θέλω νὰ πάω τὸν ἄνδρα μου, ποὺ τὸν ἔχω ἄρρωστο, στὴ χάρη της, στὴν Καισαριανή, καὶ λεφτὰ δὲν ἔχω.
― Νά, πάρε δυὸ σβάντζικα, εἶπεν ἡ Παναγίνα, αὐτὰ μοῦ βρίσκονται. Ἄφσε τὸ ταψί σου ἐδῶ, καί, σὰν εὐκολυθῇς, φέρε τὰ δυὸ σβάντζικα νὰ τὸ πάρῃς.
Ἐπῆρα τὰ δυὸ σβάντζικα, ἂν καὶ λίγα μοῦ ἔπεφταν γιὰ τὸ ταξίδι ποὺ ἤθελα νὰ κάμω, ἄφησα τὸ ταψί μου, κ᾽ εἶπα κ᾽ εὐχαριστῶ. Ἐκινήσαμε μὲ τὸν ἄνδρα μου, παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως, βράδυ-βράδυ. Στὸ δρόμο ηὕραμ᾽ ἕναν καροτσέρη, κουμπάρο μιανῆς συγγένισσάς μου. Τὸν ἐπερικάλεσα κ᾽ ἐπῆρε τὸ Λευθέρη στὸ κάρο του, τὸν πλιότερο δρόμο. Ἐγὼ ἐπῆγα μὲ τὰ πόδια.
Ἐνύχτωνε ὅταν φτάσαμε στὴν Καισαριανή. Πρὶν φτάσουμε στὴν ἐκκλησιά, μὲς στὸ ρέμα, ηὕραμ᾽ ἕνα τσέλιγκα μ᾽ ἕνα κοπάδι πρόβατα. Καθίσαμ᾽ ἐκεῖ κοντά, νὰ ξαποστάσουμε καὶ νὰ συγυρισθοῦμε, πρὶν πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Ἡ γυναίκα τοῦ τσέλιγκα μᾶς εἶδε ποὺ καθίσαμε, κ᾽ ἦρθε κοντά μας.
Ὁ Λευθέρης, ποὺ ἀπὸ βδομάδες μπροστὰ ἦτον κομμένη ἡ ὄρεξή του καὶ δὲν ἔτρωγε τίποτε, σὰν ἐκαθίσαμε, μοῦ λέει:
― Πείνασα, καημένη γυναίκα. Κόψε μου λίγο ψωμί.
Τοῦ ἔκοψα ψωμί, κι ἄρχισε νὰ τρώῃ μὲ τόσην ὄρεξη ποὺ ἀπόρησα κ᾽ ἐγώ. Τοῦ εἶχα κόψει μικρὴ φέτα, ξεύροντας πὼς δὲν μποροῦσε νὰ φάῃ. Στὴ στιγμὴ τὴν ἔφαε, καὶ μοῦ γύρεψε νὰ τοῦ κόψω κι ἄλλο.
Ἡ τσοπάνισσα ποὺ ἦρθε κοντά μας, μοῦ λέει:
― Ἄνδρας σου εἶναι, τσούπα; Σὰν ζαμπούνη* τὸν γλιέπω… Πίνει γάλα, νὰ σᾶς φέρω;
― Πίνει, εἶπα ἐγώ, γιατὶ εἶναι ἄρρωστος.
Ἐννοοῦσα ποὺ ἦτον Τετράδη. Μᾶς ἔφερ᾽ ἕνα μεγάλο μπρίκι γεμᾶτο γάλα. Ὁ Λευθέρης ἐβουτοῦσε τὸ ψωμί του μέσα, ἐμάσαε τὶς μπουκιές, κ᾽ ἐρροφοῦσε τὸ γάλα. Ἐγὼ ἔτρωγα ψωμὶ κ᾽ ἐλιές.
Ἡ τσοπάνισσα τότε, σὰν εἶδε ποὺ τὸ ψωμί μας ἦτον μπαγιάτικο, δυὸ-τριῶν ἡμερῶν, μᾶς ἔφερε μιὰ μεγάλη πλακόπιττα ἀνεβατή, φρέσκη, τῆς ἡμέρας, καὶ μοῦ τὴν ἔδωκε.
― Τί πειράζεσαι; εἶπα.
Κ᾽ ἔβαλα τὴν πίττα μὲς στὸ ταγαράκι μου.
Ὁ ἄνδρας της ἦρθε καὶ μᾶς ἔφερε δυὸ μεγάλα κομμάτια χλωρὸ τυρί, ἁλατισμένο.
― Νά, πάρε, τσούπα, γιὰ νὰ φᾶτε αὔριο, μοῦ λέει. Τὸ πουρνό, ποὺ θά ᾽χουμε σφαχτὰ στὴ σούβλα, περνᾶτ᾽ ἀπ᾽ αὐτοῦ καὶ σᾶς φιλιεύω καμμιὰ πλάτη.
Ἐγὼ ἔβγαλα κάτι πεντάρες ποὺ εἶχα, τὰ ρέστα ἀπ᾽ τὸ ἕνα σβάντζικο, ποὺ τὸ εἶχα χαλάσει, καὶ τοῦ εἶπα νὰ κρατήσῃ ὅ,τι θέλει γιὰ τὸ τυρί. Ἐκεῖνος τὰ ἔσπρωξε πίσω, μὲ τὴ ράχη τοῦ χεριοῦ του, κ᾽ εἶπε:
― Δὲ χρειάζονται λιεφτά… Κράτα τα νὰ κολλήσῃς καμμιὰ λιαμπάδα στὴ χάρ᾽ τς, γιὰ τὸν μορφονιό σ᾽, πού ᾽ναι ζαμπούνης.
Σὰν παράξενα σοῦ φαίνονται αὐτά; ―ἀπέστρεψεν αἴφνης τὸν λόγον πρὸς ἐμὲ ἡ ἀφηγήτρια.― Τότε ἦτον ἄλλος κόσμος. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν πόνο, εἶχαν ἀγάπη ἀναμεταξύ τους. Εὕρισκες πολλοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, κ᾽ ἐδῶ μέσα, καὶ στὰ βουνὰ ἔξω. Τὸ εἶχαν σὲ καλό τους νὰ δίνουνε. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς τοὺς εὐλογοῦσε, κ᾽ εἶχαν μπερικέτια… Ἄλλος κόσμος τότε! Ποῦ κεῖνα τὰ χρόνια;
Πήγαμε στὴν ἐκκλησιά, προσκυνήσαμε, κολλήσαμε μιὰ λαμπαδίτσα. Ὕστερα ὁ Λευθέρης ἐκάθισε κοντὰ στὴν ἁγίαν εἰκόνα, μέσα στὴν ἐκκλησιά, καὶ σὰν νὰ ἐνύσταζε. Ἐγὼ ἐβγῆκα νὰ πιῶ νερό, στὴν περίφημη, τὴν ἀθάνατη βρύση…
Ἦτον ὣς τρεῖς ὧρες νύχτα. Δροσιά, ἀστροφεγγιά, χαρὰ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἀντίκρυ πέρ᾽ ἀπ᾽ τὰ πλατάνια, στὸ ξέφαντο, εἶχαν ἀρχίσει νὰ παίζουν λαλούμενα, φλογέρες, νταούλια, ζουρνάδες, καὶ μερικοὶ εἶχαν στήσει χορό. Ἐγώ, σὰν τρελοκόριτσο ποὺ ἤμουν ἀκόμα, εἶχα πανδρευθῆ πολὺ μικρή, καθὼς σοῦ εἶπα, καὶ τώρα δὲν θὰ ἤμουν παραπάνω ἀπὸ δεκαφτὰ χρονῶν ― ξέχασα καὶ ἄνδρα ἄρρωστον, καὶ τάξιμο, κ᾽ ἐκκλησιά, κ᾽ ἐπῆγα ἴσα πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἔπαιζαν τὰ λαλούμενα, κ᾽ ἐγινόταν ὁ χορός, γιὰ νὰ κάμω χάζι.
Ἐστάθηκα ἐκεῖ ὀλίγην ὥρα, ὕστερ᾽ ἀπόστασα νὰ στέκωμαι, κ᾽ ἐκάθισα στὰ χορταράκια. Εὕρισκα μεγάλη διασκέδαση. Ἐκεῖ, ἀκούω ἀπὸ μερικὲς γυναῖκες κάτι φωνές, ποὺ ἔλεγαν ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη:
― Στὴν Εὕρεση!… εἶναι ὥρα… πᾶνε στὴν Εὕρεση!
―Ἡ Περιστέρα… στὴν Εὕρεση… στὴν σπηλιά.
Ἐκεῖνες ποὺ τὸ ἔλεγαν αὐτό, ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη, εἶχαν ἔρθει τώρα κοντά, ἐκεῖ, στὸ μέρος ποὺ ἦτον τὸ γλέντι τὸ νυχτερινό, κ᾽ ἐφώναζαν ἄλλες νὰ τὶς ἀκολουθήσουν… Κ᾽ ἔφευγαν ὅλες μαζί, ἡ μία κατόπι τῆς ἄλλης, κ᾽ ἄδειασε πολὺς τόπος. Γυναῖκες παραπολλές, καὶ καμπόσοι ἄνδρες καὶ παιδιά, μονοκοπανιὰ ἔφυγαν ἀποκεῖ ποὺ ἤμουν, κι ἄρχισαν νὰ τρέχουν τὸν ἀνήφορο.
Ἐγὼ δὲν ἤξευρα καλὰ καλὰ τί ἦτον ἡ Εὕρεση, καὶ σχεδὸν δὲν εἶχ᾽ ἀκούσει ποτέ μου γιὰ Περιστέρα. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ θυμήθηκα ποὺ ἡ κουμπάρα μας, ἐκείνη ποὺ πρώτη μοῦ εἶχε βάλει στὸ νοῦ γιὰ νὰ τάξω στὴν Καισαριανή, μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι ἡ χάρη 〈της〉 περισσότερο ἐνεργάει στὴν Εὕρεση, ποὺ εἶναι στὴ σπηλιά, κι ὅτι ἐκεῖ κατεβαίνει, τινάζοντας τὰ φτερά της, μία περιστέρα…
Τότε μία ποὺ μὲ μισογνώριζε, καὶ μᾶς εἶχε ἰδεῖ ἀρχύτερα μὲ τὸν ἄνδρα μου στὸ δρόμο, κ᾽ εἶχε καταλάβει πὼς ὁ ἄνδρας μου ἦτον ἄρρωστος, καθὼς ἐσηκώθηκε νὰ φύγῃ, γυρίζει καὶ μοῦ λέει:
― Δὲν ἔρχεσαι κ᾽ ἐλόγου σου στὴν Εὕρεση;… Πάρε τὸν ἄνδρα σου κ᾽ ἐλᾶτε.
Ἐσηκώθηκα ἐγώ, ἔτρεξα κατὰ τὴ βρύση, ξαναήπια νερό, ὕστερα ᾽μβαίνω στὴν ἐκκλησιά, καὶ βρίσκω τὸ Λευθέρη, ποὺ τὸν εἶχε πάρει καλὰ ὁ ὕπνος, δίπλα στὸ Προσκυνητάρι ποὺ καθότανε. Ἐπῆγα κοντά, τὸν ἔσεισα, κι ἄνοιξε τὰ μάτια.
― Δὲν ξεκολλᾷς ἀπὸ κοντά μου; μοῦ λέει. Τώρα ἐγὼ λιανονυστάζω. Σῦρε ἔξω στὴ βρύση, νὰ πάρῃς τὸν ἀέρα σου.
― Πᾶμε στὴν Εὕρεση! τοῦ λέω.
― Στὴν Εὕρεση;… τί Εὕρεση;
Τὸν ἔσεισα πάλι, τὸν ἐτράβηξα βιαστικὰ μὲ τὸ χέρι μου, καὶ τὸν ἐσήκωσα. Τότε μοῦ εἶχε ἔρθει ἡ στόχαση πὼς ἔπρεπε νὰ κάμω γλήγορα, γιὰ νὰ προφτάσω τ᾽ ἀσκέρι ποὺ ἔτρεχε τὸν ἀνήφορο, γιατὶ δὲν ἤξευρα ἂν ἦτον πολὺ κοντὰ ἢ μακριά, καὶ τὸν δρόμο ἐγὼ δὲν τὸν ἤξευρα. Ἔπειτα ἔπρεπε νὰ προφτάσω νὰ ἰδῶ τὴν Περιστέρα, καθὼς μισοθυμούμουν ποὺ μοῦ εἶχε πεῖ ἡ κουμπάρα πὼς τίναζε τὰ φτερά.
Ἔσυρα τὸν Λευθέρη κ᾽ ἐβγήκαμε ἀπ᾽ τὸ μοναστήρι.
―Ἡ χάρη της, τοῦ εἶπα, θὰ σὲ κάμῃ καλά!
Ἐκινήσαμε, καταπόδι σ᾽ ἄλλους, ποὺ τοὺς βλέπαμε νὰ τρέχουν μπροστά. Ἦτον μεσάνυχτα. Περπατήσαμε κάμποσο ἀνήφορο, καὶ σὲ λίγην ὥρα φτάσαμε στὴ σπηλιά.
Ἦτον μία σπηλιὰ ὡραία, στὸ βράχο τὸν θεόρατο, μὲ χρῶμα σταχτερό, ποὺ ἔσταζε δροσιὲς ὁλόγυρα. Μοσχοβολοῦσε ὁ τόπος ἀπὸ θυμάρια, ἀπὸ σκοίνους κι ἀγριοδυόσμο. Κόσμος ἕνα πλῆθος, γυναῖκες ἕνα σωρό, ἄνδρες πολλοὶ καὶ παιδιὰ ἕνα μελίσσι, ἄλλοι ὀρθοί, ἄλλοι καθισμένοι, μερικοὶ ἄρρωστοι, ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες, μισεροὶ καὶ σακατεμένοι, βρίσκονταν ἐκεῖ, κ᾽ ἔκαναν τὸ σταυρό τους. Ἕνας παπὰς μὲ τὸ πετραχήλι ἔστεκε στὴ μέση· εἶχε κάμει Παράκληση, καὶ τώρα ἦτον στὸ τέλος. Ἔψελναν «Τὴν πᾶσα ὀλπίδα μου», κ᾽ ἔκαναν μετάνοιες. Σὰν εἶπε τὸ «Δι᾽ αὐκῶν» ὁ παπὰς πάλι ἄρχισε νὰ ψέλνῃ Ἁγιασμό, μέσα σὲ μιὰ λεκάνη μεγάλη σὰν κολυμβήθρα, φυσικὰ φτιασμένη στὸ βράχο, θεόχτιστη, ὡς φαίνεται.
Σὰν ἄρχισε ὁ Ἁγιασμός, οἱ γυναῖκες ἐψιθύριζαν ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη:
―Ἡ Περιστέρα… τώρα θὰ φανῇ!
― Τώρα θὰ κατεβῇ ἡ Περιστέρα!
― Νά, τώρα… τώρα θὰ βγῇ ἡ Περιστέρα.
Σὲ λίγην ὥρα, κοντὰ στὸ τέλος τοῦ Ἁγιασμοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ ἤθελε νὰ βαφτίσῃ ὁ παπὰς τὸ Σταυρὸ στὴν λεκάνη, ἀκούστηκ᾽ ἔξαφνα ἕνα φροὺ-φρού, κ᾽ ἐβόϊξ᾽ ἡ σπηλιά, κ᾽ ἐπαρουσιάστηκε γιὰ μιὰ στιγμή, γιὰ ὅσην ὥρα σᾶς τὸ λέγω, ἕνα ὡραῖο πουλί, μιὰ περιστέρα, μὲ ἄσπρα καὶ σταχτιὰ καὶ χρυσᾶ φτερά, κ᾽ ἐφτερούγιασε, φρστ!… φρστ!… κ᾽ ἐτίναξε τὰ φτερά της, κ᾽ ἐχτύπησε μὲ τὰ φτερά της τὸ νερό, ποὺ ἦτον μέσα στὴ λεκάνη τοῦ Ἁγιασμοῦ, κι ἀμέσως ἔγινε ἄφαντη… Γιὰ δυὸ-τρεῖς στιγμὲς ἐξακολουθοῦσε, ἀπ᾽ τὸ θόλο τῆς σπηλιᾶς, νὰ πέφτῃ νερὸ μὲς στὴ λεκάνη, ὕστερα ἔπαψε. Ὁ κόσμος ἐκοίταζε χωρὶς φωνή, χωρὶς πνοή… Ὕστερα μονομιᾶς ἀπὸ πολλῶν τὰ στήθια ἐβγῆκ᾽ ἕνα «Μέγας εἶ Κύριε!» καὶ δύο-τρεῖς χωριάτισσες εἶπαν «Χριστὸς δὲ σὲρ-Μαρία*! Χριστὸς δὲ σὲρ-Μαρία».
Τὴν ἴδια στιγμὴ ἐβούτηξ᾽ ὁ παπὰς τὸ Σταυρό, κ᾽ ἔψαλε «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου», κ᾽ ὕστερα ὅλος ὁ λαός, παιδιά, ἄνδρες, γυναῖκες, ἔπεσαν μὲ τὰ μοῦτρα στὴν ἁγιαστούρα τοῦ παπᾶ καὶ μέσα στὴ λεκάνη, κ᾽ ἔπαιρναν ἁγίασμα μὲ τὰ φλασκιά τους, μὲ τὰ τασάκια τους, κ᾽ ἔπιναν, κ᾽ ἐξεφωνοῦσαν: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!»
Μὲ πολὺν κόπο, ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ ἀράδα, κ᾽ ἔσυρα σπρώχνοντας μὲ ὅλη τὴν δύναμή μου τὸ Λευθέρη ἀπ᾽ τὸ μπράτσο κι ἀπ᾽ τὶς πλάτες, καὶ μπορέσαμε μὲ πολλὰ βάσανα νὰ πλησιάσουμε τὸν παπά, καὶ μᾶς φώτισε μὲ τὴν ἁγιαστούρα του· ὕστερα ἔσκυψα μὲ τὸ στόμα κ᾽ ἤπια ἁγίασμα· ὕστερα ἐγέμισα τὶς δυὸ φοῦχτες καὶ τὶς ἔφερα στὸ στόμα τοῦ ἀνδρός μου νὰ πιῇ. Ἦτον δροσερό, γλυκὸ νερό, ἁγίασμα· εἶχε μιὰ δροσούλα καὶ μιὰ μοσκοβολιὰ ποὺ δὲν ξανάγινε.
Κατόπι γυρίσαμε πάλι, μὲ ὅλο τὸ μελίσσι μαζί, κ᾽ ἐφτάσαμε στὴν ἐκκλησιά.
Τὸ πουρνό, ἀφοῦ ἐλειτουργηθήκαμε, δὲν ξεχάσαμε νὰ περάσουμε ἀπ᾽ τὸ μέρος ὅπου εἶχε τὴ στάνη του προσωρινὰ ὁ ψεβραδινὸς ὁ τσέλιγκας.
Μᾶς ἔδωκε γάλα, γιαούρτι, χλωρὸ τυρί· ὕστερα, σὰν ἐψήθηκαν τ᾽ ἀρνιά, μᾶς ἐφίλεψ᾽ ἕνα μεγάλο κομμάτι ἀπὸ παγίδια κι ἀπὸ πλάτη, κ᾽ ἐξεφαντώσαμε. Μία φαμίλια ἀπ᾽ τὴν Πλάκα, ποὺ κάθισαν ἐκεῖ κοντὰ νὰ ξεφαντώσουν, μᾶς ἐγνώριζαν· μᾶς ἔστειλαν ἕνα φλασκὶ γεμᾶτο κρασί, κ᾽ ἤπιαμε στὴν ὑγειά τους.
Περάσαμε πολὺ καλὰ ὁλημέρα. Τὸ βράδυ γυρίσαμε στὸ σπίτι μας. Στὴ στράτα ποὺ γυρίζαμε, δὲν εἶχε νυχτώσει ἀκόμα πολύ, καὶ βλέπω ἕνα μικρὸ κομπόδεμα χάμου. Σκύφτω, τὸ μαζεύω, τ᾽ ἀνοίγω, καὶ βλέπω ποὺ εἶχε μέσα τρία σβάντζικα.
Ἡ φαμίλια ἡ Πλακιώτικη, ποὺ μᾶς εἶχε φιλέψει τὸ κρασί, μία γυναίκα μὲ τὸν ἄνδρα της καὶ μὲ δυὸ παιδιά, εἶχαν ξεκινήσει κ᾽ ἐκεῖνοι πεζοὶ ὀλίγο μπροστὰ ἀπὸ μᾶς, κ᾽ εἶχαν προπεράσει ὣς μιὰ τουφεκιὰ τόπο. Κατ᾽ ἀρχὰς ἔκαμα νὰ βάλω τὸ κομπόδεμα στὴν τσέπη μου, ὕστερα εἶπα: «κι αὐτοὶ φτωχοὶ σὰν ἐμᾶς εἶναι, μὴν τοὺς ἔπεσε, κ᾽ εἶναι κρῖμα νὰ τὸ κρατήσω». Τοὺς φωνάζω:
― Μὴ σᾶς ἔπεσε κανένα κομπόδεμα!; Τί λογῆς ἦτον, καὶ πόσα λεφτὰ εἶχε μέσα;
Ἐψάχτηκαν.
―Ὄχι, μοῦ εἶπαν· δὲν μᾶς ἔπεσε τίποτε.
Τότε εἶπα κ᾽ ἐγώ, μπορεῖ νά ᾽πεσε καμμιανῆς ποὺ νά ᾽χῃ τὸν τρόπο της· κισμέτι* ἦταν· ἂς τὸ κρατήσω.
Ὁ Λευθέρης ἦτον πολὺ καλύτερα. Ἐγύρισε ὅλο τὸ δρόμο μὲ τὰ πόδια. Ἡ ὄψη του ἐκαλυτέρεψε πολύ. Εἶχε γυρίσει ἡ ὄρεξή του, κ᾽ ἔφαε κ᾽ ἤπιε καλὰ στὸ πανηγύρι. Σὲ λίγον καιρὸ ἔγινε καλά, ἐδυνάμωσε, κ᾽ ἔζησε, κ᾽ εἶναι τώρα ὀγδοντάρης, ὅπως τὸν βλέπεις.
Τὸ πρωὶ τῆς ἄλλης ἡμέρας πηγαίνω στὴν Παναγίνα τὴν γειτόνισσα.
― Νά, πάρε κυρα-Παναγίνα, τὰ δυὸ σβάντζικά σου, καὶ δῶσέ μου τ᾽ ἀμανάτι μου.
Εἶχα χαλάσει τὸ ἕνα σβάντζικο ἀπ᾽ τὰ δυὸ ποὺ μὲ εἶχε αὐτὴ δανείσει, ἔκαμα ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ, ἔφαγα καὶ ἤπια καλά, ἔφερα καὶ δυὸ μεγάλα κομμάτια τυρὶ στὸ σπίτι, καθὼς καὶ μισὸ καρβέλι ἀπὸ μαῦρο ψωμὶ χωριάτικο, ἔδωσα τὰ δυὸ σβάντζικα τὰ δανεικά, καὶ μοῦ περίσσεψαν καὶ δυὸ ἀκόμα σβάντζικα.
― Νά, πάρ᾽ το, κυρα-Λευθέραινα, τὸ ταψί σου, μοῦ λέει ἡ Παναγίνα, ἀφοῦ ἐπῆρε τὰ δυὸ σβάντζικα.
Ἐπῆρα τὸ ταψί μου, καὶ νά το, αὐτὸ εἶναι! Βρίσκετ᾽ ἀκόμα, ὕστερ᾽ ἀπὸ σαρανταοχτὼ χρόνια.
Ἐσηκώθη, ὕψωσε τὴν χεῖρα εἰς τὸ ράφι καὶ μοῦ ἐπαρουσίασε χάλκινον ἀγγεῖον παλαιόν, ὀλίγον τρύπιον εἰς τὴν μίαν ἄκρην.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









