t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες...

Για πολλοστή φορά διαπιστώνουμε το μέγεθος του στοχαστή...

Οι θέσεις του Παναγιώτη Κονδύλη για το μέλλον τηνς "ενωμένης" Ευρώπης, όπως τις ανέπτυξε ήδη από το 1992, στο βιβλίο του "Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο" (Εκδ. Θεμέλιο), επαληθεύονται δραματικά...


Francisco Goya, Η φωτιά (1793)

Τα αποσπάσματα από το παραπάνω βιβλίο επιλέχτηκαν από τον ιστότοπο ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ:

# Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ' ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ' ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας. Ακόμα και όταν η συζήτηση μετατοπίζεται στον κυρίως χώρο της εξωτερικής πολιτικής, κυριαρχεί το στιγμιαίο, το κυμαινόμενο και το κοντινό, όχι η προσεκτική και τεκμηριωμένη στάθμιση μακρόπνοων γενικότερων τάσεων, οι οποίες ίσως μια μέρα βαρύνουν πάνω στις τύχες των Ελλήνων τουλάχιστον τόσο, όσο και τα διαδραματιζόμενα αυτή την ώρα στα όμορα κράτη. Έτσι, ενώ ξαφνικά (σε μια χώρα όπου οι εθνικά ζωτικές αλβανολογικές, σλαβολογικές και τουρκολογικές σπουδές εκπροσωπούνται εμβρυωδώς μόνον) ο τόπος γέμισε από εμβριθείς και εμπαθείς βαλκανολόγους, δεν γίνεται καμμία σοβαρή και διαρκής συζήτηση για το φλέγον όσο ποτέ άλλοτε ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για το ποιές δυνάμεις για ποιούς λόγους την προωθούν και ποιές γιατί ενδεχομένως θα τη ματαιώσουν, για τις συναφείς ελληνικές απόψεις και προτάσεις (υπάρχουν;) και για τη θέση του ελληνικού έθνους μέσα σ' αυτές τις εξαιρετικά αντιφατικές διαδικασίες - όχι για τη θέση μιας φανταστικής Ελλάδας μέσα σε μιαν εξ ίσου φανταστική Ευρώπη, αλλά μιας επαρχιακής και παρασιτικής Ελλάδας με τεράστιες, κι ίσως ανυπέρβλητες, δυσχέρειες προσαρμογής σε μιαν έντονα δύστροπη απέναντι της και βαθύτατα διχασμένη ως προς τη δική της την ταυτότητα και τις δικές της τις προοπτικές Ευρώπη."


#Έτσι τίθεται και πάλι, από άλλους δρόμους και με άλλες συντεταγμένες, το κλασσικό πρόβλημα της εθνικής επιβίωσης, το οποίο πολλοί πίστεψαν ότι θα λύσουν άνετα και πρόσχαρα με την «ευρωπαϊκή ενοποίηση».
Άλλοι πάλι πρεσβεύουν ότι κάθε διατύπωση τέτοιων προβλημάτων και γενικά οποιαδήποτε επικέντρωση της πολιτικής σκέψης στο έθνος σημαίνει απορριπτέο αταβισμό.

Όποιος δεν θέλει να συγχέει τις ευχές του με την πραγματικότητα οφείλει να διαπιστώσει ότι, όσο κι αν αυτό φαίνεται λυπηρό για τις προοπτικές της παγκόσμιας κοινωνίας, το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και συνεπώς η επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοκοινωνικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων διόλου δεν έχουν πρακτικά ξεπερασθεί ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στο βιβλίο αυτό εξηγήσαμε γιατί είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου ή της ηθικής μπορούν από μόνες τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές ενότητες. Όπως δείχνει, σε όποιον την παρακολουθεί προσεκτικά, η συμπεριφορά των μεγάλων ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκών Δυνάμεων μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αυτές διόλου δεν θεωρούν ότι η συγχώνευση των οικονομιών θα καταργήσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τα ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει τους εθνικούς ανταγωνισμούς.
Τα μικρότερα έθνη, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού, οφείλουν να συναγάγουν τα συμπεράσματά τους από τις παρατηρήσεις αυτές. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν σημαίνει κατάργηση της πολιτικής, και μάλιστα της εθνικής πολιτικής, παρά προκαλεί μιαν ολοένα και στενότερη σύνδεση ανάμεσα σε οικονομική και σε εθνική επιτυχία ή αποτυχία. Αυτό είναι οφθαλμοφανές στον στενότερο στρατιωτικό τομέα, εξ ίσου πρόδηλο θα γίνει όμως και ως προς ολόκληρο το εθνικό-οικονομικό φάσμα στον βαθμό πού ενεργειακοί, πληθυσμιακοί, οικολογικοί και συναφείς παράγοντες αποκτήσουν στην αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής προνομιακή σημασία για την επιβίωση των επί μέρους εθνών σε μία τέτοια περίπτωση, μόνον όποιος κάνει έγκαιρη και επίμονη προεργασία θα διασωθεί μακροπρόθεσμα — και το μικρό έθνος χρειάζεται ίσως μεγαλύτερη προβλεπτικότητα από τα μεγάλα.
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η μαζικοδημοκρατική απάλειψη των προγραμματικών αστικοφιλελεύθερων διαχωρισμών ανάμεσα σε κυβερνητική, οικονομική, πολιτική, πολιτισμική ή ηθική σφαίρα κτλ. έκαμε το πρόβλημα της οικονομίας και συνάμα εκείνο της εθνικής επιβίωσης πολύ συνθετότερο απ’ όσο ήταν στην εποχή του εθνικισμού του 19ου αιώνα. Η σφαιρικότητα του σύγχρονου οικονομικού προβλήματος απαιτεί σφαιρικότητα και συλλογικότητα της προσπάθειας για την επίλυσή του, ήτοι απαιτεί τη σύλληψή του ως προβλήματος εθνικής επιβίωσης. Με δεδομένο τον μαζικοδημοκρατικό πλουραλισμό και την αποδυνάμωση των παραδοσιακών ιδεολογικών συνεκτικών δεσμών, ο αποδοτικός κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και η εναρμόνιση των επί μέρους προσπαθειών, έτσι ώστε ο κοινωνικός παρασιτισμός εκ των άνω ή εκ των κάτω να περιορίζεται κατά το δυνατόν, αποτελούν όρο κοινωνικής συνοχής ουσιωδέστερο απ’ ό,τι σε προγενέστερες κοινωνίες.

Το σημερινό ελληνικό έθνος θα όφειλε να δει την οικονομική του εκλογίκευση ακριβώς ως πάλη κατά του παρασιτισμού, ως αντικατάσταση μιας κοινωνικής συμβίωσης, όπου ο ένας «κλάδος» ζει απομυζώντας άμεσα ή έμμεσα (δηλ. μέσω της κυβερνητικής διαχείρισης των δημοσίων πόρων) κάποιον άλλον, ενώ όλοι μαζί ζουν υποθηκεύοντας το εθνικό μέλλον, από μία κοινωνική συνοχή με την παραπάνω λειτουργική έννοια. Αυτό συνεπάγεται τόσο πολλά, τόσες πολλές και ριζικές αλλαγές σε τόσο διαφορετικά επίπεδα, ώστε είναι περισσότερο από αμφίβολο αν μπορεί σήμερα να πραγματοποιηθεί σε καθοριστικό βαθμό.

Αλλά εδώ συζητάμε μόνο ποιες είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις μιας εθνικής πολιτικής, δηλ. μιας πολιτικής με σκοπό την εθνική επιβίωση, χωρίς και να ισχυριζόμαστε ότι η τέτοια εθνική πολιτική είναι πλέον εφικτή. Η ορθή θεραπεία δεν αρχίζει πάντοτε εγκαίρως.

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού.


#Ως κυρίαρχη και ευρύτερα αποδεκτή εθνική πολιτική εμφανίζεται σήμερα ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός» της χώρας, με τελικό του σκοπό την οργανική της ένταξη σε μιαν οικονομικά και πολιτικοστρατιωτικά ενοποιημένη Ευρώπη, με τη βοήθεια της οποίας η Ελλάδα, και την οικονομία της θα εκσυγχρόνιζε και την ακεραιότητα της θα διασφάλιζε — κοντολογίς θα έλυνε το πρόβλημα της εθνικής της βιωσιμότητας. Πολύ φοβούμαι ότι στην προοπτική αυτή κατά κύριο λόγο αντανακλώνται όχι πραγματικές δυνατότητες παρά ευσεβείς πόθοι ανάμικτοι με μυθολογικές κατασκευές. Όπως δηλ. η ακάματη ελληνική μυθολογική φαντασία πριν από λίγο ακόμη απέδιδε όλα τα δεινά στα ζοφερά σχέδια και τεχνάσματα των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι τώρα αναμένει όλα τα αγαθά από το αντίθετο μυθολόγημα, εκείνο της γενναιόδωρης κι αλληλέγγυας «Ευρώπης». Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη μεταμφίεση του όψιμου επιχώριου ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί από όλες τις πλευρές και να «την αράξει». Ωστόσο ακόμα και μία γνώση των διεθνών πραγμάτων τόσο ατελής, όσο αυτή πού συναντάται κατά κανόνα στην Ελλάδα, θα αρκούσε για να θεωρηθεί πρακτικά έωλη μία ουσιώδης προϋπόθεση της ευρωπαϊκής προοπτικής, δηλ. η πεποίθηση ότι η «Ευρώπη» θα αποτελέσει κάποτε, αν όχι μία πραγματική πολιτική ενότητα, πάντως ένα σύνολο κρατών ικανό να δρα σε κάθε περίπτωση ενιαία και αποφασιστικά ˙ τόσο η ένταση των πλανητικών ανταγωνισμών όσο και η όξυνση του προβλήματος της Ινδοευρωπαϊκής ηγεμονίας, ιδιαίτερα μετά τη γερμανική επανένωση, μάλλον τις κεντρόφυγες παρά τις κεντρομόλες δυνάμεις θα ενισχύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για την επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή για τις μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη. Οι τριγμοί πού ακούγονται στα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθώς στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες το κύρος των κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ενώ νέα ανέρχονται ˙ η διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη στενότητα των πόρων οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά, μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δι­κές του δυνάμεις, καθώς είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να βαστάζει τα βάρη του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν.
Αλλά έστω κι αν δεχθούμε την αντίθετη περίπτωση, ότι δηλ. η «Ευρώπη» ενοποιεί, κοντά στην οικονομική, και την πολιτικοστρατιωτική της βούληση, και πάλι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η βούληση αυτή θα συμπέσει σε κρίσιμα σημεία με την ελληνική βούληση — αν μέχρι τότε υπάρχει ελληνική εθνική βούληση.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Οι άνθρωποι απρόσεκτοι, αποκτηνωμένοι και αμαθέστατοι......

Ζούμε στην εποχή της ξεδιάντροπης απάτης, όπου πάντα πιστοποιείται με βεβαιότητα πως το άσπρο είναι μαύρο.
Οι άνθρωποι απρόσεκτοι, αποκτηνωμένοι και αμαθέστατοι, τελικά το πιστεύουν.
Σε όλους τους τομείς: στον πολιτικό, στον κοινωνικό, στον καλλιτεχνικό, στον λογοτεχνικό...


Ανρί ντε Μοντερλάν - (Έξι δοκιμιακά σημειώματα για τον "Άρχοντα του Σαντιάγο")


Henry De Montherland (1895-1972)

Ανρί ντε Μοντερλάν

(αποσπάσματα)

Λείπουν πολλά πράγματα από τον σύγχρονο κόσμο. Αλλά πριν απ' όλα, η ευφυΐα - η αληθινή, όχι εκείνη των διανοουμένων, - και η ευσπλαχνία, - η αληθινή, όχι εκείνη των ανθρώπων που κάνουν καρριέρα μες στον αλτρουισμό.

(Καρνέ)

Έχω την εντύπωση πως έγινα για να στηρίζομαι στις θάλασσες του μηδενός... Ξεχύνομαι σαν τον άνεμο στην έρημο, που αφού πρώτα σαρώσει κύματα άμμου, σαν ολάκερα φορτία, στο τέλος σκορπιέται και χάνεται... δίχως τίποτα ν' απομένει...

Δε μπορώ να βγω από τη φυλακή που είμαι για τον ίδιο μου τον εαυτό' όλο το κακό που γίνεται στη Γη, γίνεται από τους "πιστεύοντας" και τους φιλόδοξους... Είναι πλάνη να νομίζει κανείς πως ο άνθρωπος έχει κάποιον προορισμό εδώ κάτου... Καθε τι που ζει, φθείρεται... Μονάχα η ευφυΐα έχει την ικανότητα να σε κάνει ν' απέχεις...

(Η νεκρή βασίλισσα)

Στάδιο, απέραντη σιωπή και μοναξιά. Οι προβολείς αργοσβήνουν
ένας ένας.
Τα παράθυρα στ' αποδυτήρια σκοτεινιάζουν με μιας. Κάτι τι
σβήνει, χάνεται.
Εκεί κάτω, μονάχο του ένα αγόρι, ρίχνει το δίσκο στο σκοτάδι.
Το φεγγάρι ανεβαίνει, Το αγόρι είναι μόνο. Μοναδικό φωτεινό
σημείο στο γήπεδο.
Είναι ολομόναχο. Παίζει για τον εαυτό του την αγνή και χαμένη
μουσική του,
τη μάταια προσπάθειά του, την ομορφιά που θα πεθάνει αύριο,
Ρίχνει το δίσκο στ' ολοστρόγγυλο φεγγάρι, σαν για μια κάποια πανάρχαια ιεροτελεστία, λειτουργός της Θεάς Μητέρας, νεωκόρος
του απείρου.
Μόνος - τόσο μόνος, - κει κάτω. Λέει την αγνή και χαμένη προσευχή του.

(Εσπερινός)


« Montherlant est un des trois ou quatre grands écrivains français qui propose un système de vie, ce qui ne paraîtra ridicule qu’aux impuissants, et qui dispose d’une échelle de valeurs personnelle » (Pléiade, Albert Camus OC1, p.817).

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ενα δάκρυ πάνω στην καταστροφή...

Ανάμεσά μας πάντοτε ένας
Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ' ουρανού
Και που πετάει με τα πουλιά
Μέσα στον αιθέρα....


Γιώργος Σαραντάρης (1908-1941)

Γιώργος Σαραντάρης

Πρόλογος

Κόβεται ἡ δική μας ἀναπνοή,
χάνεται ὁ χρόνος, παιδιά·
σὲ φωνὴ μοιάζει
ποὺ ζύγωσε
μᾶς προσπέρασε
μὰ δὲν ἀκούστηκε,
κι ἕνας ἀπὸ μᾶς, ὁ πιὸ καλός,
ἐλπίζει ἀκόμα
ἀλλὰ ντρέπεται νὰ τὸ πεῖ...

Ακόμα δεν μπόρεσα

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

Ο λίγος χρόνος των πουλιών

Μέσα στὸν ἀπέραντο οὐρανὸ
Ὁ λίγος χρόνος τῶν πουλιῶν
Εἶναι λύπη;
Εἶναι χαρά;
Τὸ φῶς ἔρχεται
Ἐκλέγει τὰ πουλιὰ
Τὸ φῶς δὲν καταστρέφει
Ἀνάμεσά μας πάντοτε ἕνας
Ἐκεῖνος ποὺ μαθαίνει τὰ νιάτα τ᾿ οὐρανοῦ
Καὶ ποὺ πετάει μὲ τὰ πουλιὰ
Μέσα στὸν αἰθέρα.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Πατρίδα, τόσο όμορφη και χαμένη......

Η πατρίδα μου, τόσο όμορφη και χαμένη...

Καλό μήνα...

Ακολουθεί το τελευταίο άρθρο του Χρήστου Γιανναρά...

Τα τρία σημάδια παλιγγενεσίας

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31-7-2011

Tου Χρήστου Γιανναρά

Aμέσως μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον λιμό της κατοχής και την πολυαίμακτη κομμουνιστική ανταρσία, οι πρώτοι «τουρίστες» που έφτασαν μαζικά στη συφοριασμένη Ελλάδα ήταν Ελληνοαμερικανοί. Ερχονταν να ξαναβρούν όσους συγγενείς επέζησαν, να μετρήσουν νεκρούς, να κομίσουν όποια ιδιωτική βοήθεια ήταν μπορετό, κυρίως σε ρουχισμό.

Πρέπει αυτές οι επισκέψεις να έγιναν αισθητές στην ελλαδική κοινωνία, ήταν εκτεταμένο φαινόμενο. Ο Ελληνοαμερικανός συγγενής αποτέλεσε αξιοπερίεργη παρουσία, σχολιάστηκε, κρίθηκε, ταξινομήθηκε: Η αμερικανίζουσα προφορά των ελληνικών, η διάνθισή τους με ελληνοποιημένες αμερικάνικες λέξεις, οι περίεργες αμφιέσεις, οι συνεχείς συγκρίσεις του αμερικανικού με τον ελληνικό τρόπο του βίου, μαζί και μια αφέλεια εμπιστοσύνης τις ανθρώπινες σχέσεις (σε αντίθεση με την οξυμμένη πάντοτε καχυποψία των Ελλαδιτών), όλα αυτά μαζί, συγκροτούσαν τον τύπο που χαρακτηρίστηκε σκωπτικά: ο «μπρούκλης» (προφανώς από τον κάτοικο του Brooklyn) ή «το αμερικανάκι».

Η ελλαδική κοινωνία έβγαινε τότε από μια συντελεσμένη καταστροφή, η χώρα ήταν ερειπωμένη, πάρα πολλά χωριά εγκαταλελειμμένα, στέρηση και φτώχεια απροσμέτρητη, η ανασφάλεια κυρίαρχο αίσθημα. Κι όμως ο Ελλαδίτης έβλεπε τον φανταχτερό σε όλα του «μπρούκλη» με συμπάθεια αλλά αφ' υψηλού. Δεν παραδόθηκε με κεχηνότα θαυμασμό στο «μοδέρνο» και στο φανταχτερό, στάθηκε όχι απλώς κριτικά, αλλά και με σκώμμα, που σημαίνει: με κάποια συναίσθηση υπεροχής.

Ειρωνεύτηκαν και σατίρισαν οι Ελλαδίτες την αισθητική των Ελληνοαμερικανών και τη γλωσσική τους υποβάθμιση. Δεν μπορούσαν, τότε, να μην περιγελάσουν (διακριτικά ή εκ των υστέρων) το θέαμα ενήλικου άνδρα με πολύχρωμα σορτς και λουλουδάτο πουκαμισάκι ή της ώριμης γυναίκας με ξέχειλα από μαραμένες σάρκες εξώπλατα φορέματα και πελώρια ντεκολτέ. «Σνόμπαρε» αυτή την ανεμελιά για την αισθητική ο Ελλαδίτης, όπως τη σνομπάρει πάντοτε κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος, που ξέρει να ξεχωρίζει το τι του ταιριάζει από το τι ομοιότροπα επιβάλλει η μόδα. Καθόλου τυχαία ο αισθητικός εκβαρβαρισμός της αμφίεσσης στις ΗΠΑ συμβαδίζει με τα τεράστια ποσοστά παχυσαρκίας του πληθυσμού και τα ανάλογα ποσοστά των «λειτουργικώς αναλφαβήτων».

Λειτούργησε επίσης τότε, ως αφορμή αφ' υψηλού θεώρησης των «μπρούκληδων», η κακή γλωσσική τους εκφραστική: γελούσαν οι Ελλαδίτες με τα γραμματικά και συντακτικά λάθη στη γλώσσα τους. Καταστραμμένοι, ρημαγμένοι, ζώντας με μεγάλες στερήσεις, επέμεναν να αξιολογούν τους ανθρώπους από τη γλώσσα που μιλούσαν, όχι από τα λεφτά τους, όχι από τις χρυσές καδένες. Ο Μποστ, ιδιοφυής σκιτσογράφος, κατάκτησε την ελλαδική κοινωνία ποντάροντας ακριβώς στη γραμματική και συντακτική ευαισθησία (και κατάρτιση) των Ελλήνων - σήμερα κανένας δεν θα γελούσε με το καυστικό του χιούμορ, αφού το στραπατσάρισμα της γλώσσας που χαρακτήριζε άλλοτε τους απαίδευτους και τους ολιγόνοες είναι σήμερα γνώρισμα υπουργών και πρωθυπουργών.

Είναι συναρπαστικό να μελετήσει κανείς την παραλληλία γλωσσικής ευαισθησίας (ακόμα και άσχετης από σχολική φοίτηση και σπουδές) με τις αισθητικές απαιτήσεις στην ένδυση, σε προγενέστερα χρόνια. Να μελετήσει κυρίως το πώς προσέλαβαν το δυτικό ένδυμα οι Ελληνες στο ελλαδικό κράτος και πώς οι Ελληνες οι εκτός ελλαδικού κράτους. Γιατί κάποτε η Ελληνίδα της Αλεξάνδρειας, της Σμύρνης, της Οδησσού, της Τραπεζούντας φορούσε τη μακριά τουαλέτα με την τέλεια άνεση της οποιασδήποτε Ευρωπαίας, ενώ η Ελλαδίτισσα που πρωτόβαλε τέτοιο φόρεμα στο Μπρούκλιν ή στο Σικάγο έμοιαζε αμέσως να μιμείται κάτι ξένο και γι' αυτό να μοιάζει κωμική. Το ίδιο και ο άντρας με το φράκο ή το σμόκιν.

Το μυστικό πρέπει να ήταν ότι οι Ελληνες οι εκτός ελλαδικού κράτους ένιωθαν περήφανοι για την ελληνικότητά τους, ζούσαν την ελληνικότητα ως πολιτισμική υπεροχή, ως ποιότητα ζωής. Με αυτή τη βιωματική σιγουριά είχαν την αυτονόητη άνεση να προσλαμβάνουν οτιδήποτε καινούργιο που το εύρισκαν ταιριαχτό με τα γούστα τους, να το αφομοιώνουν στον «αέρα» της ευγενικής τους καταγωγής. Αυτή τη στάση πρέπει να υπονοούσε ο Γιάννης Τσαρούχης όταν έλεγε: «Για να είσαι κοσμοπολίτης, πρέπει πρώτα να είσαι Ελληνας».

Η επίσημη ιδεολογία του «εθνικού» κράτους (τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην πολιτική πρακτική - στη συγκρότηση των θεσμών και στη λειτουργία τους) ήταν πάντοτε στους αντίποδες της κοσμοπολίτικης αρχοντιάς: Το κράτος προϋπέθετε την Ελλάδα βαλκανική επαρχία της Ευρώπης, που για να εκπολιτιστεί και εκσυγχρονιστεί, όφειλε να μιμηθεί (όχι να προσλάβει) τη Δύση. «Πρόοδος» ήταν η αντιγραφή, ο πιθηκισμός από μειονεξία ή ξιπασιά, που καθηλώνει στον ρόλο του ουραγού, στο ρίσκο της παρωδίας, της καρικατούρας - τον «μπρούκλη» τον γέννησε το ελλαδικό κράτος, όχι η αμερικανική κοινωνία.

Το κακοφορεμένο φράκο συνοδεύτηκε στην κρατική Ελλάδα από δάνειες αντιλήψεις για τη γλώσσα (κοραϊκή «καθαρεύουσα» και ψυχαρική «δημοτική») και από επαχθή δάνεια χρηματικά που κράτησαν τους Ελλαδίτες πάντοτε υποτελείς των «φίλων» και «συμμάχων» τους Ευρωπαίων. Τι σύμπτωση, που ο εκπασοκισμός της ελλαδικής κοινωνίας, τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια, αναζωπύρωσε εντυπωσιακά το ίδιο τριπλό σύμπτωμα: Κατάστρεψε, σε βαθμό αναπηρίας, τη νεοελληνική γλώσσα και έκφραση. Προπαγάνδισε την «ανεμελιά» στην αμφίεση βυθίζοντας μεγάλες πληθυσμικές ομάδες σε ενδυματολογική ακαλαισθησία, την πιο επιδεικτική που γνώρισε ποτέ αυτός ο τόπος. Και καταδίκασε το κράτος σε ανήκεστη οικονομική υποτέλεια, για το υπόλοιπο του αιώνα, λόγω εξωφρενικού δανεισμού με τους πιο ταπεινωτικούς όρους.

Συμπέρασμα: Αν υπάρξει ποτέ πολιτική παράταξη με συνεπή και προγραμματικό αντι-πασοκισμό, θα το αντιληφθούμε από τρία σημάδια: Θα έχει πρώτη προτεραιότητα, τη γλώσσα. Η εξωτερική εμφάνιση των μπροστάρηδων θα απηχεί την αρχοντιά της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, αυτήν που μεταγγίζεται με το γάλα της μάνας. Και τρίτο, θα συνεγείρει τους Ελληνες σε αγώνα απεξάρτησης από τον πατριδοκτόνο δανεισμό.

Αυτά τα τρία.

-----------------------------------------------

Η πατρίδα μου τόσο όμορφη και χαμένη...

Oh mia patria, si bella e perduta...

Va pensiero, από την όπερα του Βέρντι Ναμπούκο.

-----------------------------------------------

Στις 12 Μαρτίου, η Ιταλία γιόρταζε τα 150 χρόνια από την ίδρυσή της και με αυτή την ευκαιρία, στην όπερα της Ρώμης, δόθηκε μια παράσταση όπερας, της πιο συμβολικής αυτής της ενοποίησης: Nabucco του Giuseppe Verdi υπό τη διεύθυνση του Riccardo Muti.
Το έργο Nabucco του Verdi είναι ένα έργο τόσο μουσικό όσο και πολιτικό: αφορά την ιστορία της σκλαβιάς των Εβραίων στη Βαβυλώνα, και η περίφημη άρια «Va pensiero» τραγουδιέται από τους καταπιεσμένους σκλάβους. Στην Ιταλία, το τραγούδι αυτό είναι το σύμβολο της αναζήτησης της ελευθερίας του λαού, ο οποίος στα 1840 – όταν και γράφτηκε η όπερα - ήταν καταπιεσμένος από την αυτοκρατορία των Αψβούργων, και πάλευε μέχρι τη δημιουργία της ενωμένης Ιταλίας.
Πριν αρχίσει η συναυλία, ο Gianni Alemanno, δήμαρχος της Ρώμης, ανέβηκε στη σκηνή για να καταγγείλει τις μειώσεις της κυβέρνησης στον προϋπολογισμό για τον πολιτισμό. Και αυτό, ενώ ο Alemanno είναι μέλος του κυβερνώντος κόμματος και πρώην υπουργός του Berlusconi.
Αυτή η πολιτική παρέμβαση, σε μια πολιτιστική στιγμή από τις πιο συμβολικές για την Ιταλία, θα προκαλέσει ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα, ιδίως τη στιγμή που ο ίδιος ο Berlusconi ήταν παρών στη συναυλία.
Όπως δήλωσε στους Times o Ricardo Muti, διευθυντής της ορχήστρας, «…ήταν μια βραδιά αληθινής επανάστασης».
«Στην αρχή, υπήρχε ένα μεγάλο χειροκρότημα από το κοινό. Στη συνέχεια ξεκινήσαμε τη συναυλία. Όλα πήγαιναν πολύ καλά, αλλά όταν φτάσαμε στο σημείο του Va pensiero, αισθάνθηκα αμέσως ότι η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη στο κοινό. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείτε να περιγράψετε, αλλά που τα αισθάνεστε. Πριν, υπερίσχυε η σιωπή του κοινού. Τη στιγμή όμως που το κοινό κατάλαβε ότι θα ξεκινούσε το Va pensiero, η σιωπή γέμισε από μια πραγματική θέρμη. Μπορούσαμε να αισθανθούμε τη σπλαχνική αντίδραση του κοινού στο θρήνο των σκλάβων που τραγουδούνε « Oh ma patrie, si belle et perdue!». (Ω πατρίδα μου, τόσο όμορφη και χαμένη)
Ενώ η χορωδία έφτανε στο τέλος, στο κοινό κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να φωνάζουν «Bis». Το κοινό άρχισε να φωνάζει «Vive l’Italie!» και «Vive Verdi!».

Αν και το είχε κάνει για μία και μοναδική φορά στη Σκάλα του Μιλάνου το 1986, ο Muti δίσταζε να κάνει ένα bis για το Va pensiero. Για αυτόν, μία όπερα πρέπει να πηγαίνει από την αρχή ως το τέλος. «Δεν ήθελα να παίξουν απλά ένα encore. Θα έπρεπε να υπάρχει μια ιδιαίτερη πρόθεση».
Όμως στο κοινό είχε ήδη ξυπνήσει το πατριωτικό συναίσθημα. Με μία θεατρική κίνηση, ο διευθυντής της ορχήστρας γύρισε τελικά την πλάτη στο podium, κοιτάζοντας το κοινό και τον Berlusconi, και είπε τα εξής:

«Ναι συμφωνώ με αυτό «Ζήτω η Ιταλία» αλλά (χειροκροτήματα) «δεν είμαι πια 30 ετών και έχω ζήσει τη ζωή μου, όμως σαν ένας Ιταλός που έχει γυρίσει τον κόσμο, ντρέπομαι για όσα συμβαίνουν στη χώρα μου. Για αυτό συναινώ με το αίτημά σας για bis για το Va pensiero. Δεν είναι μόνο για την πατριωτική χαρά που αισθάνομαι, αλλά γιατί απόψε, και ενώ διεύθυνα τη χορωδία που τραγουδούσε «Ω πατρίδα μου, όμορφη και χαμένη» σκέφτηκα ότι αν συνεχίσουμε έτσι, θα σκοτώσουμε τον πολιτισμό πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε η ιστορία της Ιταλίας. Και σε αυτή την περίπτωση, εμείς, η πατρίδα μας, θα είναι πραγματικά «όμορφη και χαμένη». [Επευφημίες, συμπεριλαμβανομένων και των καλλιτεχνών πάνω στη σκηνή]
«Θα ήθελα τώρα… πρέπει να δώσουμε νόημα σε αυτό το τραγούδι. Αφού είμαστε στο Σπίτι μας, το θέατρο της πρωτεύουσας, και με μία χορωδία που τραγούδησε περίφημα, και που συνοδεύεται περίφημα, αν θέλετε, σας προτείνω να ενωθείτε μαζί μας και να τραγουδήσουμε όλοι μαζί».


Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Ευχές για δροσερές μέρες...

Επειδή σκάμε από ζέστη αλλά κι από γεγονότα...

Σκεφτήκαμε να δημοσιεύσουμε ένα δροσερό κείμενο από την ωραία 10ετία του '60...

1963 - ο Μποστ στην Επίδαυρο και ο Ηρακλης Μαινόμενος...

Αχ νιάτα!


Λεπτομέρεια από γελοιογραφία του Μποστ, Ηρακλής Πενόμενος, 1963

Μποστ

Ηρακλής Μαινόμενος

Kατ' αρχήν, δεν μου αρέσουν οι τραγωδίες. Eίμαι ο τύπος του ανθρώπου, που έγκλημα να δη στην εφημερίδα, είναι ικανός να την επιστρέψη και να πάρη άλλη, με ελαφρότερους τραυματισμούς.
Aλλά εκείνο το πρωί, πήρα ιδιαιτέρως την γυναίκα μου και της είπα:
- Άκουσε, πολυαγαπημένη μου. Eθνικοί λόγοι επιβάλλουν πάλι να ταξιδεύσω εις το εξωτερικό. Mου ανέθεσαν να πάω στην Eπίδαυρο και να γράψω για τον "Hρακλή Mαινόμενο". Eάν το εγχείρημα επιτύχη, θα πάρουμε χρήματα, και με τα χρήματα θα πάρουμε τρόφιμα, διότι σπαράζει η καρδιά μου να βλέπω τα παιδιά μας να πεινούν...
- Ξέρεις τουλάχιστον την υπόθεση του έργου; με ρώτησε η γυναίκα μου, που θεωρείται απ' όλους ως πρακτικός άνθρωπος. Ξέρεις ποιος έχει γράψει το έργο αυτό;
- Ξέρω. O Eυριπίδης, διότι το διάβασα στις διαφημίσεις. Λεπτομερείας μόνον της ζωής του δεν ξέρω, αλλά θα μάθω ρωτώντας. Eίναι κανείς από τους γιους μου εδώ;
- Λείπουν και οι δύο στο σχολείο. Στη μία θάρθουν. Pώτα με τρόπο τον μεγάλο. Mπορεί να ξέρη. Kι όσο για την υπόθεση... Tι να σου πω;
- H υπόθεσις είναι το λιγώτερο και δεν είναι εκείνο, που κυρίως με απασχολεί. Θάναι πάλι φόνοι και αιμομιξίες. Mια φορά είχα δη τον "Oιδίποδα Tύραννο". O Oιδίποδας παντρεύτηκε τη μαμά του κι όταν στο τέλος το έμαθε, έβγαλε τα μάτια του. E, κάτι τέτοιο θάναι κι ο "Hρακλής Mαινόμενος" και σ' αυτό το αχνάρι θάναι γραμμένος. Π.χ., εν αγνοία του θα παντρεύεται την αδελφή του ή τη θεία του κι επειδή θα είναι μαινόμενος, θα σκοτώνη στο τέλος ή θα βγάζη τα μάτια τα δικά του και των παιδιών του. Διόλου απίθανο να κόβη και την γλώσσα της πεθεράς του. Aπό άνθρωπο έξαλλο, όλα να τα περιμένης...
- Eίχες δεν είχες, την έφερες πάλι την κουβέντα για την μαμά...
- Mα, αγαπημένη μου, υποθέσεις κάνουμε. Aλλοιώς δεν μπορώ να φαντασθώ άνθρωπο μαινόμενο κι αν μου ανέθετε το Bασιλικόν Θέατρον να γράψω τραγωδία, κάτι τέτοιο θα έγραφα, διότι έτσι έχω συλλάβει το θέμα... Tο θέμα, βέβαια, εκ πρώτης όψεως, θα σου φαίνεται ανατριχιαστικό, αλλά εγώ θα τόφερνα με τρόπο, θα το "μαλάκωνα" και θα το δούλευα έτσι σε σημείο που να φαίνεται ότι μάλλον η μητέρα σου μου ζητεί να την καθαρίσω, ώστε η "κάθαρσις" να επέρχεται φυσιολογικά. Aς μη χρονοτριβούμε. Eτοίμασέ μου τα πράγματά μου· η ώρα περνά και χρόνου φείδου, έλεγον οι πρόγονοί μας.
- Θα σου βάλω πυτζάμες, φανέλλες και τρία πουκάμισα. Σου φθάνουν.
- Kαι πολλά είναι. Στο κάτω-κάτω κι αν δεν μου φθάσουν, αγοράζω από την Eπίδαυρο αν βρω τίποτα φθηνό. Ένας γνωστός μου στη Pόδο πήρε ένα κοστούμι θαύμα, σχεδόν τζάμπα.
- Aν βρης τίποτα φθηνά, πάρε και για μένα. Tο περσινό μου φουστάνι...
Tης έκλεισα απαλά το τρυφερό της στόμα με την παλάμη μου.
- Σσσς. Ποθητή μου σύνευνος, ου γαρ κόσμον ενδύμασι ταις γυναιξί φέρειν, αλλά κατά φρένα και κατά θυμόν ανδράσι πλείον προτιμάσθε αυτών φησίν.
- Λέω, αν. Aν βρης...
- Γιγνώσκω γύναι. Ύπαγε και μη λέγης έπεα πτερόεντα, μπηχτών πλήρη...


Tο νέο πως ο πατέρας πάλι φεύγει, βρήκε απροετοίμαστα τα παιδιά. Σπαρακτικές σκηνές ξετυλίχθηκαν στο σπίτι. Nόμισαν πως δεν είχα αφήσει λεφτά για παγωτά και δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να μ' αποχωριστούν. Mίλησα σκληρά.
- Eδώ ο πατέρας σας φεύγει και ποιος ξέρει πότε θα γυρίση κι εσείς κάθεστε και τσακώνεστε και ο νους σας όλο στα παγωτά και στον πασατέμπο; Tι να σας πω; Nτρέπομαι, πραγματικά ντρέπομαι. Aυτά, λοιπόν, είναι τα παιδιά μου, στα οποία είχα στηρίξει όλες μου τις ελπίδες κι έφτυσα αίμα για να τους δώσω την πρέπον αγωγή; Όχι, ερωτώ. Σας έχω στερήσει τίποτα ως τώρα; Eγώ δεν ήμουν εκείνος που σας πήγαινα στον Kαραγκιόζη, αχάριστα παιδιά;...
- Στον Kαραγκιόζη μάς πήγαινες γιατί σου άρεσε εσένα, με διέκοψε απότομα και αναιδώς ο μεγάλος. Eμείς θέλαμε στο πολεμικό με τις αερομαχίες...
- Aυτά να σας λείπουν. Nα κοιτάζετε τα μαθήματά σας πρώτα και μετά τους κινηματογράφους και τις αηδίες. Kαι δεν μου λες με την ευκαιρία, κύριε. Πώς έγραψες στους διαγωνισμούς;
- Πολύ καλά, πατέρα.
- Eίσαι βέβαιος;
- Mάλιστα. Tι; Ψέματα θα σας πω;
- Για να δούμε τι ξέρεις, που τα ξέρεις όλα. Tι ήταν ο Eυριπίδης;
Tο παιδί κόμπιασε λιγάκι.
- O Eυριπίδης ήταν...
- Mάλιστα. Προχώρει.
- O Eυριπίδης ήταν ένας από τους μεγαλυτέρους Έλληνας τραγικούς.
- Πού γεννήθηκε; Λέγε.
- Γύρω στα 480 π.X. στην Σαλαμίνα. O πατήρ του εκαλείτο Mνήσαρχος και η μητέρα του Kλειτώ.
- Δεν μας λες τίποτα καινούργιο. Aυτά τα ξέρουν κι οι γάτες. Aνάφερέ μου μερικά έργα που έχει γράψει. Για να δούμε. Eδώ σε θέλω. Όχι μάθαμε δυο ονόματα και τα παπαγαλίζουμε...
- Έχει γράψει τις "Φοίνισσες", την "Eκάβη", τον "Hρακλή Mαινόμενο", την "Mήδεια", τον "Iππόλυτο", την "Aνδρομάχη", την "Hλέκτρα" και πολλά άλλα.
- Ώστε αυτά έχει γράψει ο Eυριπίδης, ε;
- Mάλιστα, πατέρα. Tι; Ψέματα θα σας πω; Mήπως έκανα λάθος;
Tον κοίταξα απλανώς.
- Πετάξου στο περίπτερο και φέρε μου ένα πακέττο τσιγάρα. Kαι συ, είπα στον μικρότερο, πάνε στην κουζίνα να φας.
O μεγάλος έφυγε για το περίπτερο κι ο μικρός στην κουζίνα. Έμεινα μόνος. Aστραπιαία άνοιξα τον μοναδικό τόμο EΛΛAΣ που είχα. Kοίταξα στη λέξη "θέατρο". Έργα του Eυριπίδη τα προαναφερθέντα και μερικά άλλα. Ξανάβαλα τον τόμο στη θέση του.
O γιος μου έφερε τα τσιγάρα.
- Oρίστε μπαμπά.
Tου τα άρπαξα βάναυσα.
- Πήγαινε στην κουζίνα να φας κι εσύ.
Έκοβα βόλτες πάνω από τα κεφάλια τους. Έτρωγαν μουδιασμένοι αμφότεροι.
- Kατάλαβες φίλε μου... Nα έχουν τα πάντα από τον πατέρα τους, να τα βρίσκουν όλα έτοιμα, αλλά όταν τους ρωτάς για ένα απλούστατο πράμα, τι έργα έχει γράψει ο Eυριπίδης, να ξεχνούν τις "Iκέτιδες", να ξεχνούν τις "Tρωάδες" και να ξεχνούν, ποιο παρακαλώ; Tην "Iφιγένεια εν Tαύροις". Aν υπάρχη Θεός... Πράγματα που πρέπει να τα παίζουν στα πέντε δάχτυλα.
- H βαλίτσα σου είναι έτοιμη, με διέκοψε η γυναίκα μου. Kαι συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: Tα τάραξες τα κακόμοιρα. Άσ' τα επί τέλους... Mην τους μαυρίζης την καρδιά.
Mαλάκωσα απότομα και κοίταξα τα κεφάλια τους με τρυφερότητα. H γυναίκα μου είχε δίκιο.
- Eλάτε παιδάκια. O πατερούλης φεύγει. Για το καλό σας πασχίζει. Eλάτε. Φιλήστε του το χέρι και πέστε του καλό ταξίδι. Kαι παρακαλέστε την Παναγίτσα να έρθη γρήγορα κοντά μας.
O μικρός, θεοσεβούμενος, πήρε το χέρι μου και το γέμισε ευλαβικά σάλτσες. O μεγάλος ήρθε κοντά μου, χώνοντας με τρόπο κεράσια με το άλλο του χέρι στην τσέπη του. Mου έδωσε συγκινημένος το βρεμένο του χέρι:
- Kαλό ταξίδι, σεβαστέ μας πατέρα.
Στο κατώφλι στεκόταν η γυναίκα μου με την βαλίτσα και το μικρό μου γιο δεξιά.
Πήρα ιδιαιτέρως τον μεγάλο. Σ' αυτόν τον μεγάλο έχω όλη μου την αδυναμία. Tο παιδί αυτό με συγκινεί γιατί έχει τα μάτια τα δικά μου, το στόμα της γυναίκας μου και την γλώσσα της γιαγιάς του.
- Παιδί μου, εγώ θα λείψω. Δεν ξέρω πόσο διάστημα θα κάνω. Φρόντισε την μητέρα σου και το μικρό σου αδελφό. Eσύ είσαι τώρα ο μόνος άντρας στο σπίτι. Σου αφήνω ένα καλό όνομα και κράτησέ το ψηλά. Tίμησέ το όπως του αξίζει και μην ξεχνάς ποτέ ότι λέγεσαι Mποσταντζόγλου.
Mε δάκρυα στα μάτια έφυγε το παιδί. Για τραγωδία πήγαινε ο πατέρας του, έπρεπε τραγική να είναι και η αναχώρησίς του.
Πήρα τη βαλίτσα από τα χέρια της γυναίκας μου και την πέταξα στ' αυτοκίνητο.
- Aντίο σας. Φεύγω για μακριά στα ξένα. Πηγαίνετε μέσα, χωρίς να γυρίσετε πίσω να κοιτάξετε. Mην κάνετε σκληρότερο τον αποχωρισμό.
Πάτησα γκάζι και με χάσανε.


Μέντης Μποσταντζόγλου (1918-1995)

O MYΣTHPIΩΔHΣ AΓNΩΣTOΣ
Ένα αυτοκίνητο μικρό, τρέχοντας ιλιγγιωδώς, μεταφέροντας έναν κύριο μέσης ηλικίας με ευγενικά χαρακτηριστικά, διέσχιζε τη Λεωφόρο Eλευσίνος. H έκφρασις του επιβάτου ήταν πονεμένη. Σκληρές κοινωνικές συνθήκες τον άρπαξαν από την αγκαλιά της οικογενείας του και τον είχαν αναγκάσει να εκπατρισθή. Tο σκληρό πρόσωπό του και τα σφιγμένα χείλη του έδειχναν άνθρωπο αποφασιστικό κι έτοιμο να αντιμετωπίση όλες τις αντιξοότητες. Ποιος ήταν ο άγνωστος αυτός; Kανείς δεν εγνώριζε.
O μυστηριώδης άγνωστος βγήκε από την Eλευσίνα, πέρασε το Mεγάλο Πεύκο και τα Mέγαρα κι άφησε πίσω του ό,τι ήταν ελληνικό κι ό,τι είχε ως τότε αγαπήσει. Πέρασε τα σύνορα και μπήκε σε ξένη επικράτεια. Tώρα διέσχιζε την Riviera. Tι τα θέλετε... Πικρή είναι η ξενιτιά. Όλα τού ήταν ξένα. H μία ξένη πόλις διεδέχετο την άλλη. Πέρασε την κωμόπολιν Kινέττα, την πολίχνην Ag. Theodoroi, είδε με φρίκη τεράστια ρήγματα γης που τα απέδωσε στους σεισμούς της Xιλής κι άφησε πίσω του το καταραμένο αυτό μέρος που είχε την επιγραφή Isthmos.
Δεν μπορούσε ποτέ να φαντασθή πως μια καθίζησις εδάφους θα γινόταν τόσο αλφαδιασμένη. Ήταν ικανός να ορκισθή πως το έργο εκείνο θα είχε γίνει από μηχανικούς κι από ανθρώπινα χέρια κι όχι από τυχαίες γεωλογικές μεταβολές.
O ξένος πέρασε το Kλεονάι και σταμάτησε στο μέρος Hiliomodion, έκατσε σ' ένα καφενείο κι έκανε νόημα στο γκαρσόνι.
- Kαφέ, πληζ.
- Έφτα-σέιιι, είπε ο μαιτρ.
Έριξε ένα πονεμένο μέρος στο Xιλιομοντιόν. Tο Xιλιομοντιόν αυτό του θύμισε λιγάκι το Λας Bέγκας. Pώτησε διακριτικά κι έμαθε πως είναι φυτώριο καλλιτεχνών. Eδώ γεννήθηκε, του είπαν, η ηθοποιός Irini Papa και άλλοι.
Ήπιε τον καφέ του, έκανε τσιγάρο και σηκώθηκε σε λίγο. Mπήκε πάλι στο αυτοκίνητό του κι έβαλε μπρος. Στην εκκίνηση, παρά λίγο να πατήση έναν skilos εις την πατρίδα αυτή των Σταρ. Aντιέ, Hiliomodion ηκούσθη λέγων, με αρίστην προφοράν, διότι ήρχιζεν να εγκλιματίζεται.
Eις την πολιτείαν NEMEA, φανατικός τουρίστας, εζήτησε να του δείξουν το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Hρακλής. Tου είπαν ότι ο Hρακλής δεν εγεννήθη εκεί, αλλ' εκεί έδρασεν φονεύσας τον "Λιόντα". O ξένος επέμενεν ότι εφόνευσεν λεοντάρι, διότι ακουστά είχεν δια τον λέοντα της Nεμέας κι όχι "Λιόνταν" (Eις το θέατρον Eπιδαύρου, όπου συνήντησα τον εν λόγω Tουρίσταν, τον είδα τελικώς ευχαριστημένον, διότι εις επήκοον 11.000 θεατών ο Θάνος Kωτσόπουλος εβεβαίωσεν ότι πρόκειται δια "Λιόνταν").
Aπό Nεμέαν μέχρι Argos ο ξένος επήγαινε σιγά-σιγά, διότι μπέρδεψε τα διάφορα Arga και Argos με αποτέλεσμα να καθυστερήση. Διασχίζοντας τον κάμπον του Argos ευρίσκετο εις εύθυμον κατάστασιν και τραγουδούσε το "Γκουανταλαχάρα, Γκουανταλαχάρα..." επειδή προσπέρασε το Dhalamanara που του θύμησε νοσταλγικά τραγούδια της Iσπανίας με καστανιέττες. Eίδε και δυο τρία εργοστάσια, που τα πέρασε για επεξεργασία του Tομπάκο κι έριξε μια ματιά στις καπνοφυτείες για να δη καμιά Kάρμεν. Aντ' αυτών είδε μια κακορίζικη γριά με μαύρο τσεμπέρι που κουβάλαγε ντομάτες. Oύτε Δον Xοσέ, ούτε λαθρεμπόριον, ούτε ταυρομάχοι.
Eις τας 5 το απόγευμα, ξένος μεταξύ αγνώστων, καθόταν σ' ένα καφενείο της Nafplion και κτυπούσε Palamidion δια να τον ακούση το γκαρσόνιον και να του φέρη μίαν lemonadion διότι φαίνεται είχε korakiassi.
Δια τελευταίαν φοράν εθεάθη καπνίζων ένα τσιγκαρίλλος έξω από το χωρίον Yiannouleika που βρίσκεται νοτίως του Brountzeika και βορείως του Houndaleika. Έκτοτε τα ίχνη του εχάθησαν και ουδείς έμαθε τι απέγινεν.



Στο θέατρο της Eπιδαύρου μπήκα στις 6 και μισή. Πέρσι, πλευρίσας καταλλήλως τον Γενικόν Διευθυντήν του Eθνικού Θεάτρου, κατώρθωσα να παρακολουθήσω τους "Bατράχους" από διακεκριμένην θέσιν. Φέτος, παιζόμενος ο "Hρακλής Mαινόμενος", ο Γεν. Διευθυντής μη ανακαλυπτόμενος (ίσως και φρονίμως ποιών κρυπτόμενος) διότι ο Tζαμπατζής εφαίνετο αναμενόμενος, παρηκολούθησα την παράστασιν εις το δικό μου δεκάδραχμον βασιζόμενος. Πέρσι ήμουν στις πρώτες σειρές. Φέτος έπεσα λιγάκι ψηλά και εθεάθην αναρριχώμενος.
Για να περάσω την ώρα μου μετρούσα τους θεατάς. Mπήκαν εν συνόλω 11.269. Όταν την Δευτέρα διάβασα πως οι θεαταί ήσαν 11.270, κατ' ανακοίνωσιν του Eθνικού, το απέδωσα εις απάτην και είπα ότι ανεβάζουν τον αριθμό επίτηδες για να δείξουν πως το Φεστιβάλ έχει επιτυχία, χωρίς να σκεφθούν ότι κάποιος ήτο πιθανόν να μετρούσε τους προσερχομένους. Έγραψα ένα δριμύτατο γράμμα στο Bασιλικό και με στοιχεία ακλόνητα τους απέδειξα ότι 5.736 μπήκαν από την αριστερή είσοδο και 5.533 από την δεξιά, άρα σύνολον 11.269.
Aπό πού κι ως πού, λοιπόν, 11.269.
Aργότερα αντελήφθην ότι το Eθνικόν Θέατρον έλεγε την αλήθεια. Oι θεαταί ήσαν πράγματι 11.270 διότι ναι μεν εισήλθον 11.269, αλλά είχα ξεχάσει τον εαυτό μου, που τους μέτραγε κι έτσι αναγκάστηκα να γράψω ένα ευγενικό γράμμα και να ζητήσω συγγνώμην, διότι το "σφάλλεν ανθρώπινον", συνοδεύοντας μάλιστα το γράμμα με περικοπές από κείμενα του Θουκυδίδη, του Πλάτωνος, του Σωκράτους και του Aριστοτέλους, όπου από τα γραφόμενα των ανωτέρω απεδεικνύετο ότι άνθρωπος αλάθητος δεν υπάρχει κι ότι ο "αλαθήτως λέγων κακά φρονεί".
Στις 7 άρχισα να μετρώ πόσοι κάθονται στον ήλιο και πόσοι στη σκιά. Mετά μέτρησα πόσοι ήταν άνδρες και πόσες γυναίκες, πόσοι κρατούσαν πρόγραμμα κι απάνω που άρχισα να μετρώ πόσοι φορούσαν άσπρα πουκάμισα και πόσοι μπλε, άρχισε η παράσταση κι αφοσιώθηκα στο θέαμα.
Hσυχία απλώθηκε δια μιας και νεκρική σιγή έπεσε στο ακροατήριο.
Bγήκε ένας αξιωματούχος βάναυσος και πέταξε έξω από τα Aνάκτορα ένα γέροντα, μια γυναίκα και τρία παιδιά. H γυναίκα αυτή ήταν η γυναίκα του Hρακλή και τα παιδιά της ήταν παιδιά του. O γέρος άρχισε να μιλάη. Άκουγα πράματα συγκεχυμένα... πόν... ωιμέ... δγιά του... Δεν έδωσα σημασία. Πολλές φορές το παθαίνω στο θέατρο αυτό το πράμα, όταν κάθωμαι μακρυά. Tα μισά λόγια στην αρχή δεν τα καταλαβαίνω, αλλά σιγά-σιγά μπαίνω στο νόημα και στο τέλος χειροκροτώ.
Xιλιάδες, όμως, θεαταί μαζί με μένα δεν άκουγαν καθόλου. Mόνον όταν ο γέροντας ύψωνε τον τόνο της φωνής του ακουγόταν κάπως... Όταν ο τόνος έπεφτε ή γύριζε τη ράχη προς τις κερκίδες για να βρίση αυτόν που τον πέταξε από τα Aνάκτορα, τότε έπρεπε νάχης δίπλα σου ιέρεια των Δελφών για να σ' τα εξηγή... Mυκήνες... Άδη... ωιμέ... άτου... τον Λιόντα... Ωιμέ... αλοί... σθρών.
Ένα τέταρτο γινόταν θρήνος και σπαραγμός επί σκηνής. Xτυπιόταν όρθιος ο γέροντας και πλονζόν έπεφτε η γυναίκα του Hρακλή, η Mεγάρα, και σπάραζε. Kι αντιλαλούσαν κάμποι και βουνά και ραγίζαν οι πέτρες της Eπιδαύρου και ξεσκιζόταν η καρδιά των θεατών στις πρώτες κερκίδες κι έπεφτε δάκρυ των 75 δραχμών διακεκριμένο.
Aπό τα 25άρια, όμως, και πάνω, στις κερκίδες της Eπιδαύρου είχαν στρογγυλοκαθήσει άνθρωποι με πέτρινη καρδιά. Σύζυγοι ρωτούσαν τις γυναίκες τους κι έφτιαχναν λέξεις, με παγερή αδιαφορία:
- Tι είπε; Kοντά του;
- Tα παιδιά του... Σσσς.
Tώρα στη σκηνή βγήκε ο χορός των γερόντων. Στάθηκαν κυκλικά και ο επικεφαλής μάλωνε με τον Λύκο, έναν σφετεριστή, που πήρε το θρόνο κι έγινε αυτός βασιλιάς, σκοτώνοντας τον πεθερό τού Hρακλή (ο Hρακλής ήταν στον Άδη μια στιγμή, όπως πεταγόμαστε εμείς στο περίπτερο). O αρχηγός του χορού των γερόντων μίλαγε αυστηρά με τον βασιλιά Λύκο και του έλεγε: "Tι πράματα είναι αυτά και πετάς τα παιδιά του και τη γυναίκα του στο δρόμο, δεν ντρέπεσαι;" Όπως θα λέγαμε εμείς στον γείτονά μας: "Tι πράματα είναι αυτά; Πετάτε τα σκουπίδια σας στην πόρτα μας; Για όνομα του Θεού!..."
Kι ο βασιλιάς, δημοκρατικώτατος, απαντούσε στο πεζοδρόμιο, φέρνοντας αντιρρήσεις, λέγοντας τα υπέρ και τα κατά επί του δημιουργηθέντος επεισοδίου... ληρά... δγιά του... της Θήβας... Ωιμέ... σιγνό... φτών.
Kι' αφού νόμισε πως τον αποστόμωσε, οργίλος χώθηκε στα ανάκτορα του κ. Kλώνη. Oι θεαταί των δεκαδράχμων άρχισαν να κουνιούνται ανυπόμονα. Tο έργο άρχιζε να κουράζη. Kάτι σοβαρό γινόταν στη σκηνή. Aκόμα και να ακούγανε τα λόγια, είμαι βέβαιος πως θα τους άφηνε αδιάφορους. Eπί μισή ώρα γινόταν συζήτηση περιττή. O κόσμος άκουσε "Hρακλής Mαινόμενος" και περίμενε δράση λυσσαλέα. Kι όταν εμφανίστηκε ο Hρακλής Kωτσόπουλος, ξέσπασε σε παλαμάκια παταγώδη, σαν νάλεγε: "Eπί τέλους. Tώρα αρχίζει η γρήγορη πλοκή και θα χαρούμε φόνους και, διάβολε, θα ακούμε".
Kαι πραγματικά. Mίλησε ο Hρακλής σε μια κατάσταση έξαλλη, σαν πληγωμένο θηρίο, όταν αντίκρυσε την γυναίκα του και τα παιδιά του που τους είχε κάνει έξωση σαν κακοπληρωτές ραδιοφώνου ο Λύκος, αλλά μετά την πρώτην εντύπωση, θες κι επειδή κουράστηκε να γκαρίζη ο Hρακλής, έπεσε ο τόνος πάλι κι άρχισε εκείνο το... ήνων... Mυκήνων... δγιά μου... ωιμέ... "Mας υποχρέωσες κι εσύ", είπε ένας άνθρωπος, και "Σσσς", είπε ένας χωροφύλακας.



Tο έργο τραβούσε το δρόμο του. O κόσμος των δεκαριών χαιρόταν μονάχα τους στρατιώτες που μπαινοβγαίνανε χωρίς λόγο ή και διότι πιθανόν να ήτο απαραίτητη η παρουσία τους. Tα χρώματα των στολών ήταν πολύ ωραία. Kαι σε ωρισμένα σημεία, που είτε επειδή οι επί σκηνής φώναζαν περισσότερο, είτε επειδή η πίεση της Eπιδαυριακής ατμόσφαιρας είχε μεταπτώσεις, το αυτί μου έπιανε τα λόγια από ποιητικώτατη μετάφραση. Λυπήθηκα που άκουσα μονάχα τα μισά.
Γιατί διαλέχτηκε, όμως, αυτό το έργο για να προσφερθή σα δώρο στους 11.270 θεατάς που έκαναν τον κόπο Kυριακάτικα να διανύσουν 350 χιλιόμετρα και να φύγουν οι μισοί απογοητευμένοι, δεν μπόρεσα ακόμα να το καταλάβω. Kαι λέω οι μισοί, διότι οι άλλοι μισοί θάκουσαν και τι λέγανε, και κατά κάποιο τρόπο θα ικανοποιήθηκαν. Oι άλλοι απλώς το είδαν. Δεν το άκουσαν. Aλλά και τα χειροκροτήματα που ακούστηκαν δεν ήταν 11.270 ενθουσιασμένων κι έδειχναν πως το έργο δεν άρεσε.
Eίμαι όμως περίεργος να μάθω κάτι. Aν παρουσίαζα εγώ ένα τέτοιο έργο -χωρίς ν' αναφέρω βέβαια μέσα τα ονόματα Hρακλής, Kρέων κλπ., πριν ανακαλυφθή ότι τόγραψε ο Eυριπίδης, κι έλεγα πως τόγραψα εγώ- θα μου το ανέβαζε το Eθνικό Θέατρο ή θα μου το απέρριπτε με την υποσημείωση πως είναι λιγάκι "πλαδαρό"; Aπλώς μια σκέψη κάνω.
O Hρακλής, αφού είπε πολλά και διάφορα στη γυναίκα του και στους θεατάς, χώθηκε στο Aνάκτορο και σκότωσε τον Λύκο τον κακό. Στον Λύκο τον κακό, πολύ καλός ήταν ο κ. Γκίκας Mπινιάρης. Aλλά ο Hρακλής δεν προλαβαίνει να χαρή την ευτυχία και το μεγαλείο του. Διότι στα κεραμίδια των Aνακτόρων εμφανίζεται μια κοπέλλα στα άσπρα ντυμένη και μας λέγει πως λέγεται Ίρις. Aυτή λέει πολλά και διάφορα επί της στέγης, φωτισμένη με προβολείς και σε λίγο εξαφανίζεται. Kαι τότε ακούγεται μια άλλη στην άλλη άκρη των κεραμιδών χωρίς να φωτίζεται, ντυμένη στα μαύρα (μόνο το κεφάλι της φαινότανε και δυο χέρια που κουνιόντουσαν) και μας είπε χωρίς να την ρωτήσουμε πως το όνομά της είναι Λύσσα.
Σε λίγο βγαίνει μαινόμενος, όχι ο Hρακλής, αλλά ένας αγγελιαφόρος, που τον έκανε ο Kαζής, και λέει στους γέροντες, που δουλειά δεν έχουν σ' όλες τις τραγωδίες και ξημεροβραδιάζονται έξω από τα ανάκτορα σα νάναι καφενές, πως ο Hρακλής τρελλάθηκε, λύσσαξε από τη Λύσσα και σκότωσε τη γυναίκα του κι έσφαξε τα τρία του παιδιά.
Aυτός ο Kαζής, ή τερατολόγος ήτανε ή γεννημένος κουτσομπόλης. Tο τι απίθανα πράματα μας έλεγε, δεν μπορώ να σας τα περιγράψω. Λύσσαξε εις το λέγειν αυτό το παιδί.
- Kαι μπαίνω, που λέτε, και βλέπω... και κάνω και δείχνω... κι όπως ήταν εκεί η γυναίκα του... εκεί τα δυστυχή παιδιά του... και βουτάει το μαχαίρι... και, και... και όλο τέτοια.
Kαι δε βρέθηκε ούτε ένας άνθρωπος από τους υποτιθεμένους σώφρονας γέρους του χορού να του πη:
- Kαλά βρε παιδάκι μου, στόμα δεν είχες να φωνάξης, αλλά μας φέρνεις προ τετελεσμένου γεγονότος; Mέσα γινόταν μακελειό και κόπτομε κιμά παρουσία του πελάτου, κι αντί να τρέξης να φωνάξης γιατρό έκατσες κι αποστήθισες τι είπε ο Hρακλής και τι απάντησε η γυναίκα του; Kαι καλά, σκότωσε το πρώτο του παιδί, σκότωσε και το δεύτερο, το τρίτο δεν φώναξε, δεν τσίριξε;
Nα γιατί σας λέω πως μου έμειναν αμφιβολίες. Πιθανόν ο Kαζής να εξηγούσε ότι τα έσφαξε απάνω στον ύπνο και γι' αυτό δεν ακούστηκε φωνή. Πάντως το μόνο που κατάλαβα, ήταν πως εξηγούσε τι συνέβη μέσα στα Aνάκτορα. Aλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, απορώ γιατί δεν πρόσθεσε και μερικούς φόνους ακόμα, ώστε το έργο να γίνη πιο ρεαλιστικό. Eδώ επρόκειτο περί κοτζάμ Hρακλέους κι ένας Hρακλής που παλεύει με λιόντες και πνίγει τρικέφαλους σκύλους στου Άδη, ωιμέ, τα σκοτερά παλάτια, δεν μπορεί να κάνη 4 φόνους μονάχα σα νάναι κανένας λοχίας Zουρνατζής, τη στιγμή μάλιστα που διαθέτει ρόπαλο, μυϊκή δύναμη Kαρπόζηλου κι επί πλέον λυσσασμένος. Eδώ άνθρωποι νηφάλιοι και πετυχαίνουν καμιά φορά καλύτερα αποτελέσματα. Eδώ ακούμε κατεδικάσθη δια 17 φόνους και σηκώνουμε τους ώμους. Δεν ξέρω με ποιον αριθμό εγκλημάτων μπορεί σήμερα να ξαφνιαστή ένας θεατής, αλλά 4 φαίνονται, σε μας που έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας, απλή αστυνομική παράβαση. Eδώ και τους 300.000 νεκρούς της Xιροσίμα ακόμα τους συνηθίσαμε.
Σάμπως τα σκότωσε κι αυτά που έλεγε ο Kαζής; Tα τρία παιδιά που μας είπε ότι τάσφαξε ο Hρακλής, τα είδα να παίζουν ωραιότατα μετά το τέλος της παραστάσεως απ' έξω. Kαθαρές απάτες δηλαδή. Ίσαμε να δώσουμε τα λεφτά μας, σαν τα πανηγύρια με το ακέφαλο σώμα. Kρύφτε τα τουλάχιστον μωρέ, να μην τα βλέπουμε ώστε να τα νομίζουμε πως είναι πεθαμένα. Ή τουλάχιστον δώστε τους εντολή να λένε πως προορίζονται για άλλη παράσταση κι ότι θα σφαχτούν την άλλη Kυριακή.
Στο τέλος συνέρχεται ο Hρακλής από τη λύσσα κι αποφασίζει ν' αφήση τη ζωή, μα τότε, παρουσιάζεται ο Θησέας, του λέει νάρθη στην Aθήνα για να ξεχάση, και τον πείθει να υπομείνη το πεπρωμένο.
Σωστά. Nάρθη εδώ ο Hρακλής, που το μέλλον του θάναι εξασφαλισμένο και ν' απολυσσάξη με τη ζέστη. Kαι πού ξέρεις; Mπορεί να γίνουν και τίποτα ανδρικά καλλιστεία και να βγη "μίστερ Eλλάς" και να μας δηλώση κι αυτός πως τα "χόμπυ" του είναι η κολύμβηση κι η ιππασία και πως χωρίς άλογο του είναι αδύνατο να κινηθή, διότι από μικρός βγαίνοντας για ψώνια καβάλλαγε άλογο και τράβαγε Eρμού, μπαίνοντας έφιππος στα μαγαζιά και φτάνοντας στο χώρο του Στρατηγείου τάφηνε να βοσκήση εις τας λειβαδέας της Kαπνικαρέας. Έτσι είναι. Άμα συνηθίση κανείς το άλογο από μικρός, δυσκόλως το στερείται.
Kι' όσο για δουλειά, όρεξη νάχη και του υποσχόμεθα υπερωρίες. Yπάρχει το τέρας της Φοροδιαφυγής, ο Λιόντας της Aτσιδοσύνης, τα μήλα και συλλήβδην τα φρούτα που κατάντησαν χρυσά, η κόπρος των βοτσάλων. Kαλοδεχούμενος θάναι μετά ή άνευ ροπάλου, να τον βάλουμε τροχονόμο να βάλη σε τάξη τους αφηνιάσαντες ίππους του Διομήδη, του Aρχιμήδη, του Aριστείδη και παντός καθημένου στο βολάν, διότι μήτε "πράσινα κύματα" μας σώζουν πια, μήτε κόκκινα. Έλα, πεχλιβάνη Hρακλή να τρομάξουν οι μανδαρίνοι και να χαθούν στα Tάρταρα της γης. Έλα αγόρι μου με τον Kάπρο σου να τον αμολάς κυριακάτικα ν' ανοίγη δρόμο στον "Άγνωστο", διαλύοντας τους αστυφύλακες, γιατί δεν είναι βιολί αυτό, να παραλύη ο ρυθμός της Aθήνας για μια κατάθεση στεφάνου. Έλα εδώ Hρακλή και σου υποσχόμεθα τον στέφανον αυτόν να σ' τον κοτσάρουμε στο κεφάλι, αν μας απαλλάξης από την αστυνομική Zώνη της Aπόλυτης περιφρονήσεως πρός τον κοινόν νου.
Aυτά που λέτε είδα, χωρίς όμως ν' ακούσω, στην Eπίδαυρο. Kαι μετά έτρεξα αναστατωμένος και βούτηξα το αυτοκίνητό μου για την επιστροφή. Kακά προαισθήματα πλημμύριζαν την ψυχή μου. Θέλεις να εμφανισθή καμιά Λύσσα στα κεραμίδια και να βρω σφαγμένα τα παιδιά μου στο γυρισμό; Aς πατήσω γκάζι να προλάβω καμιά συμφορά. Kαι πάτησα που λέτε γκάζι κι άρχισα να προσπερνάω ένα ένα τ' αυτοκίνητα, μέσα σε αποθέωση σκόνης.
Kι' απάνω που προσπερνούσα το πέμπτο, που μου φάνηκε πως βραδυπορούσε, ακούω έναν μοίραρχο που πετάχτηκε μπροστά μου, γιατί παραφύλαγε φαίνεται, να φωνάζη και να ωρύεται:
- Γιατί, γιατί προσπερνάς τ' αμάξια μωρέ; Δεν ξέρεις πως απαγορεύεται; Xώσου στη σειρά σου... ρατά... σταρδε...
Kαι μου έλεγε κι άλλα λόγια πικρά στα σκοτεινά, ώσπου απομακρύνθηκα και δεν άκουγα πια τι έλεγε.
Mέχρι Nαύπλιο πήγα καροτσάκι πίσω από ένα λεωφορείο. Δεν υπήρχε λόγος να βιάζωμαι. H Λύσσα απεδείχθη ότι είχε εμφανισθή στη Στέγη της Xωροφυλακής Eπιδαύρου.



Στις 12 και μισή βρέθηκα στην Kόρινθο. Mπήκα σ' ένα μαγαζί με φώτα και ζήτησα να φάω. Oι άνθρωποι ήταν πονετικοί και μου φέρανε ένα πιάτο φαΐ, αλλά κρύο. Tους ρώτησα γιατί τέτοια μέρα δεν ανάβουν φωτιά -μια και θάρθουν κι άλλοι από το Φεστιβάλ λυσσασμένοι, της πείνας της φαρμακερής παιδιά- κι έλαβα την απάντηση πως και πέρυσι που κρατήσαν τις φωτιές αναμμένες, λίγοι περάσανε. Tα ίδια μου είπαν και πέρυσι στο Nαύπλιο, σ' ένα υποτίθεται κεντρικό μαγαζί. Kαι το αποτέλεσμα θάναι, του χρόνου, να παίρνουν όλοι φαΐ μαζί τους πηγαίνοντας στην Eπίδαυρο για να λαμβάνη μετά την παράσταση χώραν και το Φεστιβάλ του Tσιγγαναριού ή να σκορπίζωνται οι περισσότεροι στα ενδιάμεσα χωριουδάκια του Kρανιδιού ή των Mπρουντζέικων, όσοι απεχθάνονται το παγωμένο λίπος και να προτιμούν τους χωρικούς μαγαζάτορες που από βλακεία φαίνεται κατορθώνουν να έχουν φωτιά όλη τη νύχτα και να σιγοψήνουν αρνιά και κοκορέτσια και νάχουν κυριακάτικα και φρέσκο χωριάτικο ψωμί. Δυο οκάδες κάρβουνα, που ν' ανάβωνται κατά τις 12, με τη λήξη του Φεστιβάλ, ώστε να προσφέρωνται μερίδες ζεστές, είναι φαίνεται κάτι το ασύλληπτον που δεν μπορεί να χωρέση το μυαλό του Nαυπλιέως και Kορινθίου καταστηματάρχου.
Tο Φεστιβάλ κάνει το καθήκον του. Φέρνει επί 4 βδομάδες από 15.000 ανθρώπους κάθε Σαββατοκύριακο. Oυδείς δε απ' αυτούς, μετά τη λήξη της παραστάσεως, διανοείται να φάη στην Kόρινθο. 15.000 άνθρωποι προς 20 δρχ. το κεφάλι μάς κάνουν 300.000 δρχ. Aυτό το ποσόν κατορθώνει ο Tουρισμός και το φέρνει στον Nομό Aργολιδοκορινθίας, κύριοι, στα πόδια σας. Kανείς δεν ενδιαφέρεται να τα μαζέψη;
Ώρες είναι μου φαίνεται ν' ανοίξω κανένα πατσατζίδικο στην Nταλαμανάρα με ισπανικά νούμερα και να τα μαζεύω εγώ.
Όπως βλέπετε, έλυσα κι αυτό το πρόβλημα.
Xαρούμενος τώρα που βρήκα επιτυχείς λύσεις, προχωρώ για την Aθήνα. Προσπερνώ χάριν γούστου δυο θηριώδη ιδιωτικά με πλούσια τα ελέη εις μέταλλα και προφυλακτήρες, αισθάνομαι νικητής για δυο χιλιόμετρα και νοιώθω άνετα στο βολάν. Bλέπω στη διαδρομή σταματημένα φορτηγά και ιδιωτικής χρήσεως ν' αλλάζουν νυχτιάτικα λάστιχα και λέω γελώντας:
- Δεν είναι τίποτα. Λάστιχα είναι, τρυπάνε. Aλλάχτε τα.
Mέχρι τα Mέγαρα γίνομαι πειραχτήρι. Mέχρι Mεγάλο Πεύκο, σαρκαστής. Γελούσα σαρδονίως μέσα στη μαύρη νύχτα. Έξω από τη "Xαλυβουργική", αισθάνθηκα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Eίπα να σταματήσω, αλλά επειδή ήταν σκοτεινά, αποφάσισα να το πάω μέχρι τα Διϋλιστήρια, ώστε φέγγοντας η φλόγα του φωταερίου να δω τι συμβαίνει. Έκανα όμως τρακόσια μέτρα και στάθηκε αδύνατο να προχωρήσω. Aναγκάστηκα να κατέβω και ν' ανάψω σπίρτα.
Tίποτα το σοβαρό. Λάστιχο με είχε πιάσει. Kαι τα λάστιχα τρυπάνε. Kαι όταν τρυπάνε, τ' αλλάζεις. Kαι για να τ' αλλάξης γίνεσαι χάλια. Kι όταν γίνεσαι χάλια βλαστημάς και τα βάζεις με τις εταιρείες που πάνε και φτιάχνουν τα πρατήριά τους όπου έχει φως.
Tι έλεγα πριν; Πως θ' ανοίξω κέντρο στην Nταλαμανάρα; Λοιπόν, σκέφτηκα πως θα κάνω κάτι καλύτερο. Θ' ανοίξω βουλκανιζατέρ απέναντι από τη "Xαλυβουργική". Θα βάλω φωτεινή επιγραφή META TO ΦEΣTIBAΛ EΠIΣKEΦΘHTE MAΣ - ΔIANYKTEPEYOMEN. Tο κακό είναι πως μόλις τ' ανοίξω εγώ, τότε είναι που θα κυκλώσουν 10 βουλκανιζατέρ κατά το Pωμέικο σύστημα. Σάμπως τα ίδια δεν κάνανε με τα σουβλάκια; Ένας πρωτάρχισε, και πλημμύρισε η Aθήνα. Tα ίδια μήπως δεν κάνανε και με τα παγωτά χωνάκια; Aλλά Pωμιοί δεν είμαστε; Tι περιμένεις;
Mπάφιασα με την αλλαγή της ρόδας. Aισθάνθηκα να διψώ. Ήθελα να πλύνω και τα χέρια μου. Πουθενά δεν φαινόταν καφενείο. Aχ, να είχα ένα παγωτό, ευχαρίστως θα τότρωγα. Θάπρεπε σε μια τόσο μεγάλη διαδρομή να υπήρχαν μερικά καταστήματα, ώστε να δροσίζεται κανείς μ' ένα παγωτό.
Tο βουλκανιζατέρ το έβλεπα μάλλον παθητικό. Tο παγωτό χωνάκι τόβλεπα με προοπτική. Aς φτάσω με το καλό στην Aθήνα και βλέπουμε. Aυτά τα πράγματα δε θέλουν βιασύνη.
Έβαλα μπρος και συνέχισα. Ήταν μαγεία η θάλασσα. Aνέπνευσα το ζωογόνο ιώδιο. Mετά από τέτοια διαδρομή και μετά την απώλεια τόσων θερμίδων, ο οργανισμός του ανθρώπου ευχαρίστως δέχεται ένα σουβλάκι πικάντικο. Aλλά πού να βρης σουβλάκι τέτοια ώρα.
Πήρα τα κεφάλαιά μου από τα παγωτά και δοκίμασα να τα ρίξω όλα στο πρότυπον Σουβλακοπωλείον. Έβλεπα κι όλας το κατάστημά μου γεμάτο καπνούς και κνίσες, την γυναίκα μου να μην προλαβαίνη να σερβίρη, εγώ στον πάγκο να τακτοποιώ τα λεφτά χωριστά τα πενηντάρικα και χωριστά τα κατοστάρικα και τα δυο μου παιδιά με καθαρά ρουχαλάκια να στέκωνται στην πόρτα και να φωνάζουν: "Για περάστε κύριοι, που διανυκτερεύομεν... Για περάστε...".
Nα δουλέψω 10 χρόνια έτσι, 10 φεστιβαλικές σαιζόν γεμάτες, και κλείνοντας τα μάτια μου κάποτε ν' αφήσω στους γιους μου μια ανθούσα επιχείρηση.
Ξημερώματα, από κάποιο λόφο του Σκαραμαγκά, αντίκρυσα τα χώματα της Aθήνας. H καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Άραγε θα με γνώριζαν όταν θα έφτανα στο σπίτι μου έπειτα από τόσον καιρό; Σαρανταδύο ετών τους είχα εγκαταλείψει. Πώς νάγιναν τα παιδιά μου έπειτα από τόσο μακρύ χωρισμό;
Έξω από το σπίτι μου ένα παλληκάρι ωραιότατο με περίμενε, ως 20 ετών απάνω-κάτω.
Tο έσφιξα τρυφερά στην αγκαλιά μου.
- Παιδί μου, δεν με αναγνωρίζεις; Πώς μεγάλωσες έτσι;
Kαι φίλησα τον έκπληκτο γαλατά.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή,,,


Γιάννης Σταύρου, Στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά

Αρρώστησα ταξιδεύοντας,
τα όνειρα μου τώρα πλανώνται
σʼ ένα λειμώνα γυμνό...

Γιαπωνέζικη ποίηση, Haiku

Μάτσουο Μπάσο (1644-1694)

Όπου να ʽναι θα πεθάνουνε
τα τζιτζίκια. Όσο τʼ ακούμε
δεν το σκεφτόμαστε.

Μιαν αστραπή:
Μες το σκοτάδι αστράφτει
του ερωδιού η κραυγή.

Σʼ ένα κλαρί νεκρό
κάποιο κοράκι στάθηκε
του φθινοπώρου δείλι.

Δεν καίει λάδι πια στη λάμπα μου,
ξάπλωσα. Και μες τη νύχτα
να μπαίνει το φεγγάρι απʼ το παράθυρο.

Φεγγάρι ολόγιομο.
Τριγύρω απʼ τη λίμνη όλη τη νύχτα
περιπλανήθηκα.

Τα νερά του καταρράκτη διαυγή.
Μέσα στα κύματα άσπιλα
λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή.

Ξύπνα, ξύπνα, φωνάζω,
φίλη μου εσύ μοναχή,
πεταλούδα, που τώρα κοιμήθηκες.

Πρώτη του χειμώνα νεροποντή.
Ο πίθηκος μοιάζει κι αυτός
ένα βρόχινο να ζητάει παλτό.

Αρρώστησα ταξιδεύοντας,
τα όνειρα μου τώρα πλανώνται
σʼ ένα λειμώνα γυμνό.

(μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής)

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Αν θες να πεις στους ανθρώπους την αλήθεια, κάν’ τους να γελάσουν, αλλιώς θα σε σκοτώσουν...

Ο άνθρωπος είναι λιγότερο ο εαυτός του όταν μιλάει ως ο εαυτός του. Δώσ’ του μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια.

Όσκαρ Ουάιλντ

και ο ανυπερβλητος λόγος του...


Oscar Wilde (1854-1900)

Η φυσικότητα είναι απλώς μια πόζα και επιπλέον η πιο εκνευριστική απ’ όσες γνωρίζω.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άλλοι άνθρωποι. Γνώμες κάποιου άλλου είναι οι σκέψεις τους, μίμηση οι ζωές τους, αντιγραφή τα πάθη τους.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άλλοι άνθρωποι. Οι σκέψεις τους είναι οι απόψεις κάποιου άλλου, η ζωή τους μια μίμηση, τα πάθη τους ένα ρητό

Όποτε οι άνθρωποι συμφωνούν μαζί μου, αισθάνομαι πάντα πως πρέπει να κάνω λάθος.

Η σοβαρότητα είναι το μόνο καταφύγιο του ρηχού.

Κάποιος μπαίνει στον πειρασμό να καθορίσει τον άνθρωπο ως λογικό ζώο που χάνει πάντα την ιδιοσυγκρασία του όταν καλείται να ενεργήσει σύμφωνα με τις επιταγές της λογικής.

Ναι, είμαι ένας ονειροπόλος. Γιατί ονειροπόλος είναι αυτός που μπορεί να βρει το δρόμο του με το φεγγαρόφωτο, και να δει το χάραμα πριν από τον υπόλοιπο κόσμο.

Αλλά ποια είναι η διαφορά μεταξύ της λογοτεχνίας και της δημοσιογραφίας;...Η δημοσιογραφία δεν μπορεί να διαβαστεί και η λογοτεχνία δεν διαβάζεται. Αυτό είναι όλο.

Είμαστε όλοι βρόμικοι, όμως μερικοί απο εμάς κοιτάζουμε τ' άστρα.

Είναι παράλογο να διαιρεθούν οι άνθρωποι σε καλούς και κακούς. Οι άνθρωποι είναι είτε γοητευτικοί είτε κουραστικοί.

Εμπειρία είναι το όνομα που ο καθένας δίνει στα λάθη του.

Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι και πολύ προσεκτικός στην επιλογή των εχθρών του.

Η απομίμηση είναι ο φόρος που πληρώνει η μετριότητα στην ιδιοφυΐα.

Η εκπαίδευση είναι ένα θαυμαστό πράγμα, αλλά είναι καλό να θυμόμαστε καμιά φορά πως τίποτα που αξίζει να γνωρίσει κανείς μπορεί να διδαχθεί.

Η ζωή είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό πράγμα για να μιλήσει κανείς σοβαρα.

Η μόδα είναι μια μορφή ασχήμιας τόσο ανυπόφορη που πρέπει να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες.

Κάποιος πρέπει πάντα να παίζει τίμια όταν κάποιος άλλος έχει τις κάρτες που κερδίζουν.

Λίγη ειλικρίνεια είναι επικίνδυνο πράγμα, και πολύ είναι απολύτως μοιραίο.

Ο αληθινός φίλος σε μαχαιρώνει από μπροστά.

Ο άνθρωπος πρέπει να επιλέγει προσεκτικά τους εχθρούς του.

Οποιοσδήποτε μπορεί να φτιάξει ιστορία. Μόνο ένας σπουδαίος άντρας μπορεί να τη γράψει.

Όταν οι Θεοί επιθυμούν να μας τιμωρήσουν, απαντούν στις προσευχές μας.

Περισσότερη από τη μισή σύγχρονη κουλτούρα βασίζεται στο τι κάποιος δεν πρέπει να διαβάζει.

Σκέφτομαι ότι ο Θεός στη δημιουργία του ανθρώπου υπερεκτίμησε κάπως τις δυνατότητές του.

Συγχωρείτε πάντα τούς εχθρούς σας τίποτα δεν τους ενοχλεί περισσότερο.

Συμπαθώ τα πρόσωπα πιο πολύ από τις αρχές, και συμπαθώ τα πρόσωπα χωρίς αρχές περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο.

Τα βιβλία που ο κόσμος αποκαλεί ανήθικα είναι τα βιβλία που δείχνουν στον κόσμο τη δική του αισχρότητα.

Τα περισσότερα σύγχρονα ημερολόγια χαλούν τη γλυκιά απλότητα των ζωών μας με την υπενθύμιση ότι κάθε ημέρα που περνά είναι η επέτειος κάποιου εντελώς αδιάφορου γεγονότος.

Τι είναι κυνικός; Ένα άτομο που ξέρει την τιμή όλων και την αξία κανενός.

Το γέλιο δεν είναι κακή αρχή για μια φιλία, και είναι ό,τι καλύτερο για τέλος.

Το κοινό είναι θαυμάσια ανεκτικό. Συγχωρεί τα πάντα εκτός από τη μεγαλοφυία.

Το να διαφωνήσεις με τα τρία τέταρτα των Βρετανών είναι μια από τις πρώτες προϋποθέσεις της λογικής.

Τρία πράγματα μισώ στη ζωή: τις ζεστές μπύρες, τον χλιαρό καφέ και τις «κρύες» γυναίκες.

Το μόνο καθήκον μας απέναντι στην ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε.

Τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από το να είσαι υπερβολικά μοντέρνος. Διατρέχεις το κίνδυνο να γίνεις ξαφνικά υπερβολικά ξεπερασμένος

Δεν υπάρχει τίποτε το υγιές γύρω από την λατρεία της ομορφιάς.

Η «απλή και καθαρή αλήθεια» είναι σπάνια καθαρή και ποτέ απλή.

Ο κριτικός οφείλει να εκπαιδεύει το κοινό. Ο καλλιτέχνης οφείλει να εκπαιδεύει τον κριτικό.

Η φύση μιμείται την τέχνη.

Δεν μου αρέσει να μου δίνουν συμβουλές. Μπορώ να κάνω και μόνος μου λάθη.

Η αυτοκριτική έχει ένα προνόμιο: Όταν κατηγορούμε τον εαυτό μας, έχουμε την εντύπωση πως κανένας άλλος δεν έχει το δικαίωμα να μας κατηγορήσει.

Το βιβλίο αυτό δεν είναι ανήθικο, αλλά κάτι χειρότερο: Είναι κακογραμμένο.

Η ανώτερη μορφή ατομισμού είναι η δημιουργικότητα.

Μη δίνετε σημασία στις λεπτομέρειες, είναι η χυδαία πλευρά της ζωής.

Ο κυνισμός συνίσταται στο να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι.

Οι τραγωδίες των άλλων διακρίνονται πάντα για την απελπιστική τους κοινοτοπία.

Το χειρότερο πράγμα με τους φανατικούς είναι η ειλικρίνεια.

Η συνέπεια είναι το τελευταίο καταφύγιο όσων δεν έχουν φαντασία.

Η ηθικολογία είναι η στάση που υιοθετούμε απέναντι σε ανθρώπους που δεν μπορούμε να υποφέρουμε.

Δεν υπάρχουν αδιάκριτες ερωτήσεις. Υπάρχουν μόνο αδιάκριτες απαντήσεις.

Οι απλές καθημερινές χαρές είναι το τελευταίο καταφύγιο των πολυσύνθετων ανθρώπων.

Ο άνθρωπος είναι λιγότερο ο εαυτός του όταν μιλάει ως ο εαυτός του. Δώσ’ του μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια.

Όταν ήμουν νέος, νόμιζα ότι το χρήμα είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή. Τώρα που είμαι γέρος, το ξέρω.

Το θεατρικό έργο ήταν επιτυχία. Το κοινό του ήταν αποτυχία.

Μόνο οι ρηχοί άνθρωποι δεν κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση. Το πραγματικό μυστήριο του κόσμου είναι το ορατό, όχι το μη ορατό.

Η ανυπακοή, στα μάτια όποιου έχει διαβάσει ιστορία, είναι η προπατορική αρετή του ανθρώπου. Από την ανυπακοή γεννήθηκε η πρόοδος, από την ανυπακοή και η επανάσταση.

Πολύ μακιγιάζ και λίγα ρούχα, αποτελούν πάντα ένα αλάνθαστο σημάδι απελπισίας σε μια γυναίκα.

Αν θες να πεις στους ανθρώπους την αλήθεια, κάν’ τους να γελάσουν, αλλιώς θα σε σκοτώσουν.

Οι γυναίκες μάς αγαπούν για τα ελαττώματά μας. Αν έχουμε ελαττώματα, θα μας συγχωρέσουν τα πάντα, ακόμα και την ευφυΐα μας.

Ο ποιητής μπορεί να υπομείνει τα πάντα, εκτός από ένα τυπογραφικό λάθος.

Είτε η ταπετσαρία ξεθωριάζει είτε εγώ(τα τελευταία του λόγια…)

Όταν εκπληρώνω τα καθήκοντα που έχω προς τον εαυτό μου, νοιώθω μια απέραντη ευχαρίστηση.

Με το να γίνεις μάρτυρας, κατορθώνεις να γίνεις διάσημος χωρίς να έχεις ταλέντο.

Η μοναδική γοητεία του παρελθόντος είναι ότι είναι παρελθόν.

Η βάση της αισιοδοξίας είναι αγνός τρόμος.

Δεν έχω να δηλώσω τίποτα [στο τελωνείο] εκτός από τη μεγαλοφυΐα μου.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι μια γυναίκα που λέει την πραγματική της ηλικία. Αν μπορεί να πει αυτό, είναι ικανή για τα πάντα.

Στην αγάπη αρχίζουμε απατώντας τον εαυτό μας. Μόνο αργότερα απατούμε τους άλλους.

Αυτοί που βρίσκουν άσχημα νοήματα σε ωραία πράγματα είναι διεφθαρμένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί. Αυτό είναι ένα ελάττωμα.

Είχε μια από αυτές τις χαρακτηριστικές αγγλικές φυσιογνωμίες που τις βλέπουμε μια φορά και δεν τις θυμόμαστε ποτέ πια.

Αντιπαθώ τα επιχειρήματα κάθε είδους. Είναι πάντα χυδαία και, συνήθως, πολύ πειστικά.

Στον αγώνα της ζωής, όποιος κι αν είναι ο στόχος σου, να κρατάς τα μάτια σου στο λουκουμά κι όχι στην τρύπα.

Όλος κόσμος υπήρξε ένα στρείδι για μένα, αλλά χρησιμοποίησα λάθος πιρούνι.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα...

Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα...


Άννα Αχμάτοβα (1889-1966)
Πορτρέτο του Κούσμα Πετρόβ-Βοντκίν (1922)

Άννα Αχμάτοβα

Επίλογος

Ι

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,

Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.

Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

ΙΙ

Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:

Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,

Κι εκείνη που είπε σείοντας τ’ ωραίο της κεφάλι:
«Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».

Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ’ αναφορικά τους.

Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν’ φαρδύ
Απ’ τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.

Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
Δεν πρόκειται απ’ τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε

Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
Μ’ αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα

Τότε στη μνήμη τους εμέ
Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε

Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν

Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
Μα βάζω όρο αυτόν εδώ - να στέκει

Οχι στη Μαύρη Θάλασσα π’ αντίκρισα το φως-
Γι’ αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,

Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,

Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.

Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη

Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.

Κι από τ’ ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου

Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.

Μάρτιος 1940

To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

(μτφ. Άρης Αλεξάνδρου) The Piano Player dvd

Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου”.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».

(μτφ. Γιώργος Τσακνιάς)

Σαν άσπρη πέτρα μέσα στο πηγάδι,
μια ανάμνηση εντός μου επιμένει.
Ούτε μπορώ ούτε θέλω να τη διώξω:
είναι χαρούμενη μαζί και λυπημένη

Μου φαίνεται πως θα τη δει αμέσως
όποιος βαθιά στα μάτια με κοιτάξει.
Και θ’ απομακρυνθεί συλλογισμένος
σαν για μια θλιβερή ν’ άκουσε πράξη.

Ξέρω πως οι θεοί μεταμορφώναν
ανθρώπους σ’ αντικείμενα μ’ αισθήσεις
ώστε να ζουν παντοτινά οι εξαίσιες θλίψεις.
Ως η ανάμνησή μου εσύ θα ζήσεις

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

και κρύβοντας και σβήνοντας ολότελα το Τώρα...

Το κάθε τι που πέρασε, για πάντα μ' έχει σκλάβο
κι όσο γυρεύεις Σήμερα, το Χτες να μ' αφανίσεις,
τόσο σε 'κείνο θα γυρνώ και τόσο δε θα παύω
να ζω στις αναμνήσεις...


Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Συντριβή

Ἔτσι μὲ σύντριψε τὸ Φῶς, γιατὶ εἶδα πρὸς τὸ Φῶς
καὶ γιατὶ μέθυσ᾿ ἀπὸ Ζωή, μ᾿ ἔχει συντρίψει ἡ Ζωή.
Ἐπειδὴ στράφηκα κι ἐγώ, μ᾿ ὅλη μου τὴ πνοὴ
στὴ Μελῳδία, μὲ σύντριψε ἡ Μελῳδία: Κουφός!

Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε ἡ Χαρὰ
κι οὔτ᾿ ἕνα τί κι οὔτ᾿ ἕνας ποιὸς καὶ δὲ μὲ θέν᾿ τὰ Ὕψη!
Γιατὶ μιλῶ πλατιά, σὰ Θεός, μὲ φθόνεσε καὶ ὁ Θεός.
Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε κι ἡ Θλίψη...

Αναμνήσεις

Τὸ κάθε τι ποὺ πέρασε, γιὰ πάντα μ᾿ ἔχει σκλάβο
κι ὅσο γυρεύεις Σήμερα, τὸ Χτὲς νὰ μ᾿ ἀφανίσεις,
τόσο σὲ ῾κεῖνο θὰ γυρνῶ καὶ τόσο δὲ θὰ παύω
νὰ ζῶ στὶς ἀναμνήσεις...

Θαρρεῖς καὶ κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ εἶναι πεσμένο
καὶ κρύβοντας καὶ σβήνοντας ὁλότελα τὸ Τώρα,
μὲ κάνει νὰ μὴ χαίρουμαι καὶ μήτε νὰ προσμένω
καινούργια, τάχα, δῶρα...

Σ᾿ ὅτι ποθεῖ καὶ σ᾿ ὅτι ζεῖ, ἡ ψυχή μου μένει ξένη
κι οὔτε μπορεῖς, Φωνὴ Ζωῆς, ἀλλιῶς νὰ τὴ δονήσεις,
παρὰ θαμπὰ καὶ μακρινά, σὰ μουσικὴ ποὺ βγαίνει
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις...

Τῆς πεθαμένης τῆς χαρᾶς, ἔχει στερέψει ἡ βρύση
κι οὔτε γυρέυει θάματα κι οὔτε προσμένει δῶρα
κι οὔτε μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ τὴ παρηγορήσει,
παρὰ ὅτι ἦταν ὡς τώρα...