t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο...

Νίκος Καρούζος, από τις τελευταίες μεγάλες ποιητικές φωνές...

"Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο."

Νίκος Καρούζος

Έρημος σαν τη βροχή

Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.


Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Νεότερος

Αἰσθάνομαι μόνος
ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
Σύντροφε οὐρανὲ
ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
χάνεται
σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: για την ελληνική γλώσσα...

Αφιερωμένη στην Ελληνική γλώσσα...

...μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό...

ΒΗΜΑ, 19-12-2010


Η μεγάλη ελληνίστρια και ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί, η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του College de France, πέθανε σε ηλικία 97 ετών.

Τον θάνατό της ανακοίνωσε την Κυριακή ο εκδότης της, Μπερνάρ ντε Φαλουά.

Η Ζακλίν ντε Ρομιγί, γνωστή για τις μελέτες της στο χώρο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η οποία ενσάρκωνε μια ουμανιστική αντίληψη του πολιτισμού, έγραψε σε διάστημα άνω των 60 ετών, δεκάδες έργα.



Το 1988 έγινε η δεύτερη εκλεγμένη γυναίκα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, μετά την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, έλαβε την ελληνική υπηκοότητα το 1995 και ανακηρύχθηκε πρέσβειρα του ελληνισμού το 2000.

«Είναι μια μεγάλη απώλεια για τη χώρα μας. Ήταν μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό γιατί θεωρούσε ότι ήταν μια εκπαίδευση στην κατανόηση της ελευθερίας του ατόμου, στην προσήλωση στη δημοκρατία» δήλωσε η Ελέν Καρέρ ντ' Ανκός, ισόβια γραμματέας της Γαλλικής Ακαδημίας.

«Υπέφερε πολύ εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια από το γεγονός ότι έβλεπε να φθίνει η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και αυτό τής προκαλούσε τεράστιο πόνο» πρόσθεσε η Ντ' Ανκός, η οποία πιστεύει ότι ο καλύτερος φόρος τιμής για την Ζακλίν ντε Ρομιγί «θα ήταν να δοθεί εφεξής μεγαλύτερη σημασία στην ελληνική γλώσσα, την οποία υποστήριξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη χώρα μας».

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: νοσταλγία του Ελληνικού τοπίου...

Ελληνικό τοπίο, ερημοκλήσια στην Αττική...
Πόσο μας πληγώνει το Ελληνικό τοπίο...
Πόσο μας πληγώνει η νοσταλγία της Ελλάδας που χάσαμε...

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γιώργος Σεφέρης

Μποτίλια στο πέλαγο

Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλῆσι
καὶ παραπάνω
τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη.
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτὰ
ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει.
Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια.
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά.


Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο του Γιώργου Σεφέρη,
μικτή τεχνική


Τελευταίος σταθμός

Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στα όρια της σιγής...

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε...

Κώστας Καρυωτάκης

Αισιοδοξία

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας...

ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας...

Γιώργος Σεφέρης

Ο Βασιλιάς της Ασίνης
(απόσπασμα)

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι' αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές
τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μές στο βούρκο
είκόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιάς πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Νά' ταν ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάκτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα...

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω...

Τζον Κητς

Όταν φοβάμαι

Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω
και θά ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
τόμους δεν θά ’χω στοιβαγμένους ώς επάνω,
σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·

κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·

τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.

(μετάφραση Διονύσης Καψάλης)


John Keats (1795-1821)

John Keats

When I Have Fears


When I have fears that I may cease to be

Before my pen has glean'd my teeming brain,

Before high-piled books, in charactery,

Hold like rich garners the full ripen'd grain;

When I behold, upon the night's starr'd face,

Huge cloudy symbols of a high romance,

And think that I may never live to trace

Their shadows, with the magic hand of chance;

And when I feel, fair creature of an hour,

That I shall never look upon thee more,

Never have relish in the faery power

Of unreflecting love;--then on the shore

Of the wide world I stand alone, and think

Till love and fame to nothingness do sink.

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: δεν τρέφουν καμμία αγάπη για την "παραίτηση" από το ένστικτο...

Η κρίση του Φρόιντ για τις μάζες...

...οι μάζες είναι οκνηρές και ανόητες, δεν τρέφουν καμμία αγάπη για την "παραίτηση" από το ένστικτο, και δεν πρόκειται να πεισθούν για το αναπόφευκτο τούου μ' επιχείρήματα. Τα άτομα αλληλοϋποστηρίζονται προκειμένου να δοθεί ελευθερία στην αχαλινωσία τους...
Σίγκμουντ Φρόιντ

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου...

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Σαρλ Μπωντλαίρ

Η ψυχική αυγή

Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο
στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,
κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,
ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.

Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,
γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,
ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.
Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,

στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,
πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,
ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Charles Baudelaire

L'Aube spirituelle

Quand chez les débauchés l'aube blanche et vermeille
Entre en société de l'Idéal rongeur,
Par l'opération d'un mystère vengeur
Dans la brute assoupie un ange se réveille.

Des Cieux Spirituels l'inaccessible azur,
Pour l'homme terrassé qui rêve encore et souffre,
S'ouvre et s'enfonce avec l'attirance du gouffre.
Ainsi, chère Déesse, Etre lucide et pur,

Sur les débris fumeux des stupides orgies
Ton souvenir plus clair, plus rose, plus charmant,
À mes yeux agrandis voltige incessamment.

Le soleil a noirci la flamme des bougies;
Ainsi, toujours vainqueur, ton fantôme est pareil,
Ame resplendissante, à l'immortel soleil!

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη...

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων...

Δημοσθένης Βουτυράς

Στη θάλασσα

Η θάλασσα τώρα κουνιόταν πιο ταραγμένη, πιο αφρισμένη, σαν η εμφάνιση των μαύρων συννέφων να την είχε εξαγριώσει περισσότερο. Και ο ουρανός σκεπαζόταν από μαύρα σύννεφα, που τρέχανε, απλωνόντανε γρήγορα, βιαστικά.

Κίτρινοι, φοβισμένοι ήταν όλοι. Κάποτε ρίχνανε μια άγρια ματιά στον παπά που μαζεμένος, κοντά σ΄ ένα γίγαντα ναυτικό, κοίταζε τα κύματα.

– Αμ΄ στόπα! έλεγε ένας επιβάτης ψηλός, κοκκαλιάρης, στόπα άμα τον είδα! Τι διάολο τον ήθελε ο Μιχαλιός μέσα! Δεν έπρεπε να τον πάρει, δεν έπρεπε! Νάμουν εγώ και νάβαζα αυτόν το διάολο μέσα!...

– Στο διάολο, έκανε ο άλλος, που τον άκουγε, δεν ξέρω τι θέλουνε και ταξιδεύουνε αυτοί οι σατανάδες! Αυτοί δεν έπρεπε να το κουνούν απ΄ τον τόπον τους.

– Είναι δαιμόνοι σωστοί!

Και η θάλασσα αγρίευε, ύψωνε τα κύματά της, άνοιγε μύρια στόματα ν΄ αρπάξει το μικρό πλοίο, που πετούσε ψηλά και φαινότανε να παίζει μ΄ αυτό πριν το καταπιεί. Και τα σύννεφα απλώνονταν, ξετυλίγονταν, κατέβαιναν.

Τους φαίνονταν ότι όλα, που πριν ήταν άψυχα, η θάλασσα, τα σύννεφα, ο άνεμος που περνούσε φωνάζοντας άγρια στ΄ αυτιά του, όλα τώρα νάχανε πάρει ζωή, τη ζωή τους και ζητούσανε ν΄ αρπάξουνε να δαγκώσουνε να καταστρέψουν το μικρό σκαφίδι με τους ανθρώπους πούχε μέσα.

Μια αστραπή έλαμψε στα σκοτεινά σύννεφα. Άλλη πάλι φάνηκε...

Φωνή τρόμου ξαφνικά :

– Πάει, πάει! χαθήκαμε! Δεν έχουμε σωμό!...

– Σκάσε βρε, τρελάθηκες; φώναξε, ένας γέρος ναύτης σ΄ αυτόν πούπε αυτά τα λόγια, βλέποντάς τον με άγρια μάτια.

– Τι έπαθες βρε, τρελάθηκες; του είπε και ο γίγαντας ναυτικός που καθόταν κοντά στον παπά.

– Όχι, μωρέ, έτσι σα νάδα το μακαρίτη τον πατέρα μου στην αστραπή!

Οι επιβάτες κοιταχτήκανε. Ο κοκκαλιάρης κούνησε το κεφάλι.

Σιωπηλοί μέναμε. Κάποτε ρίχνανε στον παπά καμμιά ματιά...

Αλλ΄ η θάλασσα ακόμα αγρίευε, αστραπές λάμπανε μια πάνω στην άλλη, και κάτι σύννεφα πέρα, κατέβαιναν χαμηλά, χαμηλά, κ΄ έτσι φαινόντανε να περιμένουν τη διάβαση του μικρού πλοίου.

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων.

– Αυτός, αυτός φταίει! ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, η φωνή του κοκκαλιάρη· είχε σηκωθεί και έδειχνε τον παπά.

– Αυτός, ναι αυτός! φώναξαν και οι άλλοι μέσα στον πάταγο της τρικυμίας. Δε θα σωθούμε αν δε φύγει αυτός!

– Στη θάλασσα! Έξω ο τρισκατάρατος!

Ο παπάς έκανε να σηκωθεί, αλλ΄ ο γίγαντας ναυτικός τον άρπαξε, αυτό κάνανε και οι άλλοι που ήταν δίπλα του, απ΄ την άλλη μεριά του.

Έκανε ο παπάς να παλέψει, αλλ΄ αυτοί τον σήκωσαν ουρλιάζοντας όμοια με τα στοιχιά που τους κύκλωναν...

– Στη θάλασσα!

Ο παπάς σα νάταν από πούπουλο υψώθηκε στα δυνατά τους χέρια...

– Παιδιά ο Θεός... θέλησε να πει.

Αλλ΄ η φωνή του πνίγηκε μέσ’ στα ουρλιάσματα των άλλων και στις φωνές της τρικυμίας, που σα να υψώθηκαν πιο δυνατά, θριαμβευτικά έπειτα, στο πέταμα ενός θύματος.