ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας...
η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας...
Γιώργος Σεφέρης
Ο Βασιλιάς της Ασίνης
(απόσπασμα)
Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι' αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές
τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μές στο βούρκο
είκόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιάς πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.
Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
…
"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Νά' ταν ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάκτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.
Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα...
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω...
Τζον Κητς
Όταν φοβάμαι
Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω
και θά ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
τόμους δεν θά ’χω στοιβαγμένους ώς επάνω,
σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·
όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·
κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·
τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.
(μετάφραση Διονύσης Καψάλης)

John Keats (1795-1821)
John Keats
When I Have Fears
When I have fears that I may cease to be
Before my pen has glean'd my teeming brain,
Before high-piled books, in charactery,
Hold like rich garners the full ripen'd grain;
When I behold, upon the night's starr'd face,
Huge cloudy symbols of a high romance,
And think that I may never live to trace
Their shadows, with the magic hand of chance;
And when I feel, fair creature of an hour,
That I shall never look upon thee more,
Never have relish in the faery power
Of unreflecting love;--then on the shore
Of the wide world I stand alone, and think
Till love and fame to nothingness do sink.
Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: δεν τρέφουν καμμία αγάπη για την "παραίτηση" από το ένστικτο...
...οι μάζες είναι οκνηρές και ανόητες, δεν τρέφουν καμμία αγάπη για την "παραίτηση" από το ένστικτο, και δεν πρόκειται να πεισθούν για το αναπόφευκτο τούου μ' επιχείρήματα. Τα άτομα αλληλοϋποστηρίζονται προκειμένου να δοθεί ελευθερία στην αχαλινωσία τους...
Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου...
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!
Σαρλ Μπωντλαίρ
Η ψυχική αυγή
Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο
στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,
κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,
ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.
Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,
γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,
ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.
Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,
στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,
πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,
ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.
Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!
Charles Baudelaire
L'Aube spirituelle
Quand chez les débauchés l'aube blanche et vermeille
Entre en société de l'Idéal rongeur,
Par l'opération d'un mystère vengeur
Dans la brute assoupie un ange se réveille.
Des Cieux Spirituels l'inaccessible azur,
Pour l'homme terrassé qui rêve encore et souffre,
S'ouvre et s'enfonce avec l'attirance du gouffre.
Ainsi, chère Déesse, Etre lucide et pur,
Sur les débris fumeux des stupides orgies
Ton souvenir plus clair, plus rose, plus charmant,
À mes yeux agrandis voltige incessamment.
Le soleil a noirci la flamme des bougies;
Ainsi, toujours vainqueur, ton fantôme est pareil,
Ame resplendissante, à l'immortel soleil!
Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη...
Δημοσθένης Βουτυράς
Στη θάλασσα
Η θάλασσα τώρα κουνιόταν πιο ταραγμένη, πιο αφρισμένη, σαν η εμφάνιση των μαύρων συννέφων να την είχε εξαγριώσει περισσότερο. Και ο ουρανός σκεπαζόταν από μαύρα σύννεφα, που τρέχανε, απλωνόντανε γρήγορα, βιαστικά.
Κίτρινοι, φοβισμένοι ήταν όλοι. Κάποτε ρίχνανε μια άγρια ματιά στον παπά που μαζεμένος, κοντά σ΄ ένα γίγαντα ναυτικό, κοίταζε τα κύματα.
– Αμ΄ στόπα! έλεγε ένας επιβάτης ψηλός, κοκκαλιάρης, στόπα άμα τον είδα! Τι διάολο τον ήθελε ο Μιχαλιός μέσα! Δεν έπρεπε να τον πάρει, δεν έπρεπε! Νάμουν εγώ και νάβαζα αυτόν το διάολο μέσα!...
– Στο διάολο, έκανε ο άλλος, που τον άκουγε, δεν ξέρω τι θέλουνε και ταξιδεύουνε αυτοί οι σατανάδες! Αυτοί δεν έπρεπε να το κουνούν απ΄ τον τόπον τους.
– Είναι δαιμόνοι σωστοί!
Και η θάλασσα αγρίευε, ύψωνε τα κύματά της, άνοιγε μύρια στόματα ν΄ αρπάξει το μικρό πλοίο, που πετούσε ψηλά και φαινότανε να παίζει μ΄ αυτό πριν το καταπιεί. Και τα σύννεφα απλώνονταν, ξετυλίγονταν, κατέβαιναν.
Τους φαίνονταν ότι όλα, που πριν ήταν άψυχα, η θάλασσα, τα σύννεφα, ο άνεμος που περνούσε φωνάζοντας άγρια στ΄ αυτιά του, όλα τώρα νάχανε πάρει ζωή, τη ζωή τους και ζητούσανε ν΄ αρπάξουνε να δαγκώσουνε να καταστρέψουν το μικρό σκαφίδι με τους ανθρώπους πούχε μέσα.
Μια αστραπή έλαμψε στα σκοτεινά σύννεφα. Άλλη πάλι φάνηκε...
Φωνή τρόμου ξαφνικά :
– Πάει, πάει! χαθήκαμε! Δεν έχουμε σωμό!...
– Σκάσε βρε, τρελάθηκες; φώναξε, ένας γέρος ναύτης σ΄ αυτόν πούπε αυτά τα λόγια, βλέποντάς τον με άγρια μάτια.
– Τι έπαθες βρε, τρελάθηκες; του είπε και ο γίγαντας ναυτικός που καθόταν κοντά στον παπά.
– Όχι, μωρέ, έτσι σα νάδα το μακαρίτη τον πατέρα μου στην αστραπή!
Οι επιβάτες κοιταχτήκανε. Ο κοκκαλιάρης κούνησε το κεφάλι.
Σιωπηλοί μέναμε. Κάποτε ρίχνανε στον παπά καμμιά ματιά...
Αλλ΄ η θάλασσα ακόμα αγρίευε, αστραπές λάμπανε μια πάνω στην άλλη, και κάτι σύννεφα πέρα, κατέβαιναν χαμηλά, χαμηλά, κ΄ έτσι φαινόντανε να περιμένουν τη διάβαση του μικρού πλοίου.
Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων.
– Αυτός, αυτός φταίει! ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, η φωνή του κοκκαλιάρη· είχε σηκωθεί και έδειχνε τον παπά.
– Αυτός, ναι αυτός! φώναξαν και οι άλλοι μέσα στον πάταγο της τρικυμίας. Δε θα σωθούμε αν δε φύγει αυτός!
– Στη θάλασσα! Έξω ο τρισκατάρατος!
Ο παπάς έκανε να σηκωθεί, αλλ΄ ο γίγαντας ναυτικός τον άρπαξε, αυτό κάνανε και οι άλλοι που ήταν δίπλα του, απ΄ την άλλη μεριά του.
Έκανε ο παπάς να παλέψει, αλλ΄ αυτοί τον σήκωσαν ουρλιάζοντας όμοια με τα στοιχιά που τους κύκλωναν...
– Στη θάλασσα!
Ο παπάς σα νάταν από πούπουλο υψώθηκε στα δυνατά τους χέρια...
– Παιδιά ο Θεός... θέλησε να πει.
Αλλ΄ η φωνή του πνίγηκε μέσ’ στα ουρλιάσματα των άλλων και στις φωνές της τρικυμίας, που σα να υψώθηκαν πιο δυνατά, θριαμβευτικά έπειτα, στο πέταμα ενός θύματος.
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ...

Γιάννης Σταύρου, πορτρέτο του Κωνσταντίνου Καβάφη, σχέδιο
Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο, καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν...
Κωνσταντίνος Καβάφης
Ας πρόσεχαν
Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους―
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.
Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παραευθύς στον Υρκανό.
[...]
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.
Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο, καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.
Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Από άλλες εποχές...
Η Σουηδία άλλαξε, η Ελλάδα επίσης - πολυ πιο δραματικά...
Αλλαγές που σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμα τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρήθηκαν κάποια ψήγματα, κάτι σαν καδρο, με την ουσία της εικόνας να έχει αποχωρήσει οριστικά κι αμετάκλητα. Στη χώρα μας, βέβαια, χάσαμε μαζί την εικόνα και το κάδρο. Δεν έμεινε τίποτα. Απομένουν κάποια λιγοστα φαντάσματα ν' αναζητουν λίγο χώρο - επί ματαίω. Τι κρίμα...
Αναμνήσεις της Λιλίκας Νάκου από τη Σουηδία μιας άλλης εποχής. Από δίπλα λίγες νύξεις από Ελλάδα. Ένα ελληνικό βαπόρι, μια χαριτωμένη δημοσιογράφος του χθες - με αγνότητα, άγνοιες και γνώσεις...
Λιλίκα Νάκου
Ταξίδι προς τα βόρεια
Ένα μεσημέρι με καλεί στο γραφείο του ο διευθυντής.
- Ακόμα εδώ είσαι; Πότε θα φέρεις τ' αρκουδάκι από τη Λαπωνία; Θέλω και ρεπορτάζ για τη Σουηδία, δεν είπαμε;
- Να φύγω, κύριε διευθυντά, αλλά με τι χρήματα; Θέλω να τακτοποιήσετε τις 2.800, τον τακτικό μου μισθό, που θα παίρνει εδώ ή μητέρα μου, και ξέχωρα το ταξίδι μου και τα έξοδα εκεί.
- Καλώς. Θέση τζάμπα σε βαπόρι θα σου εξασφαλίσω. Και κάτι θα πάρεις κι από δω. Τ' άλλα, όταν βγεις στο Γκότενμποργκ, στο λιμάνι, θα τα βρεις εκεί, σε τράπεζα. Σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι, κύριε διεθυντά.
Καθώς έβγαινα από το γραφείο, συναντώ τον Νίτσο. Μου λέει:
- Βρε χαζή, έπρεπε να ζητήσεις προκαταβολή! Αν δεν σου στείλουν τα λεφτά εκεί που θα πάς, τι θα κάνεις;
Όπως φάνηκε ύστερα, είχε δίκιο όπως πάντα. Και μ' όλες τίς διαμαρτυρίες της μητέρας μου που δε συμφωνούσε γι' αυτό το ταξίδι, έφυγα. Ήταν, θυμάμαι, τέλη Μαΐου. Το βαπόρι που μου είχε βρεί θέση ο συνταγματάρχης, μετέφερε κάρβουνα κι ήταν του πνιγμού: παλιό, μικρό, βρώμικο. Η τουαλέτα ήταν αεροκρεμαστή στην άκρη του βαποριού, πάνω από τη θάλασσα. Έπρεπε να πιάνεσαι από δυο σίδερα, για να μη χάσεις την ισορροπία σου. Όχι για γυναίκες... Σωστό μαρτύριο. Το δεύτερο βάσανο ήταν ότι κουνούσε πολύ και μύριζε παστουρμά. Κατά τα άλλα ήταν περίφημα. Θαυμάσιος άνθρωπος ο καπετάνιος με τις φωτογραφίες των παιδιών του και της γυναίκας του ολόγυρα στην καμπίνα του:
- Γι' αυτά τα παιδιά και για τούτη τη γριούλα θαλασσοπνίγομαι, μου είπε και μου έδειξε τη φωτογραφία της μάνας του. Αμ, εσύ κοπέλα μου, γιατί ταξιδεύεις;
- Εμένα μ' αρέσει η δουλειά μου, το ελεύθερο ρεπορτάζ Υστερα κι εγώ έxω μάνα, σπιτικό και δεν είμαι πλούσια. Αν δεν εργαστώ, πώς θα ζήσουμε;
- Μπράβο, κοπέλα μου! Μόνο που θα κουνηθούμε στον Ατλαντικό. Παλιό και το καράβι! Και δεν μου λες, συνέχισε ο καπετάνιος, εκεί στο Γκότενμποργκ που θα σ' αφήσω, ξέρεις κανέναν, μήπως και σου συμβεί τίποτα;
- Τι να μου συμβεί, καπετάνιε; Δε θα μείνω εκεί. Θα πάω στον Βορρά, στη Λαπωνία. Ο συνταγματάρχης θέλει να του φέρω μιαν άσπρη αρκουδίτσα για τον ζωολογικό του κήπο.
Ο καπετάνιος γέλασε:
- Να του πεις να βάλει πρώτα εκεί μέσα τον εαυτό του! Τον ξέρω, δα, χρόνια τώρα τον συνταγματάρχη. Χρυσός άνθρωπος, αλλά λίγο βίδα! Άκου ιδέα να σε στείλει ταξίδι με τέτοιο βαπόρι! Έxεις περάσει ποτέ τον Βόρειο Ατλαντικό;
Δεν μου άρεσε καθόλου ο Ατλαντικός. Όλο θυμωμένος είναι και σκοτεινός. Πού η δικιά μας η Μεσόγειος! Όσο και να θυμώσει, μαύρη-μουτζούρα δεν γίνεται. Και να σε πνίξει, θα σε τυλίξει σε λιγάκι σε θαλασσιά ατλάζια. [....] Φτάσαμε τέλος πάντων στις θάλασσες του Βορρά. Κρύο, σκοτεινά τα νερά. Πλήθος θαλασσοπούλια ακολουθούσαν το καράβι που έμοιαζε σαν καρυδότσουφλο πάνω στον ωκεανό. Κοντεύαμε να φτάσουμε στο Γκότενμποργκ, το λιμάνι το ξακουστό της Σουηδίας με σπουδαίο Πανεπιστήμιο, με φάμπρικες μεγάλες, με 600.000 κατοίκους - απ' ό,τι μου είπε ο καπετάνιος. Λυπόμουν που θ' άφηνα τον καλό αυτό άνθρωπο. Είχαμε γίνει φίλοι. Και με το πλήρωμα είχα φιλίες. Παιδιά των νησιών μας τα περισσότερα, τα ένοιωθα σαν αδέρφια. Μου είχαν φερθεί πάντα με σεβασμό και συμπάθεια. Κανένα άτοπο αστείο, ούτε ένα πείραγμα πρόστυχο. Λυπήθηκα λοιπόν αφήνοντας το βαπόρι που μου φαίνονταν σαν ένα κομμάτι Ελλάδα.
Βρέθηκα ξαφνικά μοναχή στο Γκότενμποργκ. Γύρω μου κόσμος άγνωστος: ψηλοί, ξανθοί άνθρωποι άλλης ράτσας, μιλούσαν μια γλώσσα που μου φάνηκε πως συγγένευε με τα Γερμανικά. Με λύπη και κάποια αγωνία απομακρύνθηκα από το Ελληνικό καρβουνιάρικο βαπόρι. Ήταν μια σταλιά κι αυτό με την Ελληνική σημαιούλα του μπροστά στους άλλους γίγαντες του λιμανιού. Ο καπετάνιος μ' αποχαιρέτισε εγκάρδια και μου έδωσε γραπτές τις ημερομηνίες που θα ξαναπερνούσε από δω, για να γύριζα μαζί του πίσω στην Ελλάδα. Η πολιτεία του Γκότενμποργκ ήταν νοικοκυρεμένη, κατακάθαρη: πάρκα ωραιότατα ή μικρές πλατείες με λουλούδια, βρύσες, στέρνες και πάγκους. Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι πού κάθονταν στα παγκάκια, νέοι-γέροι, διαβάζανε. Όλοι βάσταγαν ένα βιβλίο στο χέρι. Μου είχε συστήσει ο καπετάνιος μια μικρή πανσιόν, όχι μακριά από το λιμάνι. Την κρατούσε μια πρώην δασκάλα των Γερμανικών. Είχε ζήσει στην Αθήνα, κοντά σε κάποια οικογένεια, και γνώριζε Έλληνες. Η φράου Μπετίνα κουτσομιλούσε τα Ελληνικά. Μου έδωκε το φτηνότερο μοναχικό δωμάτιο που είχε. Ήταν καθαρότατο, όπως όλα στη Σουηδία. Ευθύς την άλλη μέρα, πέρασα από την τράπεζα να δω αν φτάσανε τα λεφτά, ώστε να εξακολουθήσω το ταξίδι. Ευγενέστατος ο υπάλληλος κυττά τα χαρτιά του, συμβουλεύεται τα τεφτέρια του, ρωτά έναν διπλανό του, με κυττάζει, ρωτά ξανά τ' όνομά μου μήπως γίνηκε κανένα λάθος, ρωτά τ' όνομα του αποστολέως. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Έxει xάζι να μη στείλανε τα λεφτά! Τι θα γινόμουν δίxως πεντάρα στο Γκότενμποργκ καi πώς θα συνέxιζα το ταξίδι μου στη Λαπωνία; Στo τέλος μου λέει στα Γερμανικά:
- Δυστυxώς τα λεφτά δεν ήρθαν ακόμα. Περάστε αύριο!
Λες καί καταλαβαίνει την αγωνία μου ό άνθρωπος καί μου ξαναλέει με μαλακότερο τρόπο:
- Ε, ασφαλώς θαρθούνε αύριο. Ξαναπεράστε!
Αυτό το «ξαναπεράστε» πόσες φορές δεν τ' άκουσα! Δεκαπέντε μέρες στο Γκότενμποργκ, κάθε μέρα πήγαινα και ρωτούσα στην τράπεζα. Στο τέλος λαβαίνω από τον εκλεκτό συνάδελφο Παπαγεωργίου ένα γράμμα που μου έλεγε τα εξής: «Ναι μεν ο συνταγματάρχης έδωσε τα λεπτά να σου τα στείλουν, εκείνος όμως που τα παρέλαβε, τα έπαιξε στον Ιππόδρομο, και τα έχασε. Ο διευθυντής έγινε έξω φρενών, όταν το έμαθε, δεν πρόκειται όμως να σου στείλει άλλα. Κανόνισε την πορεία σου και γύρισε πίσω».
Ο καλός ο Παπαγεωργίου! Είχε την έννοια μου! Αλλά τι πορεία να κανονίσω; Τα λεφτά μου δεν με φτάνανε ούτε να πληρώσω την πανσιόν όπου έμενα! Ύστερα τι θα έτρωγα ώσπου να περάσει το Ελληνικό καράβι; Ζαλισμένη από τις σκοτούρες, πήγα και κάθησα σ' έναν πάγκο, σε κάποιο μικρό πάρκο. Στη μέση υπήρχε μια τεχνητή λίμνη. Γύρω-γύρω την πλαισιώνανε κάτι δεντράκια, σαν κλαίουσες. Μα ούτε το τοπίο έβλεπα, ούτε πιο πέρα, έναν μικρό πίδακα που στόλιζε το πάρκο. [....] Εκεί-δα λοιπόν που καθόμουν και κύτταζα έναν σκίουρο να πηδά σε κάποιο δέντρο, η σωτηρία κι η περιπέτεια φανερώθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου.
Μια παράξενη ρεπόρτερ
Η σωτηρία παίρνει πολλές απροσδόκητες μορφές στα μάτια των απελπισμένων. Για μένα ήρθε σαν ένα σκυλάκι μ' αφτιά μεγάλα, μισόστραβο ακόμα, που πήγε γραμμή κι έπεσε, εκεί μπροστά μου, στη στέρνα του μικρού πάρκου. Αυθόρμητα, δίχως να το καλοσκεφτώ, τρέχω, σκύβω πάνω από την πεζούλα κι απλώνω το χέρι να το πιάσω, μα γλυστρώ και πέφτω στο νερό. Η στέρνα ήταν αρκετά βαθιά. Κολυμπώ και κρατώντας το σκυλί βγαίνω έξω. Γύρω μου είχαν μαζευτεί καμπόσοι άνθρωποι και χαζεύανε.
Ξαφνικά μπροστά μου παρουσιάζεται μια πανύψηλη αντρογυναίκα ακαθορίστου ηλικίας. Φορούσε ταγέρ αντρικά ραμένο. Η φούστα της - πριν γίνει της μόδας - έφτανε ίσαμε το γόνατο. Κομένο το μαλλί, κασκέτο στο κεφάλι, πίπα στο στόμα και μπαστούνι στο χέρι. Αρπάζει το σκυλάκι έτσι, βρεγμένο καθώς ήταν, στην αγκαλιά της. Με τ' άλλο της χέρι παίρνει καί σφίγγει το δικό μου τόσο δυνατά, που έμπηξα μια φωνή: με σακάτεψε! Και μιλώντας χοντρά μού συσταίνεται:
- Μις Ρίντ, δημοσιογράφος του «Νταίηλυ Εξπρές».
- Μιλώ άσχημα Αγγλικά, της λέω. Δεν μιλάμε Γαλλικά καλύτερα;
- Ω, γιές! μου κάνει. Κι εγώ θέλω να εξασκηθώ στα Γαλλικά. Λογαριάζω να μείνω μόνιμα στη Γαλλία ως ανταποκρίτρια της εφημερίδας μου.
Ήθελε κουβέντα. Της λέω:
- Όπως βλέπετε, είμαι μούσκεμα από το νερό. Μένω δίπλα, να, σ' αυτό το δωμάτιο της μικρής πανσιόν. Να πάω ν' αλλάξω μια στιγμή και τα λέμε. Με περιμένετε;
Η μις Ρίντ με περίμενε κι άμα γύρισα, καθήσαμε στον πάγκο. Σκούπιζε με το κασκόλ το σκυλάκι της.
- Είναι σχεδόν τυφλό, μου λέει. Πάσxει από καταρράκτη. Θα του κάνω σύντομα εγxείρηση. Αγαπάτε τα ζώα; με ρώτησε.
Τη βεβαίωσα πώς ναι.
- Ε, τότε, η τύxη σάς έστειλε μπροστά μου!
Πριν όμως ανοίξουμε συζήτηση, της λέω ποια είμαι, βγάζω την ταυτότητα μου ως δημοσιογράφου και της διηγούμαι πώς βρέθηκα στο Γκότενμποργκ, να μη με πάρει για καμιά απατεώνισσα.
- Ολ ράιτ! λέει η μις Ρίντ. Τώρα θα σου πω κι εγώ ποια είμαι. Έχεις διαβάσει το βιβλίο του Ρίντ «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», για την επανάσταση της Ρωσίας; Ε, λοιπόν, είμαι αδερφή του συγγραφέα. Κι εγώ δημοσιογράφος. Γυρίζω τον κόσμο κάνοντας μεγάλα ρεπορτάζ που πρώτα δημοσιεύονται στην εφημερίδα μου κι ύστερα βγαίνουν σε βιβλία. Έχω γυρίσει τα περισσότερα μέρη της Αφρικής, έχω πάει ως τα μοναστήρια του Θιβέτ, στην Ασία. Τα βιβλία μού αποφέρουν πολλά χρήματα. Ακόμα και στον πόλεμο με τους Μάου-Μάου μ' έστειλε η εφημερίδα μου.
Ένοιωσα σαν ψύλλος μπροστά της. Κάτι νόμιζα πως είχα κάνει κι εγώ γυρίζοντας Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία... Και με τι στερήσεις! Η εφημερίδα της την πλήρωνε καλά. Ενώ οι δικές μας! Όλο μιζέρια κι ο τόπος μας κι οι εφημερίδες μας με τους αχόρταγους ιδιοκτήτες! Ας είναι! Όλοι το ξέρουμε: φτωχός τόπος, όλα φτωχά. Η μίς Ρίντ λοιπόν εξακολούθησε:
- Άκουσε! Εγώ τώρα έχω σκοπό να γράψω ένα βιβλίο για τους Λάπωνες, για τη ζωή τους, τα έθιμα τους, για τις μαγείες που γνωρίζουν. Ξέρεις πως από μακριά μπορούν να κάνουν να ψοφήσει το μισό κοπάδι τάρανδοι κάποιου εχθρού τους; Με τι τρόπο; Αυτό ήθελα να μάθω. Έχω λοιπόν σκοπό να πάω στη χώρα τους, να τραβήξω απάνω, προς τον Μεγάλο Βορρά. Στο μεταξύ θα ήθελα να εξασκηθώ στα Γαλλικά. Τα μιλώ άσχημα, όπως ακούς. Θέλεις να γίνεις γραμματικός μου κι ό,τι γράφω να το μεταφράζεις στα Γαλλικά;
Λιλίκα Νάκου (1904-1989), Το Χρονικό μιας Δημοσιογράφου
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγραφική: “Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού”, του Σπύρου Κουτρούλη
Προσφέρεται για γνήσιο προβληματισμό στην άνυδρη ελληνική πραγαμτικότητα...
Σπεύσατε στην βιβλιοπαρουσίαση / συζήτηση...
Στο Βιβλιοπωλείο «Χωρίς Όνομα», Φανερωμένης 8, Χολαργός (100 μέτρα από τον σταθμό μετρό Χολαργού.
Αναδημοσίευση από ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ
Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο:
"Εξετάζοντας την πορεία του λαού μας, τις αξίες και τα μέτρα που αυτός διαμόρφωσε, τις ιδεολογίες που τον καθόρισαν, είτε ως «απεικόνιση της πραγματικότητας», είτε ως «ψευδή συνείδηση», αλλά και τις αισθητικές του προτάσεις, καταλήξαμε ότι στη σκέψη του Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα και της Δόμνας Σαμίου «σημασία στη ζωή έχει να μπορεί από το τίποτα να γίνει το παν», όπως και στον στίχο του Ο. Ελύτη «ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» συνοψίζονται, με προσφυή και εύστοχο τρόπο, η εξέλιξη, οι αγωνίες και τα πάθη του νεότερου ελληνισμού.
Στις σελίδες που ακολουθούν, δοκιμάζουμε να απαντήσουμε σε ερωτήματα όπως: Υπάρχει στον ελληνισμό μία αντίληψη διαφορετική από αυτή που συναντούμε αρχικά στη Δύση και κατόπιν σε όλο τον σύγχρονο κόσμο, όπου ο Άνθρωπος και ο Κόσμος, ο Άνθρωπος και η Φύση, είναι δύο μεγέθη διαφορετικά και ανταγωνιστικά; Η συνεργασία των βαλκανικών λαών για την απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία ήταν μια παροδική πολιτική συμμαχία, που επρόκειτο μοιραία να τη διαδεχθεί η διαμάχη των εθνικισμών; Υπάρχει μια πνευματική ατμόσφαιρα, που μαζί με γεωπολιτικούς παράγοντες ευνοεί τη βαλκανική συνεργασία, ώστε να τη θεωρήσουμε, εντέλει, ως ένα «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»; Ο κοινοτισμός και ο συνεργατισμός, που με διάφορες μορφές αναπτύχθηκαν στην ορθόδοξη Ανατολή (από την Ελλάδα μέχρι τη Ρωσία) αποτελεί μια γεωοικονομική αποκλειστικά αναγκαιότητα ή ευνοήθηκε και από άλλους παράγοντες -όπως είναι η θρησκεία- που κομίζουν με έναν βαθύ, συνεχή, επίμονο και υποδόριο τρόπο, αξίες; Γιατί η Βαλκανική Συνεργασία ενδιέφερε ανθρώπους που είχαν τόσο διαφορετικές κατά τα άλλα κοσμοθεωρίες, όπως ο Π. Κανελλόπουλος, ο Γ. Κορδάτος και ο Ν. Ζαχαριάδης;
Με τέτοια ερωτήματα ξεκινήσαμε αυτό το νοερό, στοχαστικό ταξίδι, όπου οι προσωπικές αγωνίες και εμπειρίες προσπαθούν να συναντηθούν με τις αντίστοιχες της εθνικής και κοινωνικής μας συλλογικότητας. Είχαμε πλοηγούς κάποιους που, σαν τον Νίτσε, αποθεμελίωσαν τον εργαλειακό ορθολογισμό και τα κλειστά συστήματα σκέψης, αλλά και τον Κ. Καραβίδα, τον Ι. Δραγούμη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νικηφόρο Βρεττάκο. Στις σελίδες που ακολουθούν, η θεματολογία μας δεν αποσκοπεί να εξαντλήσει το παλίμψηστο του νεότερου ελληνισμού, ούτε να χαρτογραφήσει εξαντλητικά όλα τα ιδεολογικά ρεύματα ή τις αισθητικές αντιλήψεις που έκαναν εμφανή την παρουσία τους, αλλά να επισημάνουμε ορισμένους ουσιώδεις κατά τεκμήριο όρους του.
Με αυτόν τον τρόπο θεωρούμε ότι η ρωμιοσύνη, ο ελληνισμός, ο «Άη Λαός», ο απροσκύνητος χαρακτήρας του, τα πάθη και οι αντιφάσεις του, απεικονίζονται εξίσου σε ένα ποίημα του Ρίτσου και σε έναν πίνακα του Τσαρούχη με θέμα το ζεϊμπέκικο. Ο Γ. Θεοτοκάς, ο Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Τζούλιο Καΐμη, ο Μ. Καραγάτσης αποτελούν μέλη της εξαίσιας παρέας που ονομάστηκε «γενιά του ’30». Κινήθηκαν με άνεση ανάμεσα στην τζαζ και το ζεϊμπέκικο, τον Θεόφιλο και τον Ματίς, τον Ντοστογιέφσκι και τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγκιόζη και τον Πικάσο, την αρχιτεκτονική του Αιγαίου και τον Λε Κορμπιζιέ, δηλαδή ανάμεσα στα γνήσια και αυθεντικά στοιχεία του νέου ελληνισμού και το άνοιγμα στις πιο προωθημένες αναζητήσεις του «μοντέρνου» κόσμου, όπως ήταν ο σουρεαλισμός. Η μελέτη της σκέψης τους είναι οδηγός και πολύτιμη μαρτυρία.
Ο Ι. Συκουτρής, ο εξαιρετικός φιλόλογος και στοχαστής, που δεν μπόρεσε να ανθέξει στα εμπόδια που του έθεσε η κυρίαρχη θλιβερή πανεπιστημιακή μετριότητα της εποχής του και το πλήρωσε στο τέλος με την ίδια τη ζωή του, μετεώρισε τη σκέψη του ανάμεσα στον πλατωνικό ιδεαλισμό και την «πολυθεΐα των αξιών».
Το ποίημα του Γ. Ρίτσου Αποχαιρετισμός, αποτελεί μια αναφορά στον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου, αλλά και έναν ύμνο στο «παλικάρι» που, αν και ερωτευμένο με τη ζωή, προτιμά τον αξιοπρεπή, τον αγέρωχο θάνατο, από μια ζωή χωρίς ντροπή, χωρίς σεβασμό.
Ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), ο διεθνιστής επαναστάτης, ο γνήσιος πατριώτης, εναρμονίζει τα αιτήματα της άμεσης δημοκρατίας, του κοινοτισμού και του συνεργατισμού με το Ιερό.
Ο Σ. Ράμφος, ξεκινώντας από μια μαρξιστική νεότητα, όδευσε σε όλα τα πιθανά πνευματικά ρεύματα για να καταλήξει, στα ύστερά του, ενθουσιώδης υμνητής του αμερικανισμού και του δυτικού παραδείγματος. Από αυτή την πλευρά θυμίζει τον Τ. Νέγκρι που από την αυτονομία, τον εργατισμό και μια ριζοσπαστική επανερμηνεία του μαρξισμού, εμφανίζεται στα τελευταία του κείμενα θαυμαστής της Αυτοκρατορίας.
Ο Ν. Δήμου, ένας ευπώλητος συγγραφέας, που επιτίθεται κατά του λεγόμενου νεοελληνικού ανορθολογισμού, εγκλωβίζεται τελικά στις αντιφάσεις της σκέψης του και στις έντεχνες αποσιωπήσεις του. Θαυμαστής του Ελύτη και του Π. Γιαννόπουλου, αποδεικνύεται ότι σε πολλά θεμελιώδη και κρίσιμα θέματα, όπως η πολιτιστική θέση του νεότερου ελληνισμού, έχει παρεμφερείς απόψεις με εκείνους που θεωρεί αντιπάλους του, δηλαδή τους «νεο-ορθόδοξους».
Η σφριγηλότητα, η πολυμέρεια, η λογική συνέπεια και η ευρύτητα του στοχασμού του Παναγιώτη Κονδύλη, όπως και η ακρίβεια και η τελειότητα της γλώσσας του, αποτελούν μία εξαίρεση και μια ηχηρή αντίθεση στην κυρίαρχη στη χώρα μας σκέψη. Έχοντας αφομοιώσει με κριτικό και γόνιμο τρόπο όλο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό (και μάλιστα στην πρωτότυπη μορφή του, αφού γνώριζε άριστα παραπάνω από πέντε ευρωπαϊκές γλώσσες), παρήγαγε, στη σύντομη ζωή του, μίας τέτοιας ποιότητας και έκτασης έργο που στη χώρα μας έχει πολύ λίγο αποτιμηθεί, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι αντικείμενο συνεχούς και προσεκτικής μελέτης. Όση βαθιά πολιτική και θεωρητική σκέψη δεν μπόρεσαν να παράξουν οι διάφοροι πανεπιστημιακοί, που τράφηκαν πλουσιοπάροχα στο πρυτανείο των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων και τα βαρύγδουπα ιδρύματα διαμόρφωσης της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής, που χρηματοδοτούνται αφειδώς από το ελληνικό κράτος και από μη κυβερνητικές οργανώσεις του εξωτερικού, τη δημιούργησε ο Π. Κονδύλης, αυτός ο «επαΐων του περιθωρίου», όπως αποκαλούσε τον εαυτό του. Εδώ εξετάζουμε μόνο μια επιμέρους αλλά κρίσιμη πλευρά της σκέψης του: Η Ευρώπη, διατείνεται, θα πρέπει να μετακινηθεί αναγκαστικά, από τον Ευρωαντλαντισμό στην Ευρασία.
Όπως και όλο το υπόλοιπο έργο του χαρακτηρίζεται από αξιολογική ουδετερότητα, σαφή διάκριση του Είναι και του Δέοντος, ρεαλισμό, ορθολογική περιγραφή του πραγματικού. Ο Θουκυδίδης είναι ένας τόσο παλιός, αλλά και τόσο σύγχρονος στοχαστής μας. Έδειξε, πολύ νωρίτερα και πολύ πληρέστερα από άλλους μεταγενέστερους στοχαστές, ότι ο άνθρωπος, όσο κι αν περνούν τα χρόνια και αλλάζουν οι εποχές, διατηρεί ως αναλλοίωτη ανθρωπολογική σταθερά την επιθυμία για Ισχύ. Με στόχο την επαύξησή της δημιουργεί συμμαχίες και αντιπαλότητες, φιλίες και εχθρότητες, δηλαδή μετέχει της πολιτικής. Με αυτή την οπτική οι αξίες, οι ιδέες, οι θρησκείες υπάρχουν και παίζουν έναν διόλου ευκαταφρόνητο ρόλο, που όμως δεσμεύεται από άλλες υπέρτερες στοχοθεσίες ώστε: Για έναν τύραννο ή για μια πολιτεία που ασκεί ηγεμονία τίποτε δεν είναι παράλογο αν είναι συμφέρον, τίποτε δεν είναι οικείο αν δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Ανάλογα με τις περιστάσεις, πρέπει να συμπεριφέρεται σαν φίλος ή σαν εχθρός. Και εκείνο που μας συμφέρει εδώ δεν είναι να βλάψουμε τους φίλους μας, είναι να γίνουν ανίσχυροι οι εχθροί μας, επειδή οι φίλοι μας θα είναι δυνατοί"
Σπύρος Κουτρούλης
Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά...
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα...
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θάλασσα του πρωιού
Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής

