t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι : Ένα έργο ζωγραφικής κι ένα δίηγημα...

Συγγραφείς & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Κόκκινα καράβια ΙΙ, λάδι σε καμβά

Ένα έργο ζωγραφικής στα χρώματα του καλοκαιριού...

Η ζέστη συνεχίζει, σχεδόν ακαταπόνητη, παρ' όλο που έχει κάπως πέσει σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες...

Τα νέα που μας έρχονται, εκ του εσωτερικού & εξωτερικού, από το κακό στο χειρότερο...

Μέσα σ' όλα, η νύχτα της 21ης Ιουνίου θα είναι η μικρότερη του έτους...

Στο βορρά γιορτάζουν τις λευκές νύχτες προσπαθώντας να ξορκίσουν το κακό ή το σκότος...

Κι εμείς λέμε να ξεφύγουμε με μια δόση εξωτισμού ή καλύτερα επιστημονικής φαντασίας...

Ένα διήγημα από τον κλασικό μετρ του είδους...

Ισαάκ Ασίμωφ

Χρονογάτα

Αυτή την ιστορία μου την είπε ο γέρο Μακ εδώ και πάρα πολύ καιρό, τότε που ζούσε σε μια καλύβα πέρα από το λόφο που αντίκριζα από το παλιό μου σπίτι. Ήταν αναζητητής μεταλλευμάτων στους Αστεροειδείς, στη διάρκεια της Εξόρμησης του '37 και περνούσε τον καιρό του ταΐζοντας τις εφτά γάτες του.
Τι σας κάνει ν' αγαπάτε τόσο πολύ τις γάτες, κ. Μακ;» τον ρώτησα.
Ο γέρο μεταλλωρύχος με κοίταξε κι έξυσε το πηγούνι.
Να», μου αποκρίθηκε, «μου θυμίζουν τα ζωάκια μου στη Παλλάδα. Ήταν κάτι σαν γάτες -ίδιο κεφάλι, κάπως- τα πιο έξυπνα ζωάκια που είδες ποτέ. Νεκρά όλα
Λυπήθηκα και του το είπα. Ο Μακ αναστέναξε βαθιά.
Τα πιο έξυπνα ζωάκια», ξανάπε. «Ήταν τετραδιάστατα γατάκια».
Τετραδιάστατα, κ. Μακ; Αλλά η τέταρτη διάσταση είναι ο χρόνος». Το είχα μάθει αυτό την προηγούμενη χρονιά στη τρίτη τάξη.
Ώστε πηγαίνεις στο σχολείο, ε;» Έβγαλε τη πίπα του και τη γέμισεν αργά. «Βέβαια, η τέταρτη διάσταση είναι ο χρόνος. Αυτές οι γατούλες ήταν κάπου ένα πόδι μακριές, είχαν ύψος έξι ίντσες, πλάτος τέσσερις ίντσες κι απλώνονταν κάπου στα μέσα της επόμενης βδομάδας. Αυτό δεν είναι τετραδιάστατο; Φαντάσου, αν τους χάιδευες το κεφάλι, μπορεί και να μη κούναγαν την ουρά τους παρά την άλλη μέρα. Μερικές από τις μεγάλες τη κούναγαν τη παράλλη. Γεγονός
Τον κοίταξα δύσπιστα, αλλά δεν έβγαλα λέξη. Ο Μακ συνέχισε:
«Υπήρχαν και τα καλύτερα μαντρόσκυλα σε όλη την πλάση. Έπρεπε. 'Ακου να δεις, όταν μυρίζονταν κανένα κλέφτη ή κανένα ύποπτο, ούρλιαζαν σαν νεράιδες του θανάτου. Κι όταν ένα σκυλί έβλεπε ένα κλέφτη σήμερα, θα γαύγιζε χθες, γι' αυτό είχαμε φύλακα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο».
Το στόμα μου κρεμάστηκε.
Αλήθεια; »
Να μη σώσω! Θες να μάθεις πως τα ταίζαμε; Τα περιμέναμε να πάνε για ύπνο, κατάλαβες και τότε ξέραμε ότι ήταν απασχολημένα να χωνεύουν το φαγητό τους. Αυτές οι μικρές χρονογατούλες χώνευαν πάντα το φαγητό τους ακριβώς τρεις ώρες πριν το φάνε, επειδή το στομάχι τους απλωνόταν τόσο προς τα πίσω μέσα στο χρόνο. Έτσι όταν πήγαιναν να κοιμηθούν, κοιτάζαμε κι εμείς την ώρα, ετοιμάζαμε το φαγητό τους και τους το δίναμε ακριβώς τρεις ώρες αργότερα».
Είχε ανάψει την πίπα του κι άφηνε τούφες καπνού. Κούνησε αργά το κεφάλι του, γεμάτος θλίψη.
«Κι όμως, μια φορά έκανα λάθος. Καημένε κούτσικε χρονογατούλη. Τονε λέγανε Τζοε και μπορώ να σου πω ήταν ο αγαπημένος μου. Ένα πρωί έπεσε να κοιμηθεί στις εννιά και δε ξέρω πως μου καρφώθηκε η ιδέα πως ήταν οκτώ. Φυσικά, του 'φερα το φαγητό του στις έντεκα. Έψαξα ολούθε να τονε βρω, αλλά δε μπόρεσα».
Τι είχε γίνει, κ. Μακ
Να, δε μπορείς να έχεις απαίτηση από το στομάχι μιας χρονό-γατας να τα φέρει βόλτα με το πρόγευμά της μόνο δυο ώρες από τη χώνεψή του. Είναι πάρα πολύ για να περιμένει κανείς να γίνει. Τελικά τονε βρήκα κάτω από την εργαλειοθήκη στο εξωτερικό υπόστεγο. Είχε σουρθεί μέχρι εκεί και πέθανε από δυσπεψία μια ώρα πριν. Κακόμοιρο ζωάκι! Μετά απ' αυτό, έβαζα πάντα το ξυπνητήρι κι έτσι δε ξανάκανα τέτοιο λάθος».
Έπεσε μια σύντομη, θλιβερή σιωπή και σε λίγο ξανάπιασα τη κουβέντα με ψίθυρο γεμάτο σεβασμό:
Είπατε πριν ότι πέθαναν όλα. Μ' αυτό τον τρόπο σκοτώθηκαν
Ο Μακ κούνησε σοβαρά το κεφάλι.
Όχι! Αρπάζανε συχνά κρύωμα από μας και πέθαιναν έτσι δα, πότε μια βδομάδα, πότε δέκα μέρες πριν το αρπάξουν. Για να καταλάβεις, δεν ήταν και πάρα πολλές κι ένα χρόνο μετά που οι μεταλλωρύχοι έφτασαν στη Παλλάδα δεν είχαν απομείνει παρά καμιά δεκαριά κι αυτές οι δέκα κάπως αδύνατες κι αρρωστιάρες. Ο μπελάς ήταν, φιλαράκο μου, που όταν πέθαναν, έγιναν όλες κομμάτια σαπίσανε στα γρήγορα. Ιδίως εκείνο το τετραδιάστατο μαραφέτι που είχαν στα μυαλά τους μέσα και τα 'κανε να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που σου 'πα. Μας κόστισεν εκατομμύρια δολάρια».
Πως αυτό, κ. Μακ
Βλέπεις μερικοί επιστήμονες στη Γη μυρίστηκαν τις χρονόγατες μας κι ήξεραν ότι όλες θα πέθαιναν πριν οι ίδιοι μπορέσουν να φτάσουν εκεί στην επόμενη συζυγία. Γι' αυτό πρόσφεραν σ' όλους μας, από ένα εκατομμύριο δολάρια για κάθε χρονόγατα που θα διατηρούσαμε γι' αυτούς».
Τα καταφέρατε
Εμείς προσπαθήσαμε, αλλά αυτές δε λέγανε να σωθούν. Όταν πέθαναν δεν αξίζανε πια φράγκο κι έπρεπε να τις θάψουμε. Δοκιμάσαμε να τις στοιβάσουμε μέσα σε πάγο, αλλά μ' αυτό τον τρόπο κρατούσαμε σε καλή κατάσταση μόνο το εξωτερικό μέρος. Το μέσα ήταν μια φρικτή ανακατωσούρα και το μέσα ήταν αυτό που ήθελαν οι επιστήμονες. Φυσικά, δε μας άρεσε να χάνουμε ένα εκατομμύριο δολάρια με κάθε χρονόγατα που πέθαινε. Κάποιος από μας σκέφτηκε πως αν βάζαμε μια χρονόγατα μέσα σε καφτό νερό όταν ήταν να πεθάνει, το νερό θα τη μούσκευε ως μέσα για τα καλά. Μετά, όταν πέθαινε, θα παγώναμε το νερό έτσι που θα γινόταν ένα στερεό κομμάτι πάγου και πια θα διατηριόταν».
Το σαγόνι μου είχε κρεμάσει.
Και πέτυχε
Προσπαθήσαμε, κι αν δε προσπαθήσαμε, γιε μου, αλλά δε μπορούσαμε να παγώσουμε το νερό όσο γρήγορα έπρεπε. Την ώρα που το είχαμε κάνει πάγο, το τετραδιάστατο μαραφέτι στον εγκέφαλο μιας χρονόγατας είχε σαπίσει. Παγώναμε το νερό όλο και πιο γρήγορα αλλά δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Τελικά, μας είχε απομείνει μόνο μια χρονόγατα κι ήταν έτοιμη να πεθάνει κι αυτή. Ήμασταν απελπισμένοι και τότε ένας από τους φίλους σκέφτηκε κάτι. Σκαρφίστηκε μια μπερδεμένη μηχανή που θα πάγωνε όλο το νερό στο πι και φι, σε κλάσμα δευτερολέπτου. Πήραμε τη τελευταία χρονόγατούλα και τη βάλαμε στο ζεστό νερό και τη κρεμάσαμε στη μηχανή. Η καημένη, μας έριξε μια τελευταία ματιά, έβγαλε έναν παράξενο ήχο και πέθανε. Πατήσαμε το κουμπί και παγώσαμε τα πάντα φτιάχνοντας ένα στέρεο κομμάτι μέσα σ' ένα τέταρτο του δευτερολέπτου». Εδώ ο Μακ έβγαλε έναν στεναγμό που πρέπει να ζύγιζε ένα τόνο. «Αλλά δε βγήκε τίποτα. Η χρονόγατα χάλασε μέσα σε δεκαπέντε λεπτά κι έτσι χάσαμε το τελευταίο εκατομμύριο».
Κράτησα την ανάσα μου.
Μα, κ. Μακ, μόλις είπατε ότι παγώσατε τη χρονόγατα σ' ένα τέταρτο του δευτερολέπτου. Δεν έμεινε καιρός για να χαλάσει».
Ακριβώς αυτό ήτανε, φιλαράκο μου», έκανε βαριά. «Το κάναμε πάρα πολύ γρήγορα, που να πάρει ο διάβολος. Η χρονόγατα δε διατηρήθηκε γιατί παγώσαμε το ζεστό νερό τόσο διαολεμένα γρήγορα, που ο πάγος ήταν ακόμα ζεστός

----------------

μετάφραση, Σπάρτη Γεροδήμου

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: τα νετρίνα, η ύπαρξη και η αναυπαρξία...

Επιστήμες & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Κόκκινα καράβια Ι, λάδι σε καμβά
(λεπτομέρεια)


Τελικά μάλλον μπορούμε να μαθουμε πως γλυτώσαμε την ανυπαρξία - την αλληλοεξουδετέρωση υλης και αντι-ύλης - μέσα από τελευταία πειράματα...

Γλυτώσαμε την ανυπαρξία και περιλουστήκαμε την ύπαρξη πριν από δισεκατομμύρια έτη φωτός με τα γνωστά σε όλους μας αποτελέσματα...

Ιδού - κατά τα φαινόμενα - η εκκίνηση της ευλογίας ή της κατάρας...

Τα αντι-νετρίνα και το πείραμα ΜΙΝΟΣ

Άρθρο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, 17-6-2010

Τα νετρίνα, αυτά τα υποατομικά σωματίδια-χαμαιλέοντες, είναι διάσημα στην κοινότητα των φυσικών για την μοναδική ικανότητά τους να «μεταμορφώνονται» από το ένα είδος σωματιδίου σε άλλο. Τώρα, νέες έρευνες, στο πλαίσιο του πειράματος MINOS του εργαστηρίου-επιταχυντή Fermilab των ΗΠΑ, με το οποίο συνεργάζονται επιστήμονες από την Ελλάδα, ίσως δείχνουν το δρόμο για μια «νέα φυσική» και μπορεί να ρίξουν φως στο γιατί το σύμπαν φαίνεται να αποτελείται μόνο από ύλη και όχι αντιύλη.

Η σημαντική επιστημονική ανακοίνωση για τη διαφορά στις μετρήσεις νετρίνων-αντινετρίνων έγινε ταυτόχρονα στο Fermilab και στην Αθήνα, όπου διεξάγεται η 14η Διεθνής Συνδιάσκεψη για την Φυσική των Νετρίνων και την Αστροφυσική (Neutrino 2010, 14-19 Ιουνίου), στο Μέγαρο Μουσικής, στην οποία παρουσιάζονται οι τελευταίες διεθνείς εξελίξεις στην έρευνα για τα νετρίνα.

Οι φυσικοί του πειράματος MINOS (Main Injector Neutrino Oscillation Search), που διεξάγεται στον επιταχυντή Fermilab του Ιλινόις, σύμφωνα με το New Scientist, στο πλαίσιο μελέτης του φαινομένου της «ταλάντωσης» των νετρίνων, έκαναν για πρώτη φορά διεθνώς μια σημαντική ανακάλυψη, καθώς βρήκαν μια απόκλιση ανάμεσα στα νετρίνα και στα αντι-νετρίνα, η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση το σημερινό «Καθιερωμένο Μοντέλο» σωματιδιακής φυσικής.

Τα νετρίνα (ύλη) και τα αντι-νετρίνα (αντιύλη) «ταλαντώνονται» (δηλαδή «μεταλλάσσονται") ανάμεσα σε τρεις τύπους με διαφορετική μάζα: ηλεκτρόνια, ταυ και μυόνια. Στο πλαίσιο του πειράματος MINOS, μυονικά νετρίνα και μυονικά αντινετρίνα στέλνονται μέσω ακτινών σε δύο ανιχνευτές υποατομικών σωματιδίων: ο ένας είναι κοντινός και βρίσκεται μέσα στο ίδιο το Fermilab και ο άλλος είναι μακρινός και απέχει 735 χλμ., ευρισκόμενος μέσα σε ένα ορυχείο στα έγκατα της Μινεσότα.

Οι φυσικοί ανέμεναν -με βάση την θεωρία- ένα δεδομένο έλλειμμα μυονικών νετρίνων και αντινετρίνων, όταν θα έφταναν στον προορισμό τους, σε σχέση με αυτά που ξεκίνησαν από την πηγή εκπομπής τους. Το νέο όμως απρόσμενο δεδομένο, που προέκυψε με το πείραμα του MINOS, είναι ότι οι φυσικοί δεν μέτρησαν το έλλειμμα σωματιδίων που περίμεναν να δουν με βάση την κυρίαρχη θεωρία. Αντίθετα, μετρώντας τις «ταλαντώσεις» των νετρίνων και αντινετρίνων, διαπίστωσαν μια απόκλιση μεγαλύτερη κατά 40% (καθόλου αμελητέα δηλαδή) στα αντινετρίνα σε σχέση με τα νετρίνα.

Η εκπρόσωπος της ερευνητικής κοινοπραξίας MINOS Τζένι Τόμας του University College του Λονδίνου, ανέφερε ότι τα στοιχεία είναι προσωρινά και δεν μπορεί ακόμα να αποκλειστεί η περίπτωση στατιστικού σφάλματος (υπάρχει ακόμα 5% πιθανότητα τέτοιου λάθους, που αναμένεται να εξαλειφθεί με νέες μετρήσεις). Αν όμως αποδειχτεί όντως αυτή η απόκλιση και στις επόμενες μετρήσεις μεταξύ νετρίνων και αντινετρίνων, τότε ίσως θα βοηθήσει τους επιστήμονες να λύσουν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του σύμπαντος: γιατί ενώ η ύλη και η αντιύλη ξεκίνησαν σε ίσες ποσότητες στο αρχικό «Μπιγκ Μπανγκ», στην συνέχεια επικράτησε μια ανισορροπία και η ύλη …πήρε το πάνω χέρι (γι' αυτό άλλωστε σήμερα υπάρχουμε, αντί η ύλη και η αντι-ύλη να έχουν αλληλοεξουδετερωθεί μέσα στην ανυπαρξία).

Η διαφορά μέτρησης μπορεί να οφείλεται στο διαφορετικό τρόπο που «ταλαντώνονται» τα νετρίνα σε σχέση με τα αντινετρίνα. Εναλλακτικά, μπορεί τα αντινετρίνα, μέχρι να διασχίσουν -μέσα σε μόλις 2,5 χιλιοστά του δευτερολέπτου!- τα 735 χλμ. για να φθάσουν στον προορισμό τους (η απόσταση «πομπού"-"δέκτη» μεταξύ Fermilab-Μινεσότα) μπορεί να αλληλεπιδρούν με την μεσολαβούσα ύλη με κάποιον άγνωστο μέχρι σήμερα τρόπο.

«Αν το εύρημα αποδειχτεί πραγματικό, τότε δείχνει προς μια μη αναμενόμενη Φυσική. Θα πρόκειται για κάτι καινούριο, που δεν καταλαβαίνουμε», δήλωσε η Τόμας. Ο Αντόνιο Ερεντιτάτο, του πανεπιστημίου της Βέρνης στην Ελβετία, ο οποίος είναι εκπρόσωπος του πειράματος νετρίνων OPERA στην Ιταλία, δήλωσε κι αυτός ότι «πρόκειται για μια ακόμη απόδειξη πως η φυσική των νετρίνων αποτελεί προνομιακο εργαλείο για το άνοιγμα του δρόμου προς μια Νέα Φυσική», αν και πρόσθεσε ότι πρέπει πρώτα να επιβεβαιωθεί ότι δεν πρόκειται για στατιστικό λάθος.

Στο πείραμα MINOS συμμετέχουν πάνω από 140 επιστήμονες, μηχανικοί, τεχνικοί και φοιτητές από 30 ερευνητικούς φορείς και πανεπιστήμια σε πέντε χώρες (ΗΠΑ, Βρετανία, Ελλάδα, Βραζιλία, Πολωνία). Από ελληνικής πλευράς παίρνουν μέρος ερευνητές από το πανεπιστήμιο Αθηνών.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι: τα δέντρα αυτά τα σκοτεινά...

Ποίηση & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Μαύρα πέυκα, λάδι σε καμβά
(λεπτομέρεια)


είναι τα δέντρα αυτά τα σκοτεινά
τόσο αρχαία, τόσο κλειστά
που μήτε αύρα διαπερνά...

Ρόμπερτ Φροστ

Βαθιά Μέσα μου

Πεθυμιά μου -μια απ' όλες-
είναι τα δέντρα αυτά τα σκοτεινά
τόσο αρχαία, τόσο κλειστά
που μήτε αύρα διαπερνά

να μην ήταν όπως μοιάζουν,
-μοναδική της θλίψης μάσκα-,
μα να τέντωναν απλά τα κλώνια
πέρα ως την άκρη του πεπρωμένου.

Δε θα πρεπε να στέκω
έτσι εγκλωβισμένος, μα μια μέρα,
πέρα να ξεκόψω μακριά,
στην απεραντοσύνη τους να χαθώ

χωρίς φόβο μη τάχα δε βρω
διάπλατον ορίζοντα ή λεωφόρους,
που τις διασχίζουν αργοί τροχοί
αφήνοντας τα χνάρια τους στη σκόνη.

Γιατί θα πρέπει να γυρίσω κάποτε;
Γιατί να θεν με βιάση να με προσπεράσουν;
Δε βλέπω ποιανού λείπω
και ποιος ακόμα μου μεινε αγαπητός.

Δε θα με βρίσκαν αλλαγμένο
απ' αυτό που ξέραν κάποτε
Μόνο πιο σίγουρο
για όσα πιστεύω αληθινά.


Robert Frost (1874-1963)

Η Ξεκλείδωτη Πόρτα

Περάσανε χρόνια πολλά,
κι επιτέλους ακούστηκε χτύπος.
Να 'ταν η πόρτα μου μήπως
που την είχα χωρίς κλειδωνιά;

Έσβησα αμέσως το φως
στ' ακροδάχτυλα πατώντας
και για τη πόρτα κινώντας
σε προσευχή τα χέρια μου σήκωσα μπρος.

Αλλά ο χτύπος ακούστηκε πάλι
Το παράθυρό μου ήταν φαρδύ:
δρασκέλισα λοιπόν το περβάζι
κι έξω βγήκα πηδώντας στη γη

Κρυμμένος πίσω απ' το περβάζι
Περάστε, ψέλλισα δειλά,
σ' όποιον το χτύπημα της πόρτας
όφειλα, κει στα σκοτεινά

Έτσι μ' αυτό το χτύπημα,
στον κόσμο πήγα να κρυφτώ.
Άδειασα το κλουβί μου
σύγκαιρα, να 'βρω τον άλλο μ' εαυτό...

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Δεν αντιλάμβανόμαστε σχεδόν ποτέ την αλήθεια των πραγμάτων, μα τις εικόνες τους...

Σκέψεις & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Σε κόκκινο φόντο, λάδι σε καμβά

Περιηγητής, ακούραστος ταξιδιώτης, ερευνητής...

Παράλληλα, βαθύς στοχαστής γύρω από τα ανθρώπινα...

Μια γνήσια ρομαντική, καλλιτεχνική και επαναστατική φύση...

Σατωμπριάν
Σκέψεις και Αφορισμοί
(αποσπάσματα)

Περί του ανθρώπου

60

Είναι στιγμές όπου το πεπρωμένο μας, είτε επειδή υποχωρεί στην κοινωνία είτε επειδή υπακούει στη φύση είτε επειδή ήρθε η ώρα να μας κάνει αυτό που οφείλουμε να παραμείνουμε, απομακρύνεται αιφνίδια από την αρχική πορεία του, όπως ένα ποτάμι που αλλάζει τη ροή του εξαιτίας μιας ξαφνικής καμπής.

62

Κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του έναν κόσμο, μια σύνθεση όλων όσων έχει και αγαπήσει, κι εκεί επιστρέφει ακατάπαυστα, ακόμα κι όταν διασχίζει και φαίνεται να κατοικεί έναν άλλο κόσμο, ξένο.

64

Η αβέβαιότητα του μέλλοντός σας πρόσδίδει στα αντικέιμενα την αληθινή αξία τους: και η γη, αν την κοιτάξετε από το μέσον της φουρτουνιασμένης θάλασσας, μοιάζει με τη ζωή όπως τη βλέπει κάποιος που βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου.

66

Δεν αντιλάμβανόμαστε σχεδόν ποτέ την αλήθεια των πραγμάτων, μα τις εικόνες τους έτσι όπως παραμορφωμένες αντανακλώνται από τις επιθυμίες μας. Και οι μέρες μας περνούν, σχεδόν όπως οι μέρες κάποιου που, ατη δική μας νεφελώδη ζώνη, θα έβλεπετον ουρανό μόνον μέσα από κείνα τα χρωματισμένα τζάμια που εξαπατούν το μάτι, προσφέροντάς του τη γλυκύτητα ενός πιο ήπιου κλίματος.

67

Οι άνθρωποι βλέπουν συχνά το λάθος σαν αλήθεια, διότι κάθε ιδιότητα του πνεύματος ή της καρδιάς έχει το ανεστραμμένο είδωλό της: η ψυχρότητα μοιάζει στην αρετή, το σκέπτεσθει στη λογική, η κενότητα στο βάθος. Και ούτω καθεξής.


François-René de Chateaubriand (1768-1848)

70

Εξαπατήστε με καλά κι εγώ δεν θά 'χω από εσάς καμία άλλη απαίτηση: γιατί τιάλλο είναι τάχα η ζωή αν όχι ένα ψέμα;

72

Οι άνθρωποι πλανιούνται σχεδόν πάντα σχετικά με το συμφέρον τους, κινούμενοι άλλοτε από τη σύνεση κι άλλοτε από το πάθος.

77

Κάθε μου μέρα είναι κι ένας αποχαιρετισμός.

78

Ας μη διεκδικούμε από κανέναν άνθρωπο τα βάσανά του. Γιατί οι πίκρες είναι όπως κι οι πατρίδες, καθένας έχει τη δική του.

81

Όλα έχουν φθαρεί στις μέρες μας, ακόμα και η δυστυχία.

88

Γιατί ο Άγις δολοφονήθηκε στη Σπάρτη; Γιατί ο Διονύσιος εκδιώχτηκε από τις Συρακούσες; Γιατί ο Θρασύβουλος περιπλανήθηκε μακριά από την Αθήνα, την πατρίδα του; Γιατί, και ούτω καθεξής; Γιατί στη Σπάρτη, στις Συρακούσες και στην Αθήνα, υπήρχαν άνθρωποι, και η καρδιά αυτού του ακατανόητου διπόδου προσφέρει την εξήγηση για όλα.

92

Κάθε έγκλημα εμπεριέχει μία ριζική ανικανότητα και ένα σπόρο δυστυχίας: ας πράττουμε λοιπόν το καλό για να είμαστε ευτυχείς, κι ας είμαστε δίκαιοι για να είμαστε ικανοί.

103

Δεν παρακολουθώ ποτέ μια βάπτιση ή ένα γάμο δίχως ένα πικρό χαμόγελο, δίχως να νιώσω ένα σφίξιμο στην καρδιά. Μετά τη δυστυχία τού να γεννηθείς, δεν γνωρίζω άλλη μεγαλύτερη από το να φέρνεις έναν άνθρωπο στον κόσμο.

107

Και η ψυχή μου, τι ήταν; Μια ασήμαντη οδύνη που εξατμίστηκε και αναμείχθεικε με τους ανέμους;

108

Σε κάθε βήμα της ζω'ης, ανοίγονται μπροστά μας χιλιάδες τόποι μακρινοί, χιλιάδες διαφορετικές μορφές του μέλλοντος. Κι όμως θα αγγίξετε έναν μόνον ορίζοντα. Θα σπεύσετε προς ένα μόνο αύριο.

109

Καθίστε στον κορμό του πεσμένου δέντρο στα τρίσβαθα του δάσους: κι αν μέσα στου εαυτού σας τη βαθιά λησμονιά, μες στην ακινησία σας, μέσα στη σιωπή σας, δεν συναντήσετε το άπειρο, θα είναι εξίσου ανώφελη και η περιπλάνησή σας στις ακροποταμιές του Γάγγη.

(μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου, Ολκός)

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: Γυρεύει τη σωστή θωριά του και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο...

Ποιητές & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Γύρευε να 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν...

Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
Σκόρπιο Αίμα

Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε να 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ' όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.
Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ' ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.
Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να 'ν' τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.
Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.

(Η απόδοση-μετάφραση είναι του Νίκου Γκάτσου)

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι : όσοι εξακολουθούν να νοιάζονται για το Ελληνικό τοπίο...

Ελληνικό τοπίο & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ύδρα I, λάδι σε καμβά

Για όσους ενδιαφέρονται κι εξακολουθούν να νοιάζονται για το Ελληνικό τοπίο, ακόμη και με γνώμονα τη ζωγραφική του εκδοχή...

Αφιερώνεται αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου, ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ - Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ...

Τα πολλά λόγια περιττεύουν...

Απλά ας αναλογιστούμε, αν μας έχει απομείνει κάποιο ίχνος σκέψης σ' αυτή τη χώρα, αν διαθέτουμε, από τον τελευταίο πολίτη μέχρι τους πολιτικούς, ελαχίστη ισχύ και αντίσταση...

Καλό θα ήταν επίσης, να ρίξουμε και καμμιά ματιά στη ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ του Παναγιώτη Κονδύλη, ιδιαίτερα στο επίμετρο με τίτλο "Γεωπολιτικές και στρατιωτικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου"...

Ακολουθεί το εν λόγω απόσπασμα:

-----------------

«Το Αιγαίο αποτελεί τον σημαντικότερο θαλάσσιο κόμβο της ευρασιατικής ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά - Νότου... Αυτή η θάλασσα - πέρασμα κατέχει μια προσδιοριστική θέση μοναδική στη γεωπολιτική, γεωστρατηγική, γεωοικονομική, γεωπολιτισμική (διεθνή) αλληλεπίδραση... Εχει μια πρώτης τάξεως στρατηγική σημασία όχι μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και για τις παράκτιες χώρες του Εύξεινου Πόντου και για όλες τις παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις που έχουν ανάγκη ενός μεταφορικού και εμπορικού κόμβου... Η Κύπρος, που κατέχει παγκοσμίως κεντρική (γεωστρατηγική) θέση, βρίσκεται, μαζί με την Κρήτη, πάνω σε άξονα όπου τέμνονται (τεράστιας γεωοικονομικής και στρατηγικής σημασίας) θαλάσσιες οδοί... Μια χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατό να έχει αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί στο διεθνές πεδίο... Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ανοιχτό ένα Κυπριακό Ζήτημα».

-----------------

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: ας ορίσουμε την ποίηση, την τέχνη, τον καλλιτέχνη...

Στοχασμοί & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Νεκρή φύση με μήλα, λάδι σε καμβά

Δύσκολο να ορίσεις την ποίηση...

Δύσκολο να ορίσεις την τέχνη...

Ιδιαίτερα στις μέρες μας η κουλτούρα της μαζικής δημοκρατίας έχει καταφέρει να συσκοτίσει απόλυτα αυτές τις έννοιες...

Η μαζική πληροφορία δεν κατάργησε μόνο τη γνώση και τη σοφία αλλά λεηλάτησε στην κυριολεξία την καλλιτεχνική δημιουργία ως διαδικασία και ως αποτέλεσμα...

Παραθέτουμε ένα ξεχωριστό κείμενο του Πωλ Βαλερύ για την καθαρή ποίηση, έτσι σαν πνευματική άσκηση. Ίσως μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε κάποιον πραγματικό ποιητή στην απολίτιστη κι απόλυτα αντιποιητική εποχή μας...


Πωλ Βαλερύ
Για την καθαρή ποίηση

Μιλώ για την καθαρή ποίηση, όπως ένας φυσικός μιλά για το καθαρό νερό. Θέλω να πω ότι το πρόβλημα είναι αν μπορούμε να συγκροτήσουμε ένα έργο καθαρής ποίησης με στοιχεία μη ποιητικά. Πίστευα και πιστεύω ακόμη ότι είναι ακατόρθωτο κι ότι η ποίηση παραμένει μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε αυτή την καθαρά ιδανική κατάσταση. Με δυο λόγια, ό,τι αποκαλούμε ποίημα, αποτελείται στην πράξη από κομμάτια καθαρής ποίησης, περικλεισμένα στο υλικό της ομιλίας: Ένας ωραιότατος στίχος είναι ένα πολύ καθαρό ποιητικό στοιχείο. Η κοινότοπη παρομοίωση του ωραίου στίχου μ΄ ένα διαμάντι μας δείχνει ότι το αίσθημα της ποιητικής καθαρότητας υπάρχει στη σκέψη όλων μας.

Η δυσκολία με τον όρο καθαρή ποίηση είναι ότι δημιουργεί την εντύπωση μιας ηθικής καθαρότητας, την οποία δεν ερευνούμε εδώ. αντίθετα, η ιδέα της ποίησης είναι, κατά τη γνώμη μου, μια ιδέα ουσιαστικά αναλυτική. Συμπερασματικά, η καθαρή ποίηση είναι ένα επινόημα που πηγάζει από την παρατήρηση και το οποίο πρέπει να μας βοηθεί στη διευκρίνιση της ποιητικής ιδέας γενικά και να μας οδηγεί στην τόσο δύσκολη και ενδιαφέρουσα μελέτη των διαφόρων και ποικιλόμορφων σχέσεων της γλώσσας και των συνέπειών της στους ανθρώπους. Θα ήταν ίσως προτιμότερο αντί καθαρή ποίηση να λέγαμε απόλυτη ποίηση, και θα έπρεπε τότε να την εννοούμε σαν αναζήτηση αποτελεσμάτων τα οποία προκύπτουν από τις σχέσεις των λέξεων ή μάλλον από την αλληλουχία των λεκτικών αντηχήσεων: πράγμα που συνοπτικά σημαίνει την εξερεύνηση όλου του χώρου της ευαισθησίας μας η οποία κυβερνάται από τη γλώσσα. Η εξερεύνηση μπορεί να γίνει ψηλαφητά. Συνήθως έτσι γίνεται στην πράξη. Κάποτε, όμως, μπορεί να συστηματοποιηθεί.

Προσπάθησα να διατυπώσω και να δώσω μια σαφή ιδέα του ποιητικού προβλήματος ή τουλάχιστον ό,τι θεωρώ ως την πιο σαφή ιδέα του. Είναι αξιοσημείωτο ότι σήμερα τα προβλήματα αυτά προκαλούν τόσο πλατιά περιέργεια. Ποτέ άλλοτε ένα τόσο ευρύ κοινό δεν έδειξε ενδιαφέρον, όπως φαίνεται, όχι μόνο για την ποίηση αλλά και την ποιητική θεωρία. Συμμετέχει στις συζητήσεις, παρακολουθεί πειραματισμούς που δεν περιορίζονται όπως άλλοτε σε πολύ κλειστές και ολιγάριθμες ομάδες από ερασιτέχνες και πειραματιστές. Αλλά είναι αξιοθαύμαστο να παρατηρούμε στην εποχή μας ακόμη και το πολύ κοινό να προσκολλάται με ενδιαφέρον, παθιασμένο κάποτε, σε παρόμοιες σχεδόν θεολογικές συζητήσεις. (Τι πιο θεολογικό απ’ το να συζητάς π.χ. , για την έμπνευση και την εργασία, την αξία της διαίσθησης σε σύγκριση με τη σημασία των ψιμυθίων της τέχνης. Όλα τούτα δεν θα μπορούσαν να συγκριθούν με το περίφημο θεολογικό πρόβλημα της Χάριτος και των πράξεων του ανθρώπου; Και υπάρχουν ακόμη ποιητικά προβλήματα, τα οποία αντιτάσσοντας τους καθορισμένους και σταθερούς κανόνες της παράδοσης στα άμεσα δεδομένα της προσωπικής εμπειρίας ή της εσωτερικής αίσθησης, βρίσκονται σε απόλυτη αναλογία με τα θεολογικά προβλήματα τα σχετικά με την προσωπική αίσθηση, την άμεση γνώση του θείου, τις διδασκαλίες των διαφόρων θρησκειών, τα κείμενα των Γραφών και τους δογματικούς τύπους…).

valery6667

Paul Valéry (1871-1945)

Έρχομαι στο θέμα μου με την αμετακίνητη πρόθεση ό,τι πω να είναι αυστηρή διαπίστωση κι αποτέλεσμα απλού συλλογισμού. Ας επανέλθουμε λοιπόν στην λέξη πόιηση, και πρώτα ας παρατηρήσουμε ότι η ωραία τούτη λέξη γεννά δύο διαφορετικά είδη εννοιών. Λέμε «ποίηση» και «μια ποίηση». Μιλούμε για ένα τοπίο, μια κατάσταση και κάποτε για ένα πρόσωπο, και τα χαρακτηρίζουμε ποιητικά. Μιλούμε επίσης για ποιητική τέχνη και λέμε «η τάδε ποίηση είναι ωραία». Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται προφανέστατα για κάποιο είδος συγκίνησης. Όλος ο κόσμος ξέρει την ειδική αυτή δόνηση: μπορεί να συγκριθεί με ό,τι αισθάνεται κανείς όταν, εξαιτίας ορισμένων καταστάσεων, εξάπτεται και γοητεύεται. Πρόκειται για κατάσταση εντελώς ανεξάρτητη από οποιοδήποτε συγκεκριμένο έργο, η οποία προκύπτει φυσικά και αυθόρμητα από κάποια εναρμόνιση ανάμεσα στην εσωτερική μας διάθεση, φυσική και ψυχική, και τις περιστάσεις πραγματικές ή ιδεατές, που μας εντυπωσιάζουν.

Απ’ την άλλη όμως, όταν λέμε ποιητική τέχνη ή όταν μιλούμε για κάποια ποίηση, εννοούμε προφανώς τα μέσα τα οποία προκαλούν μια κατάσταση ανάλογη με αυτήν που περιγράψαμε και δημιουργούν τεχνητά παρόμοια συγκίνηση. Δεν είναι το παν. Πρέπει ακόμη τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε, για να δημιουργήσουμε αυτήν την κατάσταση, να ανήκουν στο χώρο και το μηχανισμό της έναρθρης γλώσσας. Τη συγκίνηση μπορεί ίσως να την προκαλέσουν τα πράγμα ή ακόμη εντελώς άλλα μέσα, διόλου γλωσσικά, όπως η αρχιτεκτονική, η μουσική κλπ., η καθαυτή όμως ποίηση χρησιμοποιεί αποκλειστικά γλωσσικά μέσα. Όσο για την ανεξάρτητη ποιητική συγκίνηση, παρατηρούμε ότι ξεχωρίζει από τις άλλες ανθρώπινες συγκινήσεις μ’ ένα μοναδικό χαρακτηριστικό, μια θαυμαστή ιδιότητα: προσπαθεί να μας δώσει το αίσθημα μιας ψευδαίσθησης ή την ψευδαίσθηση ενός κόσμου, όπου τα γεγονότα, οι εικόνες, τα όντα, τα πράγματα αν και μοιάζουν μ’ εκείνα που συναντούμε στον πεζό μας κόσμο, βρίσκονται σε μια σχέση στενή μα κι ανεξήγητη με το σύνολο της ευαισθησίας μας.

Τα γνωστά αντικείμενα και όντα έχουν κατά κάποιο τρόπο – ας μου συγχωρεθεί η έκφραση- μουσικοποιηθεί, το ένα αντηχεί το άλλο σαν να έχουν εναρμονισθεί με την ίδια την ευαισθησία. Το ποιητικό σύμπαν, έτσι καθορισμένο, αποκτά μεγάλες ομοιότητες με την ονειρική κατάσταση ή τουλάχιστον με την κατάσταση που προκαλούν ορισμένα όνειρα.

Το όνειρό μας κάνει να κατανοήσουμε, όταν το ανακαλούμε με τη μνήμη, ότι η συνείδησή μας μπορεί να βρίσκεται σε εγρήγορση ή να εφησυχάζει ικανοποιημένη με ένα σύνολο δημιουργημάτων, τα οποία διέπουν νόμοι σημαντικά διαφορετικοί από εκείνους που ισχύουν για τα συνηθισμένα προιόντα της αντίληψης. Κι αν κάποτε μπορούμε να γνωρίσουμε αυτόν το συγκινησιακό κόσμο με τη βοήθεια του ονείρου, δεν έχομε τη δυνατότητα να τον παραβιάζουμε ή να τον εγκαταλείπουμε όποτε μας αρέσει. Είναι κλεισμένος εντός μας και είμαστε κλεισμένοι εντός του, κι αυτό σημαίνει ότι με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να επιδράσουμε πάνω του για να τον μεταβάλουμε, αλλά αντίθετα δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη μεγαλύτερη δύναμη δράσης που διαθέτομε πάνω στον εξωτερικό κόσμο. Φανερώνεται και χάνεται ιδιότροπα. Ο άνθρωπος όμως κι εδώ έκανε ό,τι έκανε ή προσπάθησε να κάνει και με όλα τα άλλα πολύτιμα και φθαρτά πράγματα: αναζήτησε και βρήκε τρόπους να αναδημιουργεί με τη θέλησή του την κατάσταση εκείνη, να την ξαναβρίσκει όταν το επιθυμεί, και τέλος να αναπλάθει τεχνητά τις φυσικές παραστάσεις όλων των αισθήσεών του. Μπόρεσε, κατά κάποιον τρόπο, ν’ αποσπάσει από τη φύση και ν’ αντλήσει από την τυφλή ροή του χρόνου αυτές τις τόσο αβέβαιες κατασκευές και σχήματα. Χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό αρκετά μέσα, τα οποία έχω ήδη απαριθμήσει. Ανάμεσα λοιπόν στα μέσα που δημιουργούν, αναδημιουργούν κι εμπλουτίζουν τον ποιητικό κόσμο, το πιο ευλαβικό αλλά και το πιο πολύπλοκο και δύσχρηστο είναι η γλώσσα.

Εδώ πρέπει να σας κάνω να νιώσετε ή να εννοήσετε πόσο λεπτό, στην εποχή μας, είναι το χρέος του ποιητή και πόσες δυσκολίες (δυσκολίες που ευτυχώς δεν συνειδητοποιεί πάντα) συναντά ο ποιητής στο έργο του.

Η γλώσσα είναι στοιχείο κοινό και πρακτικό και γι’ αυτό αναγκαστικά ένα όργανο χοντροκομμένο, αφού ο καθένας το χειρίζεται, το προσαρμόζει στις ανάγκες του και τείνει να το διαμορφώσει ανάλογα με την προσώπικότητά του. Όσο κι αν η γλώσσα είναι υπόθεση οικεία, όσο κι αν είναι κοντινή μας, ώστε η ενέργεια της σκέψης με τη μορφή του λόγου να αποτελεί λειτουργία της ψυχής, η καταγωγή της παραμένει απογραφική κι ο προορισμός της καθαρά πρακτικός.

Ο ποιητής πρέπει, όπως σας είπα, να δημιουργήσει με τούτο το πρακτικό όργανο ένα έργο χωρίς καμιά οιυσιαστική πρακτικότητα, δηλαδή έναν κόσμο ή μια τάξη πραγμάτων, ένα σύστημα σχέσεων, που δεν θα έχει καμιά συνάφεια με τον πρακτικό τομέα.

Για να κατανοήσετε όλες τις δυσκολίες του ποιητικού χρέους, θα συγκρίνω την αρχική διάθεση, τα δεδομένα και τα προσφερόμενα στον ποιητή μέσα, με ό,τι προσφέρεται σ’ έναν καλλιτέχνη διαφορετικού είδους, που ωστόσο το αντικείμενό του δεν είναι πολύ διαφορετικό από του ποιητή. Θα συγκρίνω εκείνο που δίδεται στον ποιητή με ό,τι δίδεται στο μουσικό. Ευτυχισμένος ο μουσικός! Η εξέλιξη της τέχνης του του προσφέρει, εδώ και αιώνες, μια εντελώς προνομιακή κατάσταση. Πώς δημιουργήθηκε η μουσική; Η αίσθηση της ακοής μας παρέχει το σύμπαν των θορύβων. Το αυτί δέχεται άπειρα ερεθίσματα, τα οποία προσλαμβάνει με οποιαδήποτε σειρά κι από τα οποία αξιολογεί τέσσερις διαφορετικές ιδιότητες. Αρχαίες λοιπόν παρατηρήσεις και παμπάλαιες εμπειρίες μας επέτρεψαν να συναγάγουμε από το σύνολο των θορύβων το σύστημα ή το σύμπαν των ήχων, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα απλοί, αναγνωρίσιμοι και ικανοί να σχηματίσουν συνδυασμούς και σχέσεις, των οποίων τη δομή, τις διαφορές ή τις ομοιότητες το αυτί ή μάλλον η ακοή τις αντιλαμβάνεται μόλις γεννηθούν. Τα στοιχεία αυτά είναι καθαρά ή αποτελούνται από στοιχεία καθαρά, δηλαδή αναγνωρίσισμα. Είναι απόλυτα καθορισμένα, και, περίπτωση πολύ ενδιαφέρουσα, βρήκαμε τα μέσα να τα παράγουμε με τρόπο σταθερό και ταυτόσημο, χρησιμοποιώντας όργανα τα οποία είναι στην ουσία όργανα μετρήσεως. Το μουσικό όργανο μπορούμε να το τοποθετούμε και να το χρησιμοποιούμε έτσι, ώστε από ορισμένες πράξεις να προκύπτει ομοιόμορφα ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Και ιδού η αξιοσημείωτη συνέπεια της οργάνωσης αυτής στον τομέα της ακοής: αφού ο κόσμος των θορύβων είναι εντελώς ξεχωριστός από τον κόσμο των ήχων και το αυτί μας εξάλλου συνήθισε να τους ξεχωρίζει, μ’ ευκολία, συμβαίνει, μόλις ακουσθεί ένας καθαρός ήχος δηλαδή ένας ήχος μοναδικός, να δημιουργείται αμέσως μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μια ιδιαίτερη διάθεση ψυχικής αναμονής, η οποία τείνει κάπως να γεννήσει ανάλογα συναισθήματα, της ίδιας καθαρότητας με την αίσθηση που αρχικά δημιουργήθηκε από τον ήχο. Αν σε μια αίθουσα ακουσθεί ένας καθαρός ήχος το παν αλλάζει εντός μας: περιμένομε τη δημιουργία της μουσικής. Αν αντίθετα – εφαρμόζομε την ανταπόδειξη- στην αίθουσα συναυλιών την ώρα που εκτελείται ένα κομμάτι, ακουσθεί καποιος θόρυβος (μια καρέκλα που πέφτει, μια φωνή, ο βήχας κάποιου απ’ το κοινό), τότε αισθανόμαστε ότι κάτι έσπασε μέσα μας, κάποια παράβαση διαπράχθηκε, κι εγώ δεν ξέρω σε βάρος ποιας οντότητας ή ποιου νόμου. Ένα σύμπαν θρυμματίζεται, τα μάγια λύθηκαν.

Έτσι ο μουσικός τα έχει όλα έτοιμα μπροστά του πριν καταπιασθεί με την εργασία του, ώστε το εγχείρημα της εμπνεύσεως του να βρίσκει από την αρχή το κατάλληλο υλικό και τα κατάλληλα μέσα χωρίς ενδεχόμενα σφάλματα. Δεν θα χρειασθεί να επιφέρει καμιά μεταβολή στα υλικά και τα μέσα. Δεν έχει παρά να συναρμολογήσει στοιχεία καθορισμένα και καθ’ όλα έτοιμα.

Πόσο διαφορετικά όμως βρίσκει τα πράγματα ο ποιητής! Μπροστά του απλώνεται η κοινή γλώσσα, ένα σύνολο από ακατάλληλα για την ποιητική αποστολή μέσα, που δεν είναι φτιαγμένα γι’ αυτόν. Ο ποιητής δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη βοήθεια ενός φυσικού που θα καθόριζε τις επάλληλες σχέσεις των μέσων του. Δεν υπάρχει ο κατασκευαστής της κλίμακας, δεν υπάρχει διαπασών ούτε μετρονόμος. Καμιά σιγουριά απ’ την πλευρά αυτή. Άλλο δεν έχει πάρεξ το ακατέργαστο όργανο του λεξικού και της γραμματικής. Και πρέπει ακόμη να απευθύνεται όχι σε ένα αισθητήριο ειδικό και μοναδικό, όπως το αυτί το οποίο ο μουσικός υποχρεώνει να υπομένει ό,τι του επιβάλλει, και είναι το κατ’ εξοχήν όργανο της αναμονής και της προσοχής, αλλά σε μια κατάσταση γενικής κι ακαθόριστης αναμονής με τη βοήθεια της γλώσσας, η οποία είναι ένα παράξενο μίγμα από ασυνάρτητα ερεθίσματα. Είναι φοβερά πολύπλοκο και δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους παράξενους συνδυασμούς των γλωσσικών ιδιοτήτων. Όλος ο κόσμος ξέρει καλά πόσο σπάνια συμφωνούν ο ήχος με το νόημα. Ξέρει, εξάλλου, πολύ καλά ότι ο λόγος μπορεί να εμφανίζει ιδιότητες εντελώς αντίθετες. Μπορεί να είναι λογικός και να μην έχει αρμονία, μπορεί να είναι αρμονικός και χωρίς νόημα, σαφής και χωρίς χάρη, μπορεί να είναι πρόζα ή ποίηση. Αρκεί για να συνοψίσουμε όλους αυτούς τους αντιφατικούς χαρακτηρισμούς να μνημονεύσουμε πόσες επιστήμες δημιουργήθηκαν για να επεξεργασθούν τη γλωσσική ποικιλία και να μελετήσουν τις διάφορες όψεις της. η γλώσσα υπάγεται κατά σειρά στη φωνητική και συγχρόνως στη μετρική και τη ρυθμική. Έχει και μια λογική και μια σημαντική άποψη. Περιλαμβάνει τη ρητορική και τη σύνταξη. Ξέρομε ότι όλες αυτές οι ποικίλες επιστήμες μπορούν να μελετήσουν το ίδιο κείμενο με πολλούς ανεξάρτητους τρόπους.

Ιδού λοιπόν ο ποιητής αγωνίζεται με ένα τόσο ποικίλο και πλούσιο σε αρχικές ιδιότητες σύνολο, τόσο πλούσιο ώστε τελικά να καταντά συγκεχυμένο. Από εδώ ο ποιητής πρέπει να αντλήσει το αντικείμενο της τέχνης του, τη μηχανή που δημιουργεί την ποιητική συγκίνηση, πρέπει δηλαδή το πρακτικό και ακατέργαστο όργανο, το δημιούργημα του καθενός, το όργανο της κάθε στιγμής που οι άνθρωποι διαρκώς χρησιμοποιούν και τροποποιούν σύμφωνα με τις άμεσες ανάγκες τους, να το εξαναγκάσει να γίνει, όσο διαρκεί η προσοχή που του αφιερώνει, η πεμπτουσία μιας εκλεκτής ποιητικής διάθεσης, ολότελα διαφορετικής από τις τυχαίες και παροδικές διαθέσεις που συνθέτουν τη συνηθισμένη νοητική ή ψυχική ζωή. Χωρίς υπερβολή μπορεί να πει κανείς ότι η κοινή γλώσσα είναι καρπός της αταξίας του κοινωνικού βίου, γιατί τα πάσης φύσεως όντα, υποταγμένα σε πλήθος συνθηκών και αναγκών, τη δέχονται και τη μεταχειρίζονται για να εξυπηρετούν καλύτερα τις επιθυμίες και τα συμφέροντά τους και να καθορίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα, η γλώσσα του ποιητή, όσο κι αν χρησιμοποιεί αναγκαστικά τα στοιχεία που της παρέχει η απογραφική αταξία, συνιστά μια προσπάθεια του μοναχικού ανθρώπου να δημιουργήσει μια τεχνητή και ιδανική τάξη, χρησιμοποιώντας ένα υλικό χυδαίας καταγωγής.

Αν το παράδοξο αυτό πρόβλημα μπορούσε να επιλυθεί στο σύνολό του, αν δηλαδή ο ποιητής μπορούσε να δημιουργήσει έργα όπου δεν θα υπήρχε κανένα στοιχείο πρόζας, ποιήματα χωρίς καμιά διακοπή στη μουσική τους διάρκεια, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στις έννοιες θα είχαν σταθερή ομοιότητα με τις σχέσεις των φθόγγων στη μουσική κλίμακα, όπου η επάλληλη εναλλαγή των σκέψεων θα ήταν πιο ενδιαφέρουσα από κάθε μεμονωμένη σκέψη, όπου το παιγνίδι των μορφών θα περιέκλειε την πραγματικότητα του αντικειμένου, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την καθαρή ποίηση σαν κάτι δυνατό. Δεν συμβαίνει όμως: το πρακτικό ή το πραγματικό μέρος της γλώσσας, οι κανόνες και οι μορφές της λογικής, κι όπως το έχω αναφέρει ενδεικτικά παραπάνω, η αταξία και το παράλογο που απαντούνται στο λεξιλόγιο (από τις ποικίλες προελεύσεις και τις διαφορετικές ηλικίες των γλωσσικών στοιχείων) καθιστούν αδύνατη την ύπαρξη έργων απόλυτης ποίησης. Είναι όμως εύκολο να αντιληφθούμε ότι η έννοια μιας τέτοιας κατάστασης, ιδανικής ή φανταστικής, μας είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για να εκτιμήσουμε κάθε δυνατό ποιητικό είδος. Η ιδέα της καθαρής ποίησης είναι ένας τύπος απρόσιτος, ένα ιδεατό όριο στις επιθυμίες, τις προσπάθειες και τις δυνάμεις του ποιητή…

--------------------------------

“Poesie pure. Notes pour une conference” , Oeuvres, I, Variete “Memoires du poete”, Bibliotheque de la Pleiade, Ed. Gallimard, Paris 1957, σελ. 1456-1463
Μετάφραση, Χριστόφορος Λιοντάκης


Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: περί παγετώνων & αισθητικής του κρύου...

Χειμώνας & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Χειμωνιάτικο απόγευμα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Με την Αθήνα να καίγεται στους 35 βαθμούς σήμερα, έρχεται και μια ευχάριστη είδηση..!

Κατά τη γνώμη λοιπόν σοβαρών επιστημόνων, υπάρχει περίπτωση ο πλανήτης να μην πηγαίνει για υπερθέρμανση...

Αλλά να ξεκινάει αντιθέτως νέα εποχή παγετώνων..!

Όσο κι αν ακούγεται λίγο τρελό - όταν μέσα στη βδομάδα μάλιστα πάμε ολοταχώς για καύσωνα - η είδηση μας έδωσε ελαχίστη χαρά κι ελπίδα.

Μέσα στα άπειρα καταστροφικά νέα που ακούμε τον τελευταίο καιρό, δεν είναι λίγο να μαθαίνεις ότι θάρθουν έστω κάποιες ψυχρές μέρες. Όπως και να το κάνουμε το κρύο είναι πιο αισθητικό από τη ζέστη. Με τον ίδιο τρόπο που η νύχτα κρύβει την ασχήμια, προσφέροντας συχνά μια μαγεία στα πράγματα, έτσι και το κρύο καλύπτει μ' ένα πέπλο πάμπολλες χυδαιότητες. Αναλογισθείτε το ρόλο του ισχυρού ρούχου, το κλείσιμο στα σπίτια, τη μείωση των θορύβων, των μαζικών εξόδων και της εν γένει μαζικότητας και εξωστρέφειας...

Επιτέλους θα υπάρξει χώρος για τις ρομαντικές υπάρξεις που θα αναζητούν τη μοναχική περιπέτεια αψηφώντας κακουχίες...

Αν δε λάβουμε υπόψη μας τα υπόλοιπα καταστροφολογικά σενάρια της εποχής, είναι σίγουρα προτιμότερο να τα ζήσουμε με κρύο παρά με καύσωνα...

Βέβαια όλα αυτά είναι καθαρά θέμα γούστου - όπως θάλεγε κι ο Παναγιώτης Κονδύλης...

Ακολουθεί η χαρμόσυνη είδηση - ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 12-6-2010

Άρθρο του Σπύρου Μανουσέλη

Παγκόσμια υπερθέρμανση ή παγκόσμια ψύξη;

Ολοκληρώθηκε πριν από λίγες ημέρες στη Βόνη η Σύνοδος του ΟΗΕ για το Κλίμα, που ξεκίνησε στις 31 Μαΐου με τη συμμετοχή τουλάχιστον 190 κρατών. Και ενώ ο ΟΗΕ προσπαθεί να «πείσει» τις ΗΠΑ και την Κίνα να λάβουν κάποια μέτρα για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, προκειμένου να αποτραπεί η επικείμενη παγκόσμια υπερθέρμανση, μόλις ένα μήνα πριν, στο Σικάγο, σε μια «άλλη» διεθνή διάσκεψη για την κλιματική αλλαγή, μια μερίδα «διαφωνούντων» και «ετερόδοξων» ειδικών προέβλεπε, αντίθετα, την έλευση μιας νέας εποχής... παγετώνων.

Οι 75 κλιματικοί εμπειρογνώμονες, που έκαναν ανακοινώσεις στην 4η Διεθνή Διάσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή, που έλαβε χώρα στο Σικάγο, με πρωτοβουλία του ανεξάρτητου μη κερδοσκοπικού οργανισμού Heartland Institute, δεν φαίνεται να συμμερίζονται την άποψη των περισσότερων «ορθόδοξων» κλιματολόγων, που συμμετέχουν στη Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC).

Σύμφωνα με την «ορθόδοξη» και ευρέως αποδεκτή άποψη, η θερμοκρασία του πλανήτη σημειώνει σταθερή άνοδο, γεγονός το οποίο οφείλεται στις αυξημένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Το 2000, μάλιστα, είχαν προβλέψει ότι η μέση θερμοκρασία του πλανήτη θα αυξάνεται κατά 1°F ανά δεκαετία, αύξηση η οποία θα φθάσει τους 10°F μέχρι το τέλος του αιώνα. Νέα, όμως, επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι ο πλανήτης έχει πάψει προ πολλού να υπερθερμαίνεται και έχει εισέλθει σε μία περίοδο που ενδέχεται να προμηνύει μια νέα εποχή παρατεταμένου ψύχους. Οπως υποστηρίζει ένας από τους επικριτές της θεωρίας της υπερθέρμανσης, ο επιφανής Αμερικανός γεωλόγος Don Easterbrook, ομότιμος καθηγητής στο Western Washington University, οι προβλέψεις της IPCC περί ανόδου της θερμοκρασίας δεν επιβεβαιώθηκαν, γιατί απλούστατα η περίοδος της υπερθέρμανσης έληξε.

Η περιβόητη κλιματική αλλαγή δεν θα οδηγήσει σε μια παρατεταμένη περίοδο ξηρασίας, αλλά σε κάτι πολύ χειρότερο: σε μια νέα εποχή παγετώνων, που μπορεί να διαρκέσει έως και τριάντα χρόνια και η οποία θα επιφέρει πολύ μεγαλύτερα δεινά στην ανθρωπότητα από ό,τι η άνοδος της θερμοκρασίας: πολύ μεγαλύτερο αριθμό θανάτων· επιδείνωση του ήδη υπαρκτού σε ορισμένες περιοχές του κόσμου προβλήματος του υποσιτισμού· κατακόρυφη αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης ενέργειας, λόγω της αυξημένης ανάγκης για θέρμανση.

Γιατί, όμως, ο Ιστερμπρουκ, αλλά και πολλοί άλλοι επιστήμονες, αμφισβητούν τη θεωρία περί ανθρωπογενούς υπερθέρμανσης; Ο Ιστερμπρουκ μελέτησε τους πάγους της Γριλανδίας, οι οποίοι θεωρούνται ως οι καλύτεροι και οι πλέον αδιάψευστοι «μάρτυρες» των κλιματικών αλλαγών που έχουν επέλθει στον πλανήτη. Χρησιμοποιώντας ισότοπα οξυγόνου, μια καθιερωμένη μέθοδο της Παλαιοντολογίας για την ανασύσταση του Περιβάλλοντος κατά τους γεωλογικούς αιώνες, κατάφερε να υπολογίσει τις θερμοκρασίες που επικρατούσαν στον πλανήτη πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Ετσι διαπίστωσε ότι το κλίμα της Γης χαρακτηρίζεται από μια αέναη εναλλαγή ψυχρών και θερμών μακρο-εποχών, οι οποίες εμπεριέχουν πολλούς μικρότερους χρονικά κύκλους κλιματικών αλλαγών. Τα τελευταία μάλιστα 500 χρόνια παρατηρείται μια κανονικότητα στην εναλλαγή θερμών-ψυχρών περιόδων, όπου κάθε περίοδος διαρκεί περίπου 27 χρόνια. Το ίδιο φαινόμενο εναλλαγής φαίνεται να επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα: από το 1880 έως το 1915 (κρύο), από το 1915 έως το 1945 (ζέστη), από το 1945 έως το 1977 (κρύο), από το 1977 έως το 1999 (ζέστη). Από το 1999 έως σήμερα παρατηρείται μια σταδιακή πτώση της θερμοκρασίας, συνεπώς, κατά τον Ιστερμπρουκ, έχουμε εισέλθει και πάλι σε μια περίοδο ψύχους.

Απ' ό,τι φαίνεται, δεν υπάρχει μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος, η οποία να συνδέει την άνοδο της θερμοκρασίας με την αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Αντίθετα, ο Ιστερμπρουκ συσχετίζει την πορεία των εναλλαγών θερμοκρασίας του πλανήτη με τους ηλιακούς κύκλους, τις ηλιακές κηλίδες και γενικά την ηλιακή δραστηριότητα. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι όποτε η ηλιακή δραστηριότητα παρουσίαζε ύφεση, όπως σήμερα, τότε στη Γη είχαμε πάντοτε «μίνι» περιόδους παγετώνων.

Φταίει ο Ηλιος και όχι το διοξείδιο του άνθρακα

Επομένως, ούτε η άποψη ότι αυξάνεται η θερμοκρασία ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός ότι η αύξηση αυτή έχει ανθρωπογενή αίτια, ότι προέρχεται δηλαδή από την αύξηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων από το 1945 και μετά. Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγουν και οι έρευνες του Ρώσου αστροφυσικού Habibullo Abdussamatov, διευθυντή του Τμήματος Διαστημικών Ερευνών της Ρωσικής Ακαδημίας και επικεφαλής του ερευνητικού προγράμματος «Astrometria», που διεξάγεται στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό. Σύμφωνα με τον Ρώσο επιστήμονα, το φαινόμενο του θερμοκηπίου δεν οφείλεται στις εκπομπές αερίων, όπως υποστηρίζουν οι «ορθόδοξοι» κλιματολόγοι, αλλά στην ηλιακή ακτινοβολία, η οποία στη διάρκεια του εικοστού αιώνα παρουσίασε μια αξιοσημείωτη και παρατεταμένη άνοδο, φτάνοντας στο ζενίθ της το διάστημα 1998-2005, για να ακολουθήσει έκτοτε φθίνουσα πορεία, όπως αποδεικνύει και η μείωση των ηλιακών κηλίδων.

Η σαφής μείωση των ηλιακών κηλίδων που παρατηρείται σήμερα φανερώνει ότι η ηλιακή δραστηριότητα βρίσκεται στο ελάχιστό της (το λεγόμενο ελάχιστο του Μάουντερ), γεγονός που θα οδηγήσει σε μια δραματική πτώση της θερμοκρασίας. Ο Αμπντουσαμάτοφ, μάλιστα, θεωρεί ότι η παγκόσμια ψύξη θα αρχίσει να γίνεται αισθητή από το 2014.

Η αξιοπιστία, πάντως, της «ορθόδοξης» άποψης της IPCC το τελευταίο διάστημα δοκιμάζεται διαρκώς, όχι μόνο από τους πολέμιους της θεωρίας της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, αλλά και από σειρά αποκαλύψεων στον Τύπο που έδειξαν είτε προχειρότητα στην εκτίμηση των προβλέψεών της (στην Εκθεση του 2007 είχε υποστηριχθεί ότι οι παγετώνες των Ιμαλαΐων θα λιώσουν μέχρι το 2035) είτε ακόμη και σοβαρά λάθη (στην ίδια Εκθεση είχε υποστηριχθεί ότι περίπου η μισή Ολλανδία βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της θάλασσας, διογκώνοντας τον κίνδυνο να πλημμυρίσουν οι Κάτω Χώρες). Πάντως, όλοι οι ειδικοί που μελετούν το κλίμα, σε ένα πράγμα συμφωνούν: το κλιματολογικό μέλλον του πλανήτη διαγράφεται... ζοφερό.*

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: “Κάτω από την κρούστα κάθε ομαλότητας, ακόμα και της δημοκρατικής, σιγοκαίνε ή κοχλάζουν δυνάμεις στοιχειακές...

Στοχασμός & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δύο καράβια, λάδι σε καμβά

“Κάτω από την κρούστα κάθε ομαλότητας, ακόμα και της δημοκρατικής, σιγοκαίνε ή κοχλάζουν δυνάμεις στοιχειακές, που κάποτε εκρήγνυνται, καταπίνοντας όσους επαίρονταν για τον ρεαλισμό τους”
Παναγιώτης Κονδύλης

-------------------------------------------------------------------------------

Για άλλη μια φορά ο απαράμιλλος λόγος του Παναγιώτη Κονδύλη θα στοιχειώσει κυριολεκτικά τη σκέψη μας γύρω από τη ζοφερή πραγματικότητα των ημερών της Ελλάδας, της Ευρώπης...
Από το άρθρο με τίτλο Πολιτική Θεολογία που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα:
http://kondylis.wordpress.com/2010/06/09/theologia/

Παρατίθεται η παρουσίαση – από τον Σπύρο Κουτρούλη - του βιβλίου του C. Schmitt, Πολιτική Θεολογία, την έκδοση του οποίου είχε επιμεληθεί ο Π. Κονδύλης. Περιλαμβάνονται αποσπάσματα των επιλεγομένων του Π. Κ.

Άρδην τ. 70 Πηγή


Το 1994, από τις εκδόσεις Λεβιάθαν του Γ. Μερτίκα, εκδόθηκε το έργο του Καρλ Σμιτ Πολιτική Θεολογία (σελ.178, πολυτονικό), σε μετάφραση–σχόλια–επιλεγόμενα του Παναγιώτη Κονδύλη. Περιέχει ορισμένες σημαντικές σκέψεις που αποτέλεσαν σημεία αντικρουόμενα και επηρέασαν στοχαστές και πολιτειολόγους σε όλο το πολιτικό φάσμα, με πιο πρόσφατη περίπτωση τον Ιταλό φιλόσοφο Αγκαμπέν.
Όπως επισημαίνει στα επιλεγόμενα ο Π. Κονδύλης: «Πάνω από εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, το μικρό αυτό, θεματικά κάπως ετερογενές, αλλά χυμώδες και νευρώδες βιβλίο, κρατάει αμείωτη τη δροσιά του, ακέραιο το ενδιαφέρον του. Μου φαίνεται ότι αυτό οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους. Πρώτα πρώτα, μολονότι η διάρθρωση των δυτικών κοινωνιών άλλαξε ουσιαστικά στην πορεία του 20ου αι., καθώς τον ολιγαρχικό αστικό φιλελευθερισμό τον διαδέχθηκε η μαζική δημοκρατία, ωστόσο η νομιμοποιητική της ιδεολογία, όσο κι αν παράλλαξε αντίστοιχα, εμμένει σε ορισμένους κοινούς τόπους, γεννώντας με την εμμονή τούτη την οπτική απάτη μιας ευρύτερης συνέχειας» (σελ.125).
Το δοκίμιο του Κ. Σμιτ, περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες κυρίαρχος, «οριακή έννοια», εξαίρεση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης:
«Κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Μονάχα αυτός ο ορισμός είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί ικανοποιητικά στην έννοια της κυριαρχίας ως έννοιας οριακή. Γιατί «οριακή έννοια» δεν σημαίνει έννοια συγκεχυμένη, σαν κι αυτές που συναντάμε στη θολή ορολογία της εκλαϊκευτικής φιλολογίας, παρά σημαίνει έννοια κινούμενη στην απώτατη σφαίρα. Αντίστοιχα, ο ορισμός της δεν μπορεί να ερείδεται στην κανονική περίπτωση, παρά σε μια οριακή περίπτωση… Το γεγονός ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης προσφέρεται κατ’ εξοχήν για τον νομικό ορισμό της κυριαρχίας, οφείλεται σ΄ έναν λόγο συστηματικό, συμφυή με τη λογική του δικαίου. Η απόφαση που αναφέρεται στην εξαίρεση συνιστά απόφαση κατ’ εξοχήν» (σελ.17).
Ο Κ. Σμιτ αντλεί σκέψεις από τον Μποντέν, πολιτειολόγο του Μεσαίωνα, και αντιπαρατίθεται στον νομικό θετικισμό του Kέλσεν και στον φιλελευθερισμό του Kράμπε, περιγράφει δε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως την περίπτωση «όπου το δίκαιο από μόνο του αναστέλλει την ισχύ του». Η αντιπαράθεσή του προς τον Kέλσεν εξαντλεί το δεύτερο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Το πρόβλημα της κυριαρχίας ως πρόβλημα του νομικού τύπου και ως πρόβλημα της απόφασης».
Στο τρίτο μέρος, με τον τίτλο «Πολιτική Θεολογία», συναντούμε ορισμένες σημαντικές σκέψεις: «Όλες οι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Όχι μόνον ως προς την ιστορική τους εξέλιξη (εφ’ όσον μεταφέρθηκαν από τη θεολογία στην πολιτειολογία και ο παντοδύναμος Θεός λ.χ. έγινε ο παντοδύναμος νομοθέτης), αλλά και ως προς τη συστηματική τους δομή, της οποίας η γνώση είναι απαραίτητη για μια κοινωνιολογική θεώρηση αυτών των εννοιών. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει για τη νομική επιστήμη ανάλογη σημασία όπως το θαύμα για τη θεολογία. Μονάχα αν συνειδητοποιήσουμε τέτοιες αναλογίες μπορούμε να γνωρίσουμε την εξέλιξη των ιδεών πάνω στη φιλοσοφία του κράτους κατά τους τελευταίους αιώνες. Γιατί η ιδέα του σύγχρονου κράτους δικαίου επικρατεί με τον δεϊσμό, δηλαδή με μια θεολογία και μεταφυσική που εκδιώκει το θαύμα από τον κόσμο και αρνείται την παραβίαση των φυσικών νόμων (όπως αυτή εμπεριέχεται στην έννοια του θαύματος, επιβάλλοντας μιαν εξαίρεση μέσω μιας άμεσης επέμβασης) το ίδιο όπως αρνείται και την άμεση επέμβαση του κυρίαρχου στην κρατούσα έννομη τάξη» (σελ.65,66).
Ο Κ. Σμιτ ομολογεί ότι στη σκέψη του χρησιμοποιεί αναλογικά απόψεις που διατύπωσαν κατ’ αρχήν οι λεγόμενοι αντιδραστικοί καθολικοί πολιτειολόγοι: ο Μπoνάλντ, ο Ντε Μέστρ και ο Ντονόσκο Κόρτες. Σ’ αυτούς θα αφιερώσει το τελευταίο κεφάλαιο του έργου του, με τον τίτλο, «Η Αντεπαναστατική Φιλοσοφία του Κράτους», το οποίο ξεκινά με την παρατήρηση ότι «στους Γερμανούς ρομαντικούς προσιδιάζει μια πρωτότυπη ιδέα: η αιώνια συζήτηση» (σελ.89). Αντίθετα, οι αντιδραστικοί φιλόσοφοι του κράτους «θα θεωρούσαν ασφαλώς μιαν αιώνια συζήτηση μάλλον για ιλαροτραγικό προϊόν της φαντασίας. Γιατί την αντεπαναστατική τους φιλοσοφία για το κράτος τη χαρακτηρίζει η συνείδηση ότι η εποχή απαιτεί μιαν απόφαση, και η έννοια της απόφασης μπαίνει στο επίκεντρο της σκέψης τους με μιαν ορμή που φτάνει στα απόλυτα άκρα ανάμεσα στις δύο Επαναστάσεις του 1789 και του 1848» (σελ.90).
Ο Κ. Σμιτ θεωρεί την υποχώρηση του πολιτικού στοιχείου από την κυριαρχία του οικονομικού ως ένα σύνθετο φαινόμενο, που απηχεί τη ζοφερή κατάσταση που περιγράφει ο Μαξ Βέμπερ ως μετατροπή του σύγχρονου κράτους σε μια μεγάλη επιχείρηση:
«Σήμερα, τίποτε δεν είναι πιο μοντέρνο από τον αγώνα ενάντια στο πολιτικό στοιχείο. Αμερικανοί κεφαλαιούχοι, τεχνικοί της βιομηχανίας, μαρξιστές, σοσιαλιστές και αναρχοσυνδικαλιστές επαναστάτες συνενώνονται στην απαίτηση να παραμεριστεί η υποκειμενική–φατριαστική κυριαρχία της πολιτικής με τον απροσωπόληπτο πραγματισμό της οικονομικής ζωής. Στο εξής, όπως λέγεται, θα πρέπει να υπάρχουν μόνο οργανωτικά –τεχνικά και οικονομικά– κοινωνιολογικά καθήκοντα, όχι όμως πολιτικά προβλήματα. Το κυρίαρχο σήμερα είδος οικονομικής–τεχνικής σκέψης δεν είναι πλέον καν σε θέση να αντιληφθεί μιαν πολιτική ιδέα. Το σύγχρονο κράτος φαίνεται να έγινε πράγματι ό,τι βλέπει σ’ αυτό ο Μαξ Βέμπερ: μια μεγάλη επιχείρηση» (σελ.105).
Η κριτική αυτή αντιστοιχεί απόλυτα και σήμερα τόσο στη χυδαία οικονομίστικη εκδοχή του μαρξισμού όσο και στον νεοφιλελευθερισμό.
Όμως το έργο του Κ. Σμιτ περιέχει και άλλες άξιες προβληματισμού σκέψεις, σαν κι αυτές που αναφέρονται στον Μπακούνιν: «Στον μεγαλύτερο αναρχικό του 19ου αι., στον Μπακούνιν, εμφανίζεται το παράδοξο ότι αναγκάστηκε να γίνει στη θεωρία ο θεολόγος της αντιθεολογίας και στην πράξη ο δικτάτορας μιας αντιδικτατορίας» (σελ.105).
Τα σχόλια του Π. Κονδύλη περιέχουν σπουδαίες και εύστοχες παρατηρήσεις, θετικές αλλά και αρνητικές αποτιμήσεις του δοκιμίου της Πολιτικής Θεολογίας.
Σημειώνει λοιπόν: «Ο Κ. Σμιτ μας υπενθυμίζει – και η υπόμνησή του έχει, το 1994, βάρος όχι μικρότερο απ’ όσο το 1922– πως, κάτω από την κρούστα κάθε ομαλότητας, ακόμα και της δημοκρατικής, σιγοκαίνε ή κοχλάζουν δυνάμεις στοιχειακές, που κάποτε εκρήγνυνται, καταπίνοντας όσους επαίρονταν για τον ρεαλισμό τους. Πως όποιος θέλει να κατανοήσει βαθύτερα τους κοινωνικούς μηχανισμούς δεν πρέπει να στέκεται στο φυσιολογικό, αλλά να διαγνώθει σε πόση έκταση και ένταση ο κανόνας κατασκευάζεται εν όψει της εξαίρεσης, υπό το κράτος της προσδοκίας της και του φόβου της και πως οι νομικές κατασκευές των φιλελεύθερων συνταγματολόγων μάταια προσπαθούν να προεκτείνουν τον κανόνα μέσα στην εξαίρεση και μαζί να θάψουν το ποιοτικό στοιχείο της κυριαρχίας κάτω από την ποσότητα της “θεσμικής ομαλότητας”. Βεβαίως, τέτοιες και παρόμοιες θέσεις δεν πρωτοδιατυπώθηκαν από τον ΣΜΙΤ ούτε η αποδοχή τους περιοριζόταν στους οικειότερους σ’ εκείνον κοσμοθεωρητικούς και πολιτικούς χώρους. Ήσαν π.χ. πάντοτε αυτονόητες και για τους επαναστάτες μαρξιστές – πράγμα που σήμερα ξεχνιέται όλο και περισσότερο, καθώς τα ψοφοδεή κατάλοιπα της Αριστεράς εξωραΐζουν την πολιτική τους χρεοκοπία (και παράλληλα την κοινοβουλευτική και υπουργική θεσιθηρία των στελεχών τους) με κωμικοτραγικές εκδηλώσεις προσήλωσης προς τους «θεσμούς» και ζήλου για την «απρόσκοπτη λειτουργία» τους. Πράγματι, αφού ναυάγησε η ουτοπία της Ανατολής, η Αριστερά δείχνει τώρα διατεθειμένη να ενστερνισθεί την ουτοπία της Δύσης, δηλ. την ουτοπία του «κράτους δικαίου» και της ευθύγραμμης οικουμενικής προόδου πάνω σε βάση πάγιας θεσμικής ομαλότητας» (σελ.126,127).
Ο Κονδύλης αξιολογεί πως η «μόνιμη αξία της πραγματείας του ΣΜΙΤ έγκειται στον ριζοσπαστικό τρόπο με τον οποίο θέτει το ζήτημα της κυριαρχίας» (σελ. 128), καθώς και ότι «αντλεί τη ζωντάνια της από την προγραμματική θεωρητική σύνδεση των προβλημάτων της κυριαρχίας με το ανθρωπολογικό πρόβλημα» (σελ.127), ώστε πίσω από κάθε θεώρηση για την κυριαρχία να προβάλλει το ερώτημα για το τι είναι ο άνθρωπος.
Ο νηπιακός εν μέρει και εν μέρει ελεγχόμενος χαρακτήρας του πνευματικού διαλόγου στη χώρα μας δεν επέτρεψε να διατυπωθεί ένας θετικός ή αρνητικός προβληματισμός όταν πρωτοεκδόθηκε, το 1994, στην Ελλάδα, η Πολιτική Θεολογία. Κυριαρχεί η κενότητα του νεοφιλελευθερισμού και μιας ενσωματωμένης Αριστεράς που, ακόμη και κάτω από επαναστατικές ιαχές, αναπαράγει τις ίδιες χυδαίες οικονομίστικες ιδεοληψίες με τον νεοφιλελευθερισμό.
Τελικά, οι αδυναμίες του δοκιμίου του Σμιτ, κατά τον Κονδύλη, εντοπίζονται στο γεγονός ότι, ενώ θέτει «ζητήματα επιστημολογίας και μεθόδου, ζητήματα ιστορικής και πολιτικής πραγματολογίας και επίσης ζητήματα ιστορίας και κοινωνιολογίας των ιδεών», όμως και «στους τρεις αυτούς τομείς η επιχειρηματολογία του χωλαίνει σοβαρά, ήτοι χαρακτηρίζεται από εννοιολογικές ασάφειες ή από ανακρίβειες αναφερόμενες στα realia, μολονότι οι συχνές και δυσπαρακολούθητες κυμάνσεις της σκέψης του και η γοητευτική στιλπνότητα του ύφους του τις κρύβουν ακόμα και από τα μάτια του έμπειρου αναγνώστη» (σελ.130,131).