t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Η φιλοσοφία βρίσκει εύκολο θέμα...

Αφορισμοί & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Νεκρή φύση, λάδι σε καμβά

Για τη διατήρηση της ψυχραιμίας μας...

Αλλά και για την εξαγωγή συμπερασμάτων...

Για την ανθρώπινη φύση...

Francois de La Rochefoucauld
Αφορισμοί
(η πρόχειρη μετάφραση δική μας)

If we did not flatter ourselves, the flattery of others could never harm us.
Εάν δεν κολακεύουμε τους εαυτούς μας, η κολακεία των άλλων ποτέ δεν θα μας βλάψει.

If we had no faults of our own, we should not take so much pleasure in noticing those in others.
Εάν δεν είχαμε δικά μας ελαττώματα, δεν θα αντλούσαμε τόσο πολλή ευχαρίστηση παρατηρώντας τα στους άλλους.

Innocence does not find near so much protection as guilt.
Η αθωότητα δεν προστατεύεται ποτέ τόσο πολύ όσο η ενοχή

It is from a weakness and smallness of mind that men are opinionated; and we are very loath to believe what we are not able to comprehend.
Από αδυναμία και μικρότητα του μυαλού οι άνθρωποι είναι αδιάλλακτοι· και είμαστε πολύ απρόθυμοι να πιστέψουμε ό,τι δεν είμαστε ικανοί να κατανοήσουμε.

It is often laziness and timidity that keep us within our duty while virtue gets all the credit.
Είναι συχνά η τεμπελιά και η δειλία που μας κρατούν στο καθήκον μας ενώ η αρετή παίρνει όλα τα εύσημα.

Mediocre minds usually dismiss anything which reaches beyond their own understanding.
Τα μέτρια μυαλά συνήθως απορρίπτουν ό,τι αδυνατούν να κατανοήσουν

Nothing prevents one from appearing natural as the desire to appear natural.
Τίποτα δεν αποτρέπει κάποιον να εμφανίζεται φυσικός όσο η επιθυμία να εμφανίζεται φυσικός.

People always complain about their memories, never about their minds.
Οι άνθρωποι πάντα παραπονιούνται για τις αναμνήσεις τους, ποτέ για τα μυαλά τους.

Perfect behaviour is born of complete indifference.
Η τέλεια συμπεριφορά είναι γέννημα της πλήρους αδιαφορίας.


Francois de La Rochfoucauld (1613-1680)

Perfect Valour is to do, without a witness, all that we could do before the whole world.
Τέλεια ανδρεία σημαίνει να διαπράττεις, χωρίς κανένα μάρτυρα, όλα αυτά που θα μπορούσες να διαπράξεις μποστά σ’ολόκληρο τον κόσμο.

Philosophy finds it an easy matter to vanquish past and future evils, but the present are commonly too hard for it.
Η φιλοσοφία βρίσκει εύκολο θέμα όταν συντρίβει παρελθόντα και μελλοντικά κακά, όμως τα παρόντα είναι συνήθως πάρα πολύ δύσκολα γι’ αυτήν.

Quarrels would not last long if the fault was only on one side.
Οι φιλονικίες δεν θα διαρκούσαν πολύ εάν το σφάλμα βρισκόταν ήταν μόνο στη μια πλευρά.

The principal point of cleverness is to know how to value things just as they deserve.
Το κύριο σημείο της ευφυίας είναι να γνωρίζεις να εκτιμάς τα πράγματα όπως ακριβώς το αξίζουν.

The reason why so few people are agreeable in conversation is that each is thinking more about what he intends to say than others are saying.
Ο λόγος για τον οποίο τόσο λίγοι άνθρωποι συμφωνούν στη συζήτηση είναι γιατί ο καθένας σκέφτεται περισσότερο για αυτό που σκοπεύει να πει παρα γι’αυτό που λένε οι άλλοι.

The surest way to be deceived is to consider oneself cleverer than others.
Ο πιό σίγουρος τρόπος να εξαπατηθεί κανείς είναι να θεωρήσει τον εαυτό του εξυπνότερο από τους άλλος.

There are various sorts of curiosity; one is from interest, which makes us desire to know that which may be useful to us; and the other, from pride which comes from the wish to know what others are ignorant of.
Υπάρχουν διάφορα είδη περιέργειας· κάποιο είναι από το ενδιαφέρον, που μας κάνει να επιθυμούμε να γνωρίζουμε ό,τι μπορεί να μας αποβεί χρήσιμο· και το άλλο, από την υπερηφάνεια που προέρχεται από την επιθυμία να γνωρίζουμε ό,τι οι άλλοι αγνοούν.

There is nothing men are so generous of as advice.
Σε τίποτα οι άνθρωποι δεν είναι τόσο γεναιόδωροι όσο στις συμβουλές.

Those who are incapable of committing great crimes do not readily suspect them in others.
Αυτοί που είναι ανίκανοι να διαπράξουν μεγάλα εγκλήμτα δεν τα υποψιάζονται εύκολα στους άλλους.

Those who occupy their minds with small matters, generally become incapable of greatness.
Αυτοί που απασχολούν το μυαλό τους με μικροθέματα, γίνονται ανίκανοι για το μεγαλειώδες.

Though men are apt to flatter and exalt themselves with their great achievements, yet these are, in truth, very often owing not so much to design as chance.
Παρ’όλο που οι άνθρωποι αρέσκονται να κολακεύουν και να εξυψώνουν τους εαυτούς τους για τα μεγάλα τους επιτεύγματα, στην πραγματικότητα, αυτά οφείλονται όχι τόσο στον σχεδιασμό όσο στην τύχη.

Usually we praise only to be praised.
Συνήθως εγκωμιάζουμε μόνο για να εγκωμιαστούμε.

Virtue would go far if vanity did not keep it company.
Η αρετή θα πήγαινε μακριά εάν η ματαιοδοξία δεν της κρατούσε συντοφιά.

We always love those who admire us, but we do not always love those whom we admire.
Συνήθως αγαπούμε όσους μας θαυμάζουν, αλλά δεν αγαπούμε πάντα όσους εμείς θαυμάζουμε.

We are more interested in making others believe we are happy than in trying to be happy ourselves.
Ενδιαφερόμαστε περισσότερο να κάνουμε τους άλλους να θεωρούν ότι είμαστε ευτυχείς παρά προσπαθούμε να είμαστε οι ίδιοι ευτυχείς..

We are never so ridiculous through what we are as through what we pretend to be.
Δεν είμαστε ποτέ τόσο γελοίοι μέσω αυτού που είμαστε όσο μέσω αυτού που προσποιούμαστε ότι είμαστε

We are so accustomed to disguise ourselves to others that in the end we become disguised to ourselves.
Έχουμε τόσο εξοικιωθεί να μεταμφιέζουμε τον εαυτό μας απέναντι στους άλλους που στο τέλος μεταμφιεζόμαστε κι απέναντι στον εαυτό μας.

We easily forgive our friends those faults that do no affect us ourselves.
Εύκολα συγχωρούμε στους φίλους μας όσα σφάλματα δεν έχουν επίδραση πάνω μας.

We have no patience with other people's vanity because it is offensive to our own.
Δεν έχουμε υπομονή με την ματαιοδοξία των άλλων ανθρώπων γιατί δυσαρεστεί τη δική μας.

We often forgive those who bore us, but we cannot forgive those whom we bore.
Συχνά συγχωρούμε αυτούς που βαριόμαστε, αλλά δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε όσους μας βαριούνται.

We often pardon those that annoy us, but we cannot pardon those we annoy.
Συχνά συγχωρούμε αυτούς που μας ενοχλούν, αλλά δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε όσους ενοχλούμε.

We only confess our little faults to persuade people that we have no big ones.
Ομολογούμε μόνο τα μικρά μας σφάλματα για να πείσουμε τους ανθρώπους ότι δεν έχουμε διαπράξει μεγάλα.

We promise according to our hopes and perform according to our fears.
Υποσχόμαστε σύμφωνα με τις ελπίδες μας και εκτελούμε σύμφωνα με τους φόβους μας.

We promise in proportion to our hopes, and we deliver in proportion to our fears.
Υποσχόμαστε σε αναλογία με τις ελπίδες μας και διανέμουμε σε αναλογία με τους φόβους μας.

We should often feel ashamed of our best actions if the world could see all the motives which produced them.
Θα αισθανόμασταν συχνά ντροπή για τις καλύτερές μας πράξεις εάν ο κόσμος μπορούσε να δει όλα τα κίνητρα που τις παρήγαγαν

Weakness of character is the only defect which cannot be amended.
Η αδυναμία του χαρακτήρα είναι η μόνη ατέλεια που δεν μπορεί να τροποποιηθεί

What keeps us from abandoning ourselves entirely to one vice, often, is the fact that we have several.
Αυτό που μας κρατά από το να εγκαταλειφθούμε ολοκληρωτικά σε μια κακία, συχνά, είναι το γεγονός ότι διαθέτουμε αρκετές.

What men have called friendship is only a social arrangement, a mutual adjustment of interests, an interchange of services given and received; it is, in sum, simply a business from which those involved propose to derive a steady profit for their own self-love.
Αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν τη φιλία είναι μόνο μια κοινωνική ρύθμιση, μια αμοιβαία προσαρμογή ενδιαφερόντων, μια ανταλλαγή αποδιδομένων και λαμβανομένων υπηρεσιών· είναι, συνοπτικά, απλά μια επιχείρηση από την οποία όσοι εμπλέκονται σκοπεύουν να αντλήσουν ένα σταθερό κέρδος χάριν της αγάπης στον εαυτό τους και μόνο.

What seems to be generosity is often no more than disguised ambition, which overlooks a small interest in order to secure a great one.
Αυτό που φαίνεται ως γενναιοδωρία δεν είναι τίποτα παραπάνω από μεταμφιεσμένη φιλοδοξία, η οποία αγνοεί ένα μικρό ενδιαφέρον προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα μεγάλο.

What we call generosity is for the most part only the vanity of giving; and we exercise it because we are more fond of that vanity than of the thing we give.
Ό,τι αποκαλούμε γενναιοδωρία είναι ως επί το πλείστον μόνο η ματαιοδοξία του δοσίματος· και το ασκούμε επειδή κλίνουμε περισσότερο στη ματαιοδοξία παρά στα πράγματα που δίνουμε.

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική: Ξεχασμένες εικόνες της ελληνικής επαρχίας...

Έλληνες ποιητές & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με τυρκουάζ σκουλαρίκια, λάδι σε καμβά

Έτσι για να αλλάξουμε κλίμα...

Ξεχασμένες εικόνες της ελληνικής επαρχίας που έφυγαν για πάντα...

Εικόνες που ζήσαμε μέσα από την ελληνική λογοτεχνία, τη ζωγραφική ή τις διηγήσεις των γονιών μας - στον αμυδρό απόηχο των παιδικών μας χρόνων...

Κώστας Ουράνης
Οι νέες των επαρχιών

Τις νέες συλλογίζουμαι στις απομακρυσμένες
τις επαρχίες, τα χλωμά και κρύα δειλινά,
όταν πίσω απ' το τζάμι τους κοιτάν' στηλά το δρόμο
κι αναστενάζουνε γιατί κανένας δεν περνά...

Τις συλλογιέμαι στις θαμπές του φθινοπώρου ημέρες,
όταν κοιτάνε τη βροχή να πέφτει στην αυλή τους
κι ανασηκώνουν στους στενούς τους ώμους τους το σάλι,
γιατί ένα ρίγος παγερό νιώθουν ως την ψυχή τους...

Συλλογιστήκατε ποτέ τις νέες στις επαρχίες,
που περιμένουνε να 'ρθεί, το βράδυ, η εφημερίδα,
για να διαβάσουν άπληστα το μυθιστόρημά της
και μάθουν τί απόγινε η όμορφη ηρωίδα;

Που ανταλλάσουν καρτ-ποστάλ -«ιδίως τοπία και άνθη»-
και διατηρούν ρομαντική, κρυφά, αλληλογραφία
μ' έναν άγνωστον, που μ' άπειρα χαρίσματα τον πλάθουν
κ' εκείνος είναι ένας γραφεύς σε κάποια Δημαρχία;

Που γράφουν καλλιγραφικά - και μ' ανορθογραφίες -
«σκέψεις» μέσ' σε λευκώματα παρμένες στα βιβλία
και που με μελαγχολικά ψευδώνυμα υπογράφουν,
όπως: «Ανέραστος Ψυχή» ή «Θλιβερά καρδία»;

Εγώ τις συλλογίζουμαι τις νέες αυτές, που είναι
της Έμμας Μποβαρύ αδερφές - και πάντα καρτεράνε
το Νέο τον ρομαντικό, τον πλούσιο, τον ωραίο,
που θα τους δώσει τη λαμπρή ζωή που λαχταράνε...

Πότε θα 'ρθεί; Πότε θα 'ρθεί από το γαλανό
βασίλειο της Χίμαιρας, μ' ερωτικά ανοιγμένη
την αγκαλιά, και να τον δουν να τους χαμογελά;
Τάχα γιατί τόσο πολύ ν' αργεί; Τί περιμένει;

Δεν ξέρει πως στην πένθιμη αυτήν αναμονή
λιώνουν οι άσπρες τους ψυχές σα μάταιες λαμπάδες;
Και δεν φοβάται, σα θα 'ρθεί μια μέρα, να μη βρει
σβηστό το φως και - αλίμονο- νεκρές τις Εστιάδες;

Πότε θα 'ρθεί; Κατάμονες και θλιβερές στο σπίτι
- στου φθινοπώρου τα χλωμά και κρύα δειλινά -
οι νέες των επαρχιών κοιτάν στηλά το δρόμο
κι αναστενάζουνε, γιατί κανένας δεν περνά...

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: οι εξωγήινοι, η οικονομική κρίση, οι επιστήμονες...

Αστρονομία & ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά

Με το πλοίο να μας περιμένει αρόδο...

Όσο περισσότερο εντείνεται κι εξαπλώνεται η οικονομική κρίση στις χώρες του πλανήτη άλλο τόσο και φουντώνουν οι ανακοινώσεις περί εξωγήινων υπάρξεων και επισκέψεων...


Το αξιοπερίεργο είναι ότι οι ανακοινώσεις δεν πρόερχονται από new age χώρους ουφολόγων και εσχατολόγων. Αντίθετα. Προέρχονται από την επίσημη επιστημονική κοινότητα. Στον χορό έχουν μπεί διάσημοι αστροφυσικοί, γεωλόγοι, κλπ...

Απορίας άξιον, καθώς δε μας είχαν συνηθισει μέχρι τώρα σε ανάλογες συμπεριφορές...

Είτε πρόκειται για τέχνασμα δημοσίων σχέσεων και προβολής τους, προκειμένου να πετύχουν καμμιά χρηματοδότηση προγράμματος. Είδαν κι αποείδαν οι άνθρωποι - όλη η κοινή γνώμη είναι στραμμένη με απόγνωση στα στυγνά οικονομικά μέτρα και πού όρεξη και καιρός για αστρική ονειροπόληση...

Είτε όντως κάτι συμβαίνει...Λέτε;

Αυτή η προοπτική είναι πράγματι ελπιδοφόρα μέσα στην καθημερινή μας μαυρίλα. Κι ας τον Hawking να λέει περί κακών εξωγήινων. Χειρότεροι από τους γήινους κατακτητές αποκλείεται να βρεθούν...


Τους περιμένουμε, μήπως και γλυτώσουμε από τα χρέη και αποδράσουμε μια για πάντα από τον καταραμένο κόσμο μας - έτσι όπως τον καταντήσαμε βέβαια άπαντες...

Παραθέτουμε το πολύ καλό άρθρο του Τάσου Καφαντάρη...

Η επιστήμη στα ίχνη των εξωγήινων...

ΤΟ ΒΗΜΑ, 9-5-2010


Δύσκολοι καιροί για επιστήμονες: Οι οικονομολόγοι αδυνατούν να μας εξηγήσουν πώς το όνειρο της παγκοσμιοποίησης μεταβλήθηκε σε παραμύθι και οι αστροφυσικοί μετατρέπουν το... κάποτε παραμύθι των εξωγήινων σε απτή προοπτική! Αλλά, αν οι πρώτοι πιέζονται από τα θύματα της απρονοησίας τους να δώσουν εξηγήσεις, οι δεύτεροι από τι ωθούνται να προβούν σε εκτιμήσεις που δεν τόλμησαν ποτέ στο παρελθόν; Διότι- για τους πολλούς που δεν πρόσεξαν τις σχετικές ειδήσεις - από την αρχή αυτής της χρονιάς έχουμε μια έντονη επαναφορά εξωγήινων σεναρίων στο προσκήνιο. Οχι από ευφάνταστους «ουφολόγους» αυτή τη φορά, αλλά από τα πιο σεβαστά επιστημονικά χείλη!

«Εξωγήινη» επιστημονική ταραχή

Την αρχή έκανε η Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου (η Ακαδημία των Βρετανών), που διοργάνωσε συνέδριο στις 25 Ιανουαρίου με θέμα την ύπαρξη εξωγήινων. Ο κύριος ομιλητής του συνεδρίου, καθηγητής Εξελικτικής Παλαιοβιολογίας στο Κέιμπριτζ Simon Conway Μorris τάχθηκε όχι απλώς υπέρ της ύπαρξης εξωγήινων αλλά και ότι «αυτοί μπορεί να μας μοιάζουν τόσο εμφανισιακά όσο και στα ελαττώματά μας, όπως η απληστία, η βία και η τάση να εκμεταλλεύονται πόρους άλλων».

Τη σκυτάλη παρέλαβε στις 25 Απριλίου ο πασίγνωστος μελετητής των Μαύρων Οπών, Stephen W. Ηawking: « Οι ίδιοι οι αριθμοί καθιστούν την ύπαρξη εξωγήινων απόλυτα λογική» είπε. «Φαντάζομαι ότι πιθανόν ζουν σε μεγάλα διαστημόπλοια, έχοντας εξαντλήσει όλους τους πόρους του μητρικού τους πλανήτη. Τόσο αναπτυγμένοι εξωγήινοι θα μπορούσαν ίσως να γίνουν νομάδες,που επιζητούν να κατακτήσουν και εποικήσουν όποιον πλανήτη βρουν.Αν τέτοιοι εξωγήινοι μας επισκεφθούν ποτέ,νομίζω ότι η έκβαση θα είναι παραπλήσια εκείνης που είχε η απόβαση του Κολόμβου στην Αμερική και η οποία δεν επεφύλαξε καλή τύχη στους ιθαγενείς». Επομένως; «Επομένως» συμπλήρωσε ο Ηawking «το να προσπαθήσει κανείς να έλθει σε επαφή μαζί τους είναι αρκετά ριψοκίνδυνο».

Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν φυσικά αναταραχή και απορίες, αλλά εν μέσω οικονομικής κρίσης... λίγοι θα έψαχναν το «γιατί και πώς». Ωστόσο ακριβώς την προηγούμενη ημέρα, στις 24 Απριλίου 2010, είχε συμβεί κάτι ανεπανάληπτο, κάτι που ίσως στο μέλλον εξηγήσει πολλά- και ίσως χαρακτηρισθεί από τους ιστορικούς «αρχή νέας εποχής»: Ενας πύραυλος εκτοξεύθηκε από τη Φλόριδα των ΗΠΑ, θέτοντας σε τροχιά ένα νέο διαστημικό σκάφος ονόματι Χ-37Β ή Οrbital Τest Vehicle. Το σκάφος αυτό μοιάζει αρκετά με το γνωστό Space Shuttle, αλλά διαφέρει σε κάποια σημαντικότατα σημεία: Δεν ανήκει στη ΝΑSΑ, αλλά στο Πεντάγωνο, είναι μικρότερο από το Space Shuttle και πλήρως ρομποτικό, εκτελεί άκρως μυστική αποστολή και... είναι το πρώτο γήινο σκάφος εξοπλισμένο για μάχες στο Διάστημα! Να πολεμήσει με ποιον και γιατί;...

Γκράφιτι στα σπαρτά

Ωσότου βρούμε τις απαντήσεις για αυτή την πρώτη «οπλισμένη διαστημική πτήση»- η οποία θυμίζουμε ότι γίνεται λίγο μετά την απόρριψη περαιτέρω αποστολών της ΝΑSΑ στη Σελήνη, από τον πρόεδρο Ομπάμα- ας δούμε το τι σημαίνουν οι προειδοποιήσεις του Ηawking για αποφυγή επαφής με τους εξωγήινους. Τι εννοούσε; Οτι ήδη υπάρχουν ενδείξεις τέτοιων προσπαθειών; Από πλευράς γήινων, η μόνη ένδειξη «τόλμης» ήταν ακριβώς η πτήση που πραγματοποιήθηκε την προηγουμένη της δήλωσής του. Οπότε, ίσως την απηύθυνε στους ιθύνοντες του Πενταγώνου. Αλλά, από πλευράς των υποτιθέμενων εξωγήινων, έχουμε ενδείξεις κάποιας επαφής και επικοινωνίας με τον πλανήτη μας;

Σίγουρα, οι θιασώτες της ουφολογίας θα έσπευδαν να μας απαντήσουν με πολύχρονους φακέλους περίεργων συμβάντων, με βιντεοσκοπήσεις ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητος Ιπτάμενων Αντικειμένων) ως και μαρτυρίες απαγωγών ανθρώπων από αυτά. Αλλά κάτι το ορατό από όλους και μη φευγαλέο υπάρχει;
Σίγουρα, οι θιασώτες της ουφολογίας θα έσπευδαν να μας απαντήσουν με πολύχρονους φακέλους περίεργων συμβάντων, με βιντεοσκοπήσεις ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητος Ιπτάμενων Αντικειμένων) ως και μαρτυρίες απαγωγών ανθρώπων από αυτά. Αλλά κάτι το ορατό από όλους και μη φευγαλέο υπάρχει;

Η απάντηση ίσως βρίσκεται σε κάτι το τόσο οφθαλμοφανές που... εδώ και αιώνες φροντίζουμε να παρεξηγούμε: Τα γιγαντιαία σχήματα στα ανοιξιάτικα χωράφια! Οι λεγόμενοι «κύκλοι στη σοδειά» ( crop circles, στα Αγγλικά) είναι ένα πολύ γνωστό φαινόμενο, που εμφανίζεται κάθε χρόνο, αρχίζοντας από τον Απρίλη, σε χωράφια πολλών χωρών του πλανήτη μας. Μολονότι οι εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας το ανακάλυψαν μόλις τη δεκαετία του 1970, τα ανεξήγητα αυτά σχέδια στα σπαρτά φαίνεται ότι εμφανίζονταν ανέκαθεν. Στην αρχαιότητα έλεγαν ότι τα δημιουργούσε ο «Χορός των Νυμφών». Στον Μεσαίωνα τα ονόμαζαν «Δαχτυλίδια των Ξωτικών» (Fairy Rings), «Σχέδια των Μαγισσών», «Θέρισμα του Διαβόλου» ή «Παιχνίδι των Νάνων» κατά τους συγγραφείς παραμυθιών αδελφούς Γκριμ. Φυσικά, κανείς δεν τα καταλόγιζε σε εξωγήινους, παρά μόνο μετά την έλευση της διαστημικής εποχής και τις σχετικές φαντασιώσεις μας για αστρικές πτήσεις. Ετσι, η σχετική φιλολογία αναπτύχθηκε μετά το 1970, για να διακοπεί απότομα τη δεκαετία του 1990: Το 1991, δύο νεαροί από τη Νότια Αγγλία ισχυρίστηκαν ότι ήταν οι «εφευρέτες του κόλπου» και έδειξαν το πώς σανίδωναν τα σπαρτά τις νύχτες για να κάνουν πλάκα το πρωί με τους τουρίστες που συνέρρεαν στο φαινόμενο. Η μετανάστευση της μόδας και σε άλλες χώρες κατέταξε σύντομα τους «κύκλους στη σοδειά» στα χωρατά για εύπιστους. Δεν είναι όμως απαραίτητα όλα τα σανιδωμένα σπαρτά ίδια...

Μικροκύματα & στρόβιλοι πλάσματος

Παρά την αποδεδειγμένη ευκολία με την οποία οι χωρατατζήδες νεαροί έφτιαχναν σχέδια στα χωράφια, πολλά από τα σχέδια των αγρών εμφάνιζαν πολυπλοκότητα και τελειότητα ανεξήγητη για «δουλειά της νύχτας». Οταν, μάλιστα, οι επίμονοι ερευνητές του φαινομένου άρχισαν να «φυλάνε σκοπιά» στα χωράφια της Νότιας Αγγλίας, διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι τα περισσότερα από αυτά τα τέλεια σχέδια εμφανίζονταν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, λίγο προτού χαράξει. Τα σχέδια ήταν εξαιρετικά γεωμετρικά, με συνδυασμό κύκλων, τριγώνων και τετραγώνων. Επειτα, ανακάλυψαν ότι συνδέονταν μεταξύ τους, με άξονες που έδειχναν το ένα το άλλο, ή και το πού θα εμφανιστεί το επόμενο. Η έκπληξη χειροτέρεψε, όταν κάποιοι θιασώτες του φαινομένου κατέγραψαν σε βίντεο φωτεινούς μεταλλικούς δίσκους, που πετούσαν με απίστευτα ταχείς ελιγμούς πάνω από τα χωράφια και... στιγμιαία εμφανίζονταν από κάτω τους σχέδια!
Τα στοιχεία ήταν πλέον αρκετά ενδιαφέροντα ώστε να σκύψουν επάνω τους και οι επιστήμονες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο βιοφυσικός William C. Levengood, του Εργαστηρίου Ρinelandia στο Μichigan των ΗΠΑ, εξέτασε δείγματα από 250 χωράφια με σχήματα, που επιλέχθηκαν τυχαία από επτά κράτη. Βρήκε ότι τα στάχυα είχαν λυγίσει ή εκραγεί με τρόπο που έμοιαζε να είχαν εκτεθεί σε μικροκύματα. Ιδιαίτερα- όπως κατέγραψε στην εργασία που δημοσίευσε στην «Journal of Scientific Εxploration», το 1995- στα ευρήματα από ένα χωράφι της Βρετανίας, ανίχνευσε μόρια σιδήρου που είχαν ενσωματωθεί στα φυτά ενόσω ο σίδηρος βρισκόταν σε θερμοκρασία τήξης! Το 1999, ο Βρετανός Ronald Αshby εξέτασε αυτά τα ευρήματα με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο και αποφάνθηκε ότι η διάχυση του σιδήρου έγινε σε ριπές χιλιοστών του δευτερολέπτου. Ο ίδιος ο Levengood, σε εργασία που δημοσίευσε την ίδια χρονιά στο «Ρhysiologia Ρlantarum», έγραψε ότι το πιθανότερο ήταν οι κύκλοι των σοδειών να δημιουργούνται από ατμοσφαιρικούς στροβίλους πλάσματος, δηλαδή ηλεκτρισμένες αεριόμαζες που κινούνται σπειροειδώς και εκπέμπουν μικροκύματα. Αλλά, ποιες δυνάμεις της φύσης θα σχεδίαζαν τόσο νοήμονα και γεωμετρικά σύνθετα σχήματα;

Εξετάζοντας δείγματα του εδάφους από σημεία όπου η σοδειά «είχε πατηθεί», ο ορυκτολόγος Sampath Ιyengar έμεινε έκπληκτος: «Οι αλλαγές στην άργιλο ήταν όμοιες με αυτές που υφίσταται όταν μένει θαμμένη επί χιλιάδες χρόνια, υπό πίεση και θέρμανση» είπε. Πώς όμως ασκεί κανείς πίεση και θερμότητα κρυσταλλοποίησης χωρίς να κάψει ολοσχερώς τα στάχυα; Για επιβεβαίωση του φαινομένου, ζητήθηκε η εξέταση των δειγμάτων και από μία αυθεντία στον τομέα αργιλούχων ορυκτών, τον καθηγητή Γεωλογίας στο Dartmouth College, Robert C. Reynolds Jr. Αποφάνθηκε ότι... «οι τρέχουσες γνώσεις μας δεν μας επιτρέπουν καμία εξήγηση του φαινομένου».

Το ίδιο πιστεύει και ο καθηγητής Γεωλογίας Κlaas von Εgmond του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, ο οποίος μελετά τους κύκλους σοδειάς της Ν. Αγγλίας για περισσότερο από μία δεκαετία. Αλλά τώρα πια πιστεύει και κάτι περισσότερο: «Πέρυσι (το 2008) είδαμε πέντε φωτεινές μπάλες από μέταλλο σαν αλουμίνιο» δήλωσε σε γερμανικό ντοκυμαντέρ «που πετούσαν πάνω από τα χωράφια και χάραζαν αυτά τα σχέδια».

Ενδιαφέρον
ντοκυμαντέρ

Ιδιαίτερα κατατοπιστικό για το θέμα είναι ένα γερμανικό ντοκυμαντέρ (στα αγγλικά) που μπορείτε να δείτε στο Διαδίκτυο: www. youtube. com/watch? v=8mΑdrSvΟgwΙ ΤΙ ΝΟΗΜΑ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΣΧΗΜΑΤΑ;

Εστω,λοιπόν,ότι ένα ποσοστό των όλων σχεδίων στα χωράφια έχουν χαρακτηριστικά που τα κατατάσσουν στα «μη χειροποίητα από ανθρώπους» και στα αρκούντως ανεξήγητα να αποδοθούν σε φυσικές δυνάμεις και αίτια.Γιατί γίνονται; Εχουν κάτι να μας πουν, βγαίνει κάποιο νόημα από αυτά τα σχήματα,είναι κάποιο είδος μηνύματος;

Από όλα τα σχέδια που τροφοδότησαν διάφορες ερμηνείες μηνυμάτων,το πιο σοκαριστικό ήταν αυτό που εμφανίστηκε τον Αύγουστο του 2001 στο Chibolton της Αγγλίας,δίπλα στις εγκαταστάσεις ενός τηλεσκοπίου: Ηταν σαν μακρόστενη κάρτα-απάντηση στο μήνυμα γνωριμίας προς εξωγήινους που είχε στείλει το 1974 ο γνωστός αστροφυσικός Carl Sagan,μέσω του ραδιοτηλεσκοπίου του Αρεσίμπο στο Πουέρτο Ρίκο.Σε εκείνη την «επισκεπτήρια κάρτα»,ο Sagan είχε χαράξει έναν κώδικα εικονοστοιχείων (pixels) που έδειχναν το δεκαδικό σύστημα που χρησιμοποιούμε στη Γη,τα βασικά για μας χημικά στοιχεία (υδρογόνο,οξυγόνο,άζωτο,άνθρακας),το πυρίτιο,το ηλιακό μας σύστημα,το πώς μοιάζει ο άνθρωπος,το τι πληθυσμό έχουμε συνολικά,τη σύσταση του DΝΑ μας και το μέσο τρέχουσας επικοινωνίας (το ραδιοτηλεσκόπιο).

Στο Chibolton εμφανίστηκε αποτυπωμένη στα σπαρτά σχεδόν ολόιδια αυτή η κάρτα,με κάποιες σημαίνουσες διαφορές: Ενώ το αριθμητικό σύστημα είναι επίσης δεκαδικό και βασίζεται στα ίδια χημικά στοιχεία και το πυρίτιο,το ηλιακό σύστημα διαφέρει,όπως και ο πληθυσμός,η εμφάνιση του «εξωγήινου» δείχνει πολύ μεγαλύτερο κεφάλι ως προς το σώμα,ο έλικας του DΝΑ δεν είναι διπλός αλλά τριπλός και το σύστημα επικοινωνίας είναι διαφορετικό.Εντυπωσιακότατο ήταν και ότι η απεικόνιση του συστήματος επικοινωνίας τους αντιστοιχούσε στο σχήμα που είχε παρουσιασθεί ακριβώς έναν χρόνο πριν στο ίδιο χωράφι,δίπλα στο ίδιο γήινο τηλεσκόπιο!

Την επόμενη χρονιά,το 2002,ένα ακόμη πιο ασύλληπτο σχήμα εμφανίστηκε στο Winchester της Αγγλίας,ένα σχήμα «αδύνατο να φτιαχτεί από ανθρώπους σε μια νύχτα»: Το μπούστο του ΕΤ, με έναν δίσκο τύπου CD στο πλάι του,όπου ήταν χαραγμένη πληροφορία σε γλώσσα μηχανής των υπολογιστών (κώδικα ΑSCΙΙ).Τι έλεγε αυτό το μήνυμα; «Φοβού τους φέροντες ψευδή δώρα και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.Πολύς πόνος,αλλά υπάρχει ακόμη χρόνος.Πίστευε ότι υπάρχει ακόμη καλό εκεί έξω.Αντιτιθέμεθα στους παραπλανητές.Ο αγωγός κλείνει». Η ερμηνεία της...εξωγήινης Πυθίας δική σας,αλλά η λέξη «αντιτιθέμεθα» δύσκολα αφήνει έξω από τη σκέψη την εκτόξευση γήινου οπλισμένου διαστημοπλοίου: Είμαστε εν δυνάμει αντίπαλοί τους ή ετοιμαζόμαστε να διαλέξουμε μεριά σε έναν πόλεμο μεταξύ εξωγήινων;

Γρίφος...

Τέλος,τα πιο ταιριαστά με τη συνωμοσιολογία της εποχής μας σχέδια εμφανίστηκαν την τελευταία πενταετία,όπως αυτό που αποτυπώθηκε στις 9 Αυγούστου 2005 στο Αshbury Wiltshire της Αγγλίας: Το περίφημο ημερολόγιο των Μάγια Solkin,με μία εντυπωσιακή προσθήκη στο κέντρο.Μία έκλειψη Ηλίου συν το πέρασμα της Αφροδίτης ανάμεσα στον Ηλιο και στη Γη.Είναι μια αστρονομική σύνοδος που θα συμβεί στις 16 Μαΐου 2012.Και,στις 13 Ιουλίου 2008, ένα συναφές σχήμα εμφανίστηκε στο Avebury Μanor της Αγγλίας: Η διάταξη του ηλιακού μας συστήματος την 21η Δεκεμβρίου 2012!

Να σημαίνουν όλα αυτά ότι «τελειώνει η τρέχουσα και αρχίζει η 4η εποχή στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους»; Χρειάζομαι επειγόντως την επόμενη επιστημονική απάντηση,γιατί...δεν αντέχω στη σκέψη ότι θα χάσουν οι σωτήρες μας τα δανεικά που μας έδωσαν!

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, λάδι σε καμβά

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς...

Κωνσταντίνος Καβάφης
Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Μέρες οργής...

Ποιητές & ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δύο καράβια, λάδι σε καμβά

Σφίξε στὰ χέρια σου μιὰ νίκη ποὺ δὲν ἦρθε ἀκόμα...

Μέρες οργής...
Αφιερώνεται στην 5η Μαίου 2010

Οδυσσέας Ελύτης
Καλωσύνη στις λυκοποριές (απόσπασμα)

ΙΙΙ

Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας μέσα στὴ μαύρη πολιτεία
Δοῦλοι παζαρεύουν τὴ βροχή, τὰ δέντρα
Τὸν ἥλιο παραλυτικὸ μέσα στὸ καροτσάκι

Στοὺς στενοὺς βρώμικους δρόμους
Πυροβολοῦν μὲ τὸ μυαλό τους οἱ ἄνθρωποι

Ματώνοντας τὰ σύρματα
Κρυφὰ ἀπ᾿ τὰ τσομπανόσκυλα τοῦ φεγγαριοῦ
Τὰ πόδια σου γλυστροῦν
Στὰ βοῦρλα
Μὲς στὶς καλαμιές καὶ τὰ φαρμακερὰ νερά
Ἐκεῖ ποὺ μάχεται ὁ φονηάς τὸ χτύπο τῆς καρδιᾶς του
Κι ἡ σκέψη παγωμένη στέκεται στὸν ἀέρα

Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
Ὅταν τὰ δέντρα μοιάζουν στῶν ἀρρώστων
Τὴ στερνὴ χαροπαλαιματιά
Κι ἕνας ἄγγελος μόνος του ὀνειρεύεται
Σὰν γκιώνης
Μὲς στὸν ἔρημο κάμπο
Ἡ ζωὴ ἀχνὰ μὴ στενάξει πιά

Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
- Ἂχ ἡ ζωὴ νὰ μὴ στενάξει πιά
Τὰ χέρια σου
Τὰ βασανισμένα χέρια σου
Ποὺ δίνουν ξάφνου μιὰ τῆς σκοτεινιᾶς
Ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου
Νὰ χλιμιντρήσει κορωμένος ὁ ἄνεμος
Ν᾿ ἀστράψει ὁ πόθος Λουμπαρδιάρης

Νὰ ροβολήσει ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ βουνά
Ψάλλοντας τὴν ἀγάπη
Ἕνα ἔθνος ὀξιές
Μὲ τὴν ὑγεία τῆς καταιγίδας στὶς σημαῖες του.

ΙV

Ἀκούγεται ἀπὸ τὴν περπατηξιά σου ἡ δόξα
Ὅπως ἀκούγεται ἀπ᾿ τὸ βρόντημα τοῦ μπρούντζου ὁ ἥλιος
Μελαψὸ παλληκάρι
Ποὺ ἀκουμπᾶς ἐπάνω στὴν Ἑλλάδα
Μὲ τὸ κουράγιο ποὺ ἀκουμπάει στὴ μπόρα τὸ ἔλατο
Καὶ σοῦ πᾶν οἱ αἰῶνες ὅπως τῆς πάει τῆς ἀντρειᾶς
Τὸ λουλούδι στὰ δόντια καὶ τὸ μπὰμ
Τῆς πιστολιᾶς

Πέρασαν μές στὴ μνήμη σου μῆνες ἀνέμων
Ἡ φωνή σου σκοτείνιασε σὰν δρυμός
Εἶδες κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια σου νὰ ξεκοιλιάζουνται ἄλογα
Δάση νὰ τρῶν φωτιὲς ἀνθρώπους ἄνθρωπο

Εἶδες μιὰ πέτρα τρυπημένη ἀπὸ κραυγὴ θανάτου
Νὰ σηκώνει τὴ σκιά της τέρας
Μιὰ γυναίκα μὲ ράμφος καὶ φτερά
Νὰ σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Τὸ φεγγάρι στὸ στόμα τῆς φοβέρας

Τίποτα σύ! Μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου τὸ διάστημα
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύομαι
Λές, ἡ ματιὰ τοῦ ἀρνιοῦ σκοτώνει τὰ τσακάλια,
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύεσαι
Μελαψὸ παλληκάρι
Λέω: Ἡ ἐλπίδα τὄφτασε τὸ μπόι τῆς κορασιᾶς
Εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ καρδιὰ τοῦ ἀντρὸς νὰ μαχαιρώσει ἀτσάλι

Κύττα: σελλώνει ὁ ἄνεμος τὰ ὄνειρα
Σπίθες πετοῦν τὰ πέταλα στὸ πυρρὸ νέφος
Ἡ μέρα ὅπου καὶ νἆναι μὲ λούλουδα μηλιᾶς
Θὰ βγεῖ νὰ σεργιανίσει πάλι στὸ ἀρχιπέλαγος!

V

Σφίξε στὰ χέρια σου μιὰ νίκη ποὺ δὲν ἦρθε ἀκόμα
Στὰ δόντια σου τὸ ὑστερικὸ φάντασμα τῆς φωτιᾶς
Μὲ τὰ κλαριὰ ποὺ ἕνα κοράλλι ξέχασε
Ν᾿ ἀνάβουνε ἀπὸ τὴ γητειὰ τοῦ παραδείσου

Σκέψου τὸ αὐγὸ ποὺ οἱ μέρες σου οἱ αὐριανὲς κλωσσᾶνε
Τὸ ἄστρο ποὺ ἡ νύχτα ἐξόρισε ἀπὸ τὸ στῆθος σου
Γιὰ νὰ τὸ πεθάνει

Σφίξε στὰ σπάργανα τοῦ Γεναριοῦ ὅπου κρύβεται τὸ μίσος
Καὶ τὸ δικό σου ἀδικοσκοτωμένο πόθο
Τὴ μιλιὰ ποὺ δὲ βρῆκε τὸ γενναῖο της στόμα
Τὸ χτικιὸ τῆς ἀγάπης σου
Γιατὶ δὲν ἦρθε ἀκόμα

Ἡ ὥρα νὰ μπεῖ στὸ κάθε πράγμα ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς
Νὰ συνεπάρει τὰ σπαρτὰ μιὰ τραμουντάνα ὑγείας
Νὰ πιεῖ ὁ χυμὸς τῆς θύμησης τὸ θελκτικό του μέλλον
Ν᾿ ἀνθοβολήσουν κερασιὲς μὲς στὰ σγουρὰ μαλλιά
Νὰ καταργήσει ὁ λόγος τὸ χρυσάφι.

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: η σοκολάτα είναι η λύση...

Επιστήμη & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Κι όμως, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα μύρια όσα δεινά που μας βρήκαν...

Τι κι αν πάσχουμε από μείζονα κατάθλιψη τελευταίως ως πολίτες αυτής της χώρας...

Υπάρχει άμεση λύση και μάλιστα απλούστατη: Η σοκολάτα!

Τρώτε λοιπόν σοκολάτες ακαταπαύστως, απ' το πρωί ως το βράδυ, κι όλα θα αντιμετωπισθούν...

Ιδού τα σχετικά...



Σοκολάτα & κατάθλιψη...

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27-4-2010

Οι άνθρωποι που τρώνε συχνά σοκολάτα, είναι πιο καταθλιπτικοί ή, αντίστροφα, όσοι είναι καταθλιπτικοί, τρώνε όλο και περισσότερη σοκολάτα, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, που δείχνει ότι όσοι τρώνε τουλάχιστον μια σοκολάτα την εβδομάδα, έχουν χειρότερη ψυχική διάθεση σε σχέση με όσους τρώνε σοκολάτα πολύ πιο αραιά.

Επιβεβαιώθηκε έτσι ότι οι άνθρωποι τρώνε σοκολάτα, όταν βρίσκονται «στα κάτω τους», όμως δεν είναι ακόμα σαφές ποια ακριβώς σχέση υπάρχει ανάμεσα στη σοκολάτα και στην άσχημη ψυχική διάθεση.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, υπό τη δρα Νάταλι Ρόουζ, δημοσίευσαν τη σχετική έρευνα στο ιατρικό περιοδικό «Archives of Internal Medicine» του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου, σύμφωνα με το ΒΒC και τα πρακτορεία Ρόιτερ και Γαλλικό.

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η σοκολάτα «φτιάχνει» το κέφι, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει επιβεβαιωθεί επιστημονικά. Από την άλλη, στη νέα έρευνα οι ερευνητές δεν απέκλεισαν ότι μπορεί η σοκολάτα να είναι τελικά η αιτία και όχι η θεραπεία για την κατάθλιψη. Στην έρευνα, που αφορούσε περίπου 1.000 ενηλίκους, άνδρες και γυναίκες, όσο περισσότερη σοκολάτα κατανάλωναν, τόσο χειρότερα ήταν τα κέφια τους.

Εκείνοι που έτρωγαν πιο πολύ από όλους (πάνω από έξι σοκολάτες των 28 γραμμαρίων η κάθε μια τον μήνα), είχαν τον μεγαλύτερο δείκτη κατάθλιψης. Κανείς από τους εθελοντές δεν έπαιρνε αντικαταθλιπτικά ή δεν είχε προηγουμένως διαγνωστεί ότι έπασχε από κατάθλιψη. Οι πιο καταθλιπτικοί έτρωγαν κατά μέσο όρο 11,8 σοκολάτες (των 28 γραμμαρίων) τον μήνα, έναντι 5,4 όσων δεν είχαν κατάθλιψη. Τα άτομα με μέση «βαθμολογία» στο δείκτη κατάθλιψης, έτρωγαν κατά μέσο όρο 8,4 σοκολάτες (η μελέτη δεν διέκρινε μεταξύ μαύρης και σοκολάτας γάλακτος).

Οι αμερικανοί ερευνητές δήλωσαν ότι υπάρχουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις για την ανακάλυψή τους. Μπορεί όσοι νιώθουν άσχημα, απλώς να θέλουν τη σοκολάτα για να «γλυκαθούν» και να νιώσουν καλύτερα ή μπορεί η κατάθλιψη που αισθάνονται, να τους οδηγεί να φάνε σοκολάτα και αυτή να μην έχει καμία ευεργετική επίδραση πάνω τους. Μπορεί κατά τη Ρόουζ, όπως και με το αλκοόλ, η σοκολάτα να έχει πρόσκαιρα βραχυπρόθεσμα οφέλη, αλλά μακροπρόθεσμα να μην ωφελεί στον ψυχισμό.

Δεν αποκλείεται, τέλος, η ίδια η σοκολάτα να αποτελεί άμεση αιτία για την αύξηση της κατάθλιψης, σύμφωνα με τους ερευνητές. Για να ξεκαθαριστεί τι από όλα αυτά συμβαίνει, θα χρειαστούν και άλλες έρευνες, κυρίως για να διευκρινιστεί αν η σοκολάτα αποτελεί αιτία κατάθλιψης ή προσωρινή «θεραπεία».

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: η αδυσώπητη γη μας...

Ελληνική ποίηση & ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη ΙΙ, λάδι σε καμβά

Με λόγια παρηγοριάς από τον ποιητή...

Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ...

Νίκος Γκάτσος
από την "Αμοργό"

Λένε πὼς τρέμουν τὰ βουνὰ καὶ πὼς θυμώνουν τὰ ἔλατα
Ὅταν ἡ νύχτα ροκανάει τὶς πρόκες τῶν κεραμιδιῶν νὰ μποῦν οἱ καλικάντζαροι μέσα
Ὅταν ρουφάει ἡ κόλαση τὸν ἀφρισμένο μόχθο τῶν χειμάῤῥων
Ἢ ὅταν ἡ χωρίστρα τῆς πιπεριᾶς γίνεται τοῦ βοριᾶ κλωτσοσκούφι.

Μόνο τὰ βόδια τῶν Ἀχαιῶν μὲς στὰ παχιὰ λιβάδια τῆς Θεσσαλίας
Βόσκουν ἀκμαῖα καὶ δυνατὰ μὲ τὸν αἰώνιο ἥλιο ποὺ τὰ κοιτάζει
Τρῶνε χορτάρι πράσινο φύλλα τῆς λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρὸ νερὸ μὲς στ᾿ αὐλάκια
Μυρίζουν τὸν ἱδρώτα τῆς γῆς κι ὕστερα πέφτουνε βαριὰ κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τῆς ἰτιᾶς νὰ κοιμηθοῦνε.

Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει
Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται
Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα
Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει.
Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις
Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει
Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου
Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια
Νὰ βρεῖς μίαν ἄλλη θάλασσα μίαν ἄλλη ἁπαλοσύνη
Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα
Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις
Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου.
Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θά ῾χει γεράσει.
Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει
Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο
Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ
Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου
Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θά ῾ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη...

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: υπάρχει κι ένα καλό τον τελευταίο καιρό...

Καπνός & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι

kekkeris

Γιάννης Σταύρου, Κόκκινο χαρμάνι, λάδι σε καμβά

Κάτι για ν' αλλάξουμε διάθεση...

Λοιπόν, υπάρχει κι ένα καλό τον τελευταίο καιρό: σταμάτησαν να ασχολούνται με τους καπνιστές...

Έτσι μπορούμε να καπνίζουμε οπουδήποτε και οποτεδήποτε...

Μπορεί να θέλουν να μας τα πάρουν μεσω ληστρικής φορολογίας, μπορεί - ποιός ξέρει...

Σημασία έχει ότι έδωσαν παράταση στην ηδονική, ακριβή και βλαβερή μας συνήθεια...

Κατά Μαρκ Τουέιν:

Αν το κάπνισμα δεν επιτρέπεται στον παράδεισο, τότε δεν θα πάω.

Είναι εύκολο να κόψεις το τσιγάρο. Το έχω κάνει εκατοντάδες φορές.

Ή κατά Σαλβαδόρ Νταλί

Από τότε που σταμάτησα το κάπνισμα, αποφάσισα να αφήσω μουστάκι, γιατί είναι καλύτερο για την υγεία. Αδειασα μάλιστα την ταμπακέρα μου από τσιγάρα και τη γέμισα με ψεύτικα μουστάκια, τα οποία πρόσφερα στους φίλους μου λέγοντας: Μουστάκι; Μουστάκι; Μουστάκι; Περίεργο, κανείς δεν τόλμησε να πάρει ποτέ.

Συνεχίζουμε με Μαρκ Τουέιν και σε άλλα θέματα. Είναι απολαυστικός και έξυπνος...


Marc Twain (1835-1910)

Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο. Οι γυμνοί έχουν από λίγη έως μηδενική επίδραση στην κοινωνία.

Ο παράδεισος βρίσκεται εκεί που είναι η Εύα.

Η οικειότητα γεννά περιφρόνηση και παιδιά.

Μην τριγυρνάς εδώ κι εκει λέγοντας ότι ο κόσμος σου οφείλει. Ο κόσμος δε σου οφείλει τίποτα. Ήταν εδώ πριν από σένα.

Το κρεβάτι είναι το πιο επικίνδυνο μέρος. Το 90% των ανθρώπων πεθαίνουν εκεί.

Μην αποχωρίζεσαι τις αυταπάτες σου. Όταν εξαφανιστούν, μπορεί να εξακολουθείς να υπάρχεις, αλλά θα έχεις σταματήσει να ζεις.

Η μυστική πηγή του χιούμορ δεν είναι η χαρά αλλά η θλίψη. Δεν υπάρχει χιούμορ στον παράδεισο.

Ποιός προσεύχεται για το Σατανά; Ποιός, τους τελευταίους δέκα οκτώ αιώνες, είχε την ελάχιστη ανθρωπιά να προσευχηθεί γι' αυτόν τον αμαρτωλό που το χρειαζόταν περισότερο;

Μην αφήνεις την εκπαίδευση να ανακατεύεται με τη μόρφωσή σου.

Είκοσι χρόνια από τώρα θα είσαι πιο απογοητευμένος για τα πράγματα που δεν έκανες παρά για τα πράγματα που έκανες. Γι' αυτό, λύσε τους κάβους. Σαλπάρισε μακριά από το σίγουρο λιμάνι. Εξερεύνησε, ονειρέψου, ανακάλυψε.

Πολιτισμός είναι ο ατελείωτος πολλαπλασιασμός μη αναγκαίων αναγκαιοτήτων.

Κουράγιο σημαίνει αντίσταση στον φόβο, έλεγχος του φόβου, μη απουσία του φόβου.

Βαθιά μέσα του, κανένας άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να έχει σε μεγάλη υπόληψη τον εαυτό του.

Πήγαινε στον Παράδεισο για το κλίμα και στην Κόλαση για την παρέα.

Ο Θεός έφτιαξε τον Ηλίθιο για άσκηση, και μετά έφτιαξε το σχολείο.

Καλοί φίλοι, καλά βιβλία και κοιμισμένη συνείδηση: αυτό είναι η ιδανική ζωή.

Η θλίψη μπορεί να φροντίσει τον εαυτό της, όμως για να απολαύσεις στο ακέραιο τη χαρά θα πρέπει να έχεις κάποιον να την μοιραστείς μαζί του.

Η τιμιότητα είναι η καλύτερη πολιτική - όπου δεν υπάρχει χρήμα.

Μην πείτε στη μητέρα μου ότι ασχολούμαι με την πολιτική. Νομίζει ότι είμαι πιανίστας σε μπουρδέλο.

Οι ευτυχισμένοι πρέπει να ξέρουν πως όσο πιο γεμάτο είναι ένα ποτήρι, τόσο πιο εύκολα χύνεται.

Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτον, σαν αγόρι, αγνοούσε τα πιο συνηθισμένα κατορθώματα της νεότητας. Δεν μπορούσε καν να πει ψέμματα.

Κλασικό είναι αυτό που όλοι θα ήθελαν να το ξέρουν, αλλά κανένας δεν κάθεται να το διαβάσει.

Τράπεζα είναι το μέρος που σου δανείζουν χρήματα, αν μπορείς ν' αποδείξεις ότι δεν τα έχεις ανάγκη.

Καλοί τρόποι είναι η συμφιλίωση της μεγάλης ιδέας που έχουμε για τον εαυτό μας με τη μικρή ιδέα που έχουμε για τους άλλους.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που τρώει χωρίς να πεινάει, πίνει χωρίς να διψάει και μιλάει χωρίς να έχει τίποτα να πει.

Δεν επέτρεψα ποτέ στο σχολείο να αναμειχθεί στην εκπαίδευσή μου.

Το γεγονός πως ο άνθρωπος γνωρίζει το καλό και το κακό, αποδεικνύει την ανωτερότητα της σκέψης του σε σχέση με τα ζώα. Το γεγονός πως παρ' όλα αυτά, κάνει το κακό, αποδεικνύει την ηθική κατωτερότητα σε σχέση με τα ζώα.

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Με την ευχή ο Παπαδιαμάντης ν' αλλάξει λίγο την τύχη μας...

Έλληνες πεζογράφοι & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ύδρα II, λάδι σε καμβά

Ίσως η φετεινή πρωτομαγιά να προμηνύει πολύ άσχημες μέρες - τις χειρότερες που γνωρίσαμε μεταπολεμικά...

Με την ευχή ο Παπαδιαμάντης ν' αλλάξει έστω και λίγο την τύχη μας...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ειδύλλιον της Πρωτομαγιάς

Περὶ τὴν χαραυγήν, ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἐξύπνισε τὰ παιδία, καὶ ἀφοῦ τὰ ἔνιψε καὶ τὰ ἐκτένισε ἐπιμελῶς τοὺς ἔδωσε παξιμαδάκια νὰ μασήσουν, «γιὰ νὰ μὴν τὰ μπουκώσ᾿ ὁ γάδαρος». Εἶτα ἔλαβε τὸ κομψόν, εὔπλεκτον καλάθιόν της, ἔθεσε ἐντὸς τὴν ῥόκαν, τὴν μανδήλαν της καὶ ὀλίγα τρόφιμα διὰ πρωινὸν πρόγευμα, καὶ ἐξῆλθε μετὰ τῆς συνοδίας της.

Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ᾿ ἣν ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἐξύπνα τόσον πρωί. Ἡ μόνη διαφορὰ ἦτο ὅτι σήμερον, ἕνεκα τοῦ ἐξαιρετικοῦ της ἡμέρας, ὠδήγει μαζί της τὰ μικρὰ παιδία, καὶ ὄχι μόνον αὐτά. Ἀλλ᾿ ἡ καλὴ γραῖα ἦτο πάντοτε ἀγροδίαιτος, καὶ ἂν διενυκτέρευε συνήθως εἰς τὴν πόλιν, ποτέ, οὔτε μίαν ἡμέραν δὲν ἔλειπεν ἀπὸ τὴν ἐξοχήν. Εἶχε τὴν ἀμνάδα της, τὴν ὁποίαν ἔτρεφε φιλοστόργως καὶ αἱ ἀγαθαὶ γειτόνισσαι διηγοῦντο ὅτι ἐκοιμᾶτο μετ᾿ αὐτῆς ἀγκαλιαστά, διὰ νὰ ζεσταίνεται. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐκοιμάτο μὲ τὴν ἀμνάδα, ἐκοιμάτο ὅμως εἰς τὸ αὐτὸ ὑπόστεγον, ὅπου καὶ ἡ ἀμνάς, μικρὸν ὑπόστεγον μὴ διαφέρον ὀρνιθῶνος εἰς τὸν μυχὸν τῆς αὐλῆς. Καὶ τὴν ἡμέραν ἡ μὲν ἀμνὰς εἶχε τὰ ἀρνία της, ἡ δὲ Φωτεινὴ τὰ παιδία της, τὰ τέκνα τῆς κυρίας της καὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς, ἠμίσειαν δωδεκάδα μικρῶν διαβόλων, οἵτινες ἐκρεμῶντο ἀπὸ τὰ φουστάνια της, προσεκολλῶντο εἰς τὰ σπηλαιώδη στέρνα της καὶ ἐπήδων εἰς τοὺς κυρτοὺς ὤμους της. Τὴν δὲ νύκτα ἡ μὲν ἀμνὰς εἶχε τὰ μηρυκάσματά της, δι᾿ ὧν ἐκράτει ἔξυπνον τὴν σύνοικον, ἡ δὲ γραῖα εἶχε τὰ ὄνειρά της, ἄλλα μηρυκάσματα τῆς φαντασίας καὶ αὐτά, ὑφ᾿ ὧν ἐστέναζεν ἐνίοτε ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ἐξυπνοῦσα τὴν προβατίναν, ἤτις διὰ μικροῦ βελασμοῦ ἀπήντα συμπαθῶς εἰς τοὺς στεναγμούς της.

Σήμερον ὅμως, ἐπειδὴ ἦτο ἑλληνικὴ ἑορτή, ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀνθούς, ἡ πομπὴ συνωδεύετο καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλην κόρην τῆς κυρίας της, τὴν περικαλλῆ Μάτην. Τούτου ἕνεκα, ἡ γραῖα ἀνέλαβεν ἐνώπιον ταύτης τὴν ἠμιαληθῆ ἐκείνην σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ γραῖαι ὑπηρέτριαι ὁπλίζονται ἐνώπιον τῶν νεαρῶν θυγατέρων τῶν δεσποινῶν των. Δὲν ἐπέτρεπε πλέον εἰς τὰ παιδία νὰ πιάνωνται ἀπὸ τὰ φουστάνια της νὰ τὰ τραβοῦν, ἀδιακόπως τὰ ἐμάλωνε, κ᾿ ἐκεῖνα ἔτρεχαν ἄλλα ἐμπρός, ἄλλα εἰς τὰ πλάγια, χωρὶς νὰ δίδωσι προσοχὴν εἰς τὰς φωνάς της.

Ἡ Ματὴ ἐβάδιζε δεξιόθεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς γραίας, ὑψηλή, εὐσταλής, καλλίζωνος. Εἶχε ξενικὰ διευθετημένην τὴν κόμην της, ἔμενε πάντοτε ἀσκεπὴς οἶκοι. Μόνον τὴν πρωίαν ἐκείνην, ἐπειδὴ ἐπήγαινεν εἰς τὴν ἐξοχήν, ἐφόρει λεπτὸν λευκὸν μανδήλιον περὶ τοὺς κροτάφους καὶ τὸ ἰνίον, τόσον βραχὺ καὶ τόσον ἐντέχνως διπλωμένον, ὥστε ἦτο ὡς νὰ μὴν τὸ ἐφόρει, καὶ ἡ πλουσία ξανθὴ κόμη τῆς ἐφαίνετο σχεδὸν ὅλη, μέχρι τῆς ὀσφῦος κατερχόμενη εἰς δυὸ παχείας πλεξίδας, ὡς σταλακτίτας χρυσούς, καὶ ὁ λαιμός της ἦτο ὁρατὸς ὅλος κάτω τοῦ βρόχθου εἰς τὸν λάκκον τῆς σφαγῆς καὶ μέχρι τῆς ῥίζης τῶν ὠμοπλατῶν.

Ἐφόρει μικρὰν πόλκαν κανελόχρουν καὶ λευκὸν μεσοφούστανον πολὺ κοντὸν διὰ τὸ ἀνάστημά της. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ μήτηρ ὑπελόγισε πολὺ κακῶς διὰ τὴν μέλλουσαν ἀνάπτυξιν τῆς κόρης, καὶ ὅσον ἐκείνη τῆς ἔκαμνε κοντὰ φορέματα, τόσον ἡ νέα ηὔξανε καὶ ἐπέτα ἀνάστημα ἀποτόμως. Ἦτο ἤδη δεκαεπταέτις, κ᾿ ἐφαίνετο νὰ εἶναι εἴκοσι ἐτῶν, ἐν ὑπερακμῇ ῥώμης καὶ καλλονῆς, ὁμοία μὲ τὴν Πρωτομαγιάν, τὸ κορύφωμα τοῦτο τῆς ἀνοίξεως, τὴν ἑτοίμην νὰ παραδώση τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον καὶ δρεπανοφόρον θέρος - ἔρος.

Μόλις ἐξῆλθον τῆς πολίχνης, καὶ ἡ κόρη ἔβγαλε τὴν πόλκαν της, εἰποῦσα ὅτι αἰσθάνεται ζέστην, κ᾿ ἔμεινεν μόνον μὲ τὸ μεσοφούστανον, μὲ τὸ ὁλοβρόχινον ὑποκάμισον καὶ μὲ τὴν λευκὴν βαμβακερὴν φανέλαν. Τότε ἀνεδείχθη ἐξαισιώτερον τὸ ῥαδινόν της μέσης, ἡ χάρις τοῦ ἀναστήματος καὶ τὸ γλαφυρὸν τῶν κόλπων της. Ὑπὸ τὴν λεπτὴν φανέλαν, ὅπου ἐφαίνοντο ἀνατέλλουσαι αἱ σάρκες της, θὰ ἔλεγε τὶς ὅτι εἶχεν ἀποταμιευμένα νεοδρεπή, δροσερὰ ὠχρόλευκα κρίνα, μὲ φλεβιζοῦσας ἀποχρώσεις λευκοῦ ῥόδου. Ἡ κόμη ἐπέστεφε τὸ μέτωπόν της ὡς ἐρυθραινόμενον νέφος μὴ ἐπαρκοῦν νὰ συστείλη τὴν αἴγλην τοῦ φωτός, καὶ αἱ ὀφρύες συστελλόμεναι ἐσκίαζον τοὺς βαθεῖς γλαυκοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ὡς λευκὴ ὁμίχλη ἐπιπολάζουσα τὴν πρωίαν ἐπὶ τοῦ ἀνταυγάζοντος αἰγιαλοῦ, καὶ τὰ χείλη μὲ τὴν ψίθυρον φωνὴν ἐφαίνοντο μορμυρίζοντα: φίλησε μέ!

Ἀφοῦ ἐβάδισαν χίλια βήματα ἔξω τῆς πολίχνης, καὶ ἡ ἐξοχὴ ἤρχισε νὰ μεθύσκῃ τὰς αἰσθήσεις των μὲ τὰς ἀπείρους εὐωδίας της, εἰσῆλθον εἰς στένωμα τί μεταξὺ δυὸ φρακτῶν, βαίνουσαι ἐπὶ τῆς χλόης, πατοῦσαι τὰ χαμαίμηλα, συλλαμβανόμεναι ἐνίοτε ὑπὸ τῶν βάτων, ἐνῷ τὰ παιδία ἔτρεχαν ἐμπρός, καὶ πότε εἰσέβαλλον εἰς ἄμπελον κ᾿ ἔκοπτον βλαστούς, πότε ἀνεῤῥιχῶντο εἰς ἄγρια δένδρα ἐν μέσῳ τῶν φρακτῶν ὑψούμενα, κ᾿ ἐζήτουν φωλεᾶς στρουθίων, ἐνῷ ἡ γραῖα Φωτεινὴ δὲν ἔπαυε νὰ φωνάζῃ:

- Φρόνιμα, παιδιά! Τίνος τὸ λέω; Μὴν τρέχῃς, σὰν ἀγριοκάτσικο, Μανώλη! Τί θέλεις ἐκεῖ πάνω, Γιάννη; Σταθάκη, θὰ ξεσχίσης τὸ ῥούχo σου. Κάτω, ἐσὺ μικρέ!

Ἡ δὲ Ματή, διακόπτουσα τὸν ῥεμβασμόν της, ἠπείλει τὰ παιδία μὲ τὴν παλάμην, κράζουσα:

- Ἡσυχία, παιδιά! Θὰ φᾶτε ξύλο!

Ὅλα αὐτὰ ἐπέφεραν μικρᾶν βραδύτητα εἰς τὴν πορείαν, καὶ ἄλλαι γυναῖκες ὄπισθεν ἐρχόμεναι, μὲ τὰ καλαθάκια των, ταχυποροῦσαι τὰς ἐκαλημέριζαν κ᾿ ἐπροσπερνοῦσαν.

Ἐκεῖ συναντῶσιν ἕνα νέον, ὅστις, ἐνῷ ὅλοι ἐπήγαιναν εἰς τὴν ἐξοχήν, αὐτὸς ἐφαίνετο ἐπιστρέφων ἤδη καὶ διευθύνετο εἰς τὴν πόλιν. Ἦτο ὑψηλός, μὲ ἀῤῥενωπὴν ὄψιν, μὲ γλυκεῖς μέλανας ὀφθαλμοὺς καὶ μ᾿ ἐκφραστικοὺς χαρακτῆρας. Τὸ βάδισμά του ἦτο ὑπερήφανον, μετά τινος ἐπιτηδεύσεως, οἰονεὶ συρτόν, καὶ εἶχε λεπτὸν μαῦρον μύστακα στριμμένον. Θὰ ἦτο ἕως εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν.

Ἅμα εἶδεν ἀντικρύ του τὰς δυὸ γυναίκας, θὰ ἔλεγε τὶς ὅτι ἐβράδυνε τὸ βῆμα, ὡς νὰ ἤθελε ν᾿ ἀπολαύση ἐπὶ τίνας στιγμὰς περισσότερπν τῆς θέας των.

Μόλις ἰδοῦσα τοῦτον, ἡ γριά-Φωτεινὴ τὸν ἐκοίταξε μὲ ἦθος φιλύποπτον, ὡς νὰ ἤξευρε κάτι τι περὶ τοῦ ἀτόμου του, καὶ ἀδιοράτως ἔσεισε τὴν κεφαλήν.

Ἡ Ματή, ἅμα τὸν εἶδε, συνεστάλη ἐγγύτερον εἰς τὸ πλευρὸν τῆς γραίας συνοδοῦ της, οἰονεὶ διὰ νὰ τοῦ κάμῃ τόπον νὰ περάση διὰ τῆς στενῆς παρόδου μεταξὺ τῶν δυὸ φρακτῶν.

Ὁ νέος ἐπλησίασε μὲ βραδὺ βῆμα, ἔῤῥιψε μακρὸν βλέμμα εἰς τὴν Μάτην, ἤτις ἐχαμήλωσε τὰ ὄμματα, ἔβγαλε τὸ καπέλο του, ἐχαιρέτισε τὰς δυὸ γυναίκας, καὶ ἀπεμακρύνθη, οἰονεὶ μετὰ δυσκολίας καὶ κόπου. Εἰς τὴν κομβιοδόχην τοῦ ἔφερε ῥόδον, μικρὰν δὲ ἀνθοδέσμην ἐκράτει εἰς τὴν ἀριστερὰν χεῖρα, τὴν ὁποίαν, ἐνῷ ἐχαιρέτιζε διὰ τῆς δεξιᾶς, ἀκουσίως βέβαια ἐπρότεινε μικρὸν πρὸ τοῦ στέρνου, ὡς νὰ ἐπεθύμει νὰ προσφέρῃ τὴν ἀνθοδέσμην εἰς τὴν Μάτην καὶ δὲν ἐτόλμα.

Ἡ γραῖα ἀπήντησε ψυχρῶς εἰς τὸν χαιρετισμόν του, ἡ νέα μόλις ἔνευσε διὰ τῆς κεφαλῆς.

Μετ᾿ ὀλίγας στιγμὰς ἔγινεν ἄφαντος, ὄπισθεν μικρᾶς καμπῆς τῆς παρόδου.

Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἔστρεψε ἐταστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν Ματήν.

- Ποῦ νὰ ἦτον αὐτὸς ὁ Ἔρωτας; εἶπε· καὶ γιατί γυρίζει τόσο πρωὶ ἀπ᾿ τὴν ἐξοχή;

Ἡ Ματὴ ἐκοίταξε μὲ ἀπορίαν τὴν γραίαν θεράπαιναν.

- Ἐμένα ῥωτᾷς; εἶπε· καὶ τί ξέρω ἐγώ;

- Ὅλοι πᾶνε, ἐπανέλαβε μὴ δοῦσα προσοχὴν εἰς τὴν ἀπάντησιν ἡ γραῖα, ὅλοι τώρα πᾶνε, κι αὐτὸς ἔρχεται. Ὁ ἥλιος τώρα ἀκόμη θὰ βγῇ.

Τῷ ὄντι ὁ ἥλιος τὴν στιγμὴν ἐκείνην προέκυψεν ἀνερχόμενος ἐκ τοῦ ἀπέναντι βουνοῦ.

Ἡ Ματὴ δὲν ἀπήντησεν ἐκ δευτέρου. Μόνον ἐφαίνετο σύννους.

- Ξέρω ἐγώ, Ματή μου, ἐπανέλαβεν ἡ γραῖα, ξέρω ἐγὼ γιατὶ γυρίζει τόσο γλήγορα.

- Ἀφοῦ τὸ ξέρεις, πῶς ἐρωτᾷς; εἶπεν ἡ Ματή.

- Δὲ θὰ πῆγε πολὺ μακριά, καθὼς πᾶν ἄλλοι, θὰ ἔκαμε πάνου ἀπὸ τὰ Πηγάδια κ᾿ ἔστρεψε δεξιὰ ἀπὸ κεῖ ποὺ πᾶν οἱ λιμεναρχαῖοι κ᾿ οἱ τελώνηδες καὶ ὁ νεροδίκης περίπατο καὶ γιὰ αὐτὸ γυρίζει γλήγορα πίσω.

- Θὰ ἔχῃ κανέναν κῆπο ἐδῶ σιμά, φαίνεται, κ᾿ ἐπῆγε νὰ κόψῃ λουλούδια καὶ ἐγύρισε, παρετήρησεν ἡ Ματή.

- Δὲν ἔχει κανένα κῆπο ἐδῶ σιμά, ἀντέκρουσεν ἡ γραῖα, καὶ δὲν πῆγε νὰ κόψῃ λουλούδια, Ματή μου, καὶ νὰ γυρίση, μόνο ἤθελε νὰ μᾶς εὕρῃ στὸ δρόμο ἐμᾶς, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐγύρισε γλήγορα.

- Ἐμᾶς; Στὸ δρόμο; ἐπανέλαβεν ὡς νὰ μὴν ἐνόει ἡ Ματή.

- Αὐτὸ π᾿ σ᾿ λέω ῾γώ, ἐπέμεινεν ἡ γραῖα.

- Καλέ, μὴ μὲ σκοτίζῃς, Φωτεινή, ἔκραξεν ἡ νέα. Καὶ τί μὲ μέλει ἐμέ;

Ἡ γραῖα δὲν ἐτόλμησε πλέον νὰ γρύξῃ.

* * *

Ὑπερέβησαν ἤδη τὴν στενὴν πάροδον καὶ ἐξῆλθον εἰς τοὺς χλοεροὺς διανθεῖς κάμπους. Μεθυστικὸν ἄρωμα ἀνήρχετο ἀπὸ τῶν ἀπειραρίθμων ἀνθών, οἱ φράκται τῶν ἀμπέλων ἔθαλλον μὲ ἀγραμπελιᾶ, καὶ μ᾿ αἰγοκλήματα καὶ μὲ ἀκανθώδεις θάμνους, τινὲς τῶν ἀγρῶν ἐφαίνοντο αἱμάσσοντες εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ἀπὸ χιλίας μυριάδας παπαρούνας. Ἐναμίλλως ἤνθουν τὸ χαμαίμηλον καὶ ἡ καυκαλήθρα καὶ ἡ μολοχάνθη, τὰ ἀστεράκια καὶ τὰ κιτρινούλια ἐπρόβαλλον δειλῶς τὰς ἀσθενεῖς κεφαλάς των ἐν μέσῳ τῆς ὑπερκόμπου ἀφθονίας τῶν κατερύθρων μηκώνων σημειούντων τὴν ὑπεραιμίαν τοῦ ἔαρος. Ἀνώνυμα τίνα ἀνθύλλια, χόρτα σταχυοειδή, σπαράγγια ἀκανθωτὰ καὶ βεργιὰ καὶ ἄλλα ἀνεμειγνύοντο ἐν μέσῳ τοῦ ἀπείρου πλούτου τῆς Χλωρίδος. Ἦτο ἡ Πρωτομαγιὰ ἡ θεσπεσία, ἦτο ἡ ἄνοιξις ἐν πληθώρᾳ ζωῆς, ἑτοίμη νὰ παραδώση τὸ σκῆπτρον εἰς τὸ δρεπανοφόρον θέρος.

Τῆδε κακεῖσε, πτωχὰ γραΐδια κύπτοντα εἰς τὴν γῆν ἑμάζευαν χαμολούλουδα, ἰαματικὸν ποτὸν διὰ τὸν χειμῶνα. Ἐπὶ τίνος βράχου εἰς τὴν ποδιὰν τοῦ λόφου τῆς Δραγασιᾶς, ἐγειρομένου εἰς τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πεδιάδος, εἶχον ἀναβῇ μὲ ὅλας τὰς φωνὰς τῆς γραίας καὶ τὰς ἀπειλὰς τῆς Ματῆς, ὁ Μανώλης καὶ ὁ Σταθάκης καὶ ὁ Θύμιος, καὶ κατόπιν αὐτῶν προσεπάθει νὰ φθάση καὶ ὁ μικρὸς Κωστάκης. Εἶχον ἰδεῖ ἐκεῖ ἐπάνω τὸν Μάην, τὸ φερώνυμον ἄνθος, καὶ ἔτρεξαν νὰ τὸ δρέψωσιν. Ὁ Σταθάκης εἶχε κόψει λυσοχόρταρον, μικρὸν σταχυοειδὲς χόρτον, καὶ μὲ αὐτὸ ἤρχισε νὰ κεντᾷ τὴν ῥῖνα του, ἐπάδων:

Λῦσε, λῦσε, μύτη μου,
μὲ τὸ λυσοχόρταρο!

Αἱ δυὸ γυναῖκες ἠναγκάσθησαν νὰ σταματήσωσι, περιμένουσαι νὰ κατέλθωσι τὰ παιδία. Ἡ Ματή, ἤτις δὲν ἔπαυσε νὰ ῥεμβάζῃ, κατέστη αὐστηροτέρα καὶ τέλος, μετὰ πολλᾶς ἀπειλᾶς, τὰ ἠνάγκασε νὰ καταβῶσιν ἀπὸ τοῦ βράχου. Ἄλλως, ἑκατοντάδας μόνον βημάτων ἀπεῖχον τώρα ἀπὸ τῆς Δραγασιᾶς, τοῦ γηλόφου ὅπου διηυθύνοντο. Ἐπὶ τῆς μίας τῶν δυὸ κορυφῶν τῆς Δραγασιᾶς, τῆς χθαμαλωτέρας, ἐφαίνετο μικρὰ τὶς ἰδιόῤῥυθμος καλύβη, καὶ κόκκινον σῆμα κυματίζον ἐπ᾿ αὐτῆς. Ἦτο τὸ μπαϊράκι τοῦ ἀγροφύλακος.

Τὰ παιδία ἔτρεξαν πηδῶντα χαριέντως, ὡς οἰκόσιτα ἐρίφια, καὶ τέλος ἡ συνοδία ἔφθασεν εἰς τὴν Δραγασιάν. Ἐκεῖ πλησίον τῆς καλύβης τοῦ ἀγροφύλακος, ἦτο τὸ κτῆμα τῆς οἰκογενείας τῆς Ματῆς, ἐκ πολλῶν δεκάδων στρεμμάτων, ἄμπελος καὶ ἐλαιὼν μετὰ κήπου. Ἦτο τοιχογυρισμένον ὅλον, εἶχε καὶ καλύβι, οἰκίσκον ἐξοχικόν, καλῶς διατηρούμενον, ὅστις συνήθως ἐχρησίμευεν εἰς ἀπόθεσιν ἐλαιῶν, σύκων, ἀπίων, καὶ τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων ἐν καιρῷ τῆς καλλιεργείας. Εἶχε καὶ ξυλίνην ληνὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ οἴνου.

Ἡ μήτηρ τῆς Ματῆς εἶχε μείνει κατ᾿ οἶκον, πάσχουσα διαρκῶς χωρὶς νὰ εἶναι ἀσθενής. Ἡ κυρα-Λιμπέραινα ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν γυναικῶν, αἴτινες δὲν ἀγαπῶσι τὴν ἐξοχήν, δυσκίνητοι οὔσαι εἰς πεζοπορίαν, δύσκολοι εἰς ἀνάβασιν ὑποζυγίου. Ἄλλως, τὴν εἶχε καλομάθει ἡ γριά-Φωτεινή, ἤτις ἀπὸ πεντηκονταετίας δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπηρετῇ τὴν οἰκογένειαν, ἐπιστατοῦσα εἰς πᾶσαν ἀγροτικὴν ἐργασίαν. Ἡ κυρὰ τῆς τὴν εἶχε λάβει ὡς προῖκα, σχεδὸν ὡς οἰκογενὴ δούλην, ἀπὸ τὴν μακαρίτισσα τὴν μητέρα της. Ἡ γριά-Φωτεινή, ἀφότου ἐπνίγη τὸ πάλαι ὁ ἀῤῥαβωνιαστικὸς τῆς (ὁ λιγοζώητος!), νέος ἁλιεύς, μὲ τὴν βάρκαν (κατ᾿ ἄλλους τὸν ἔφαγε τὸ σκυλόψαρο), οὐδέποτε ὑπανδρεύθη. Ἔφερεν ἀκόμη καὶ μετὰ τεσσαράκοντα ἔτη τὸ πένθος του. Τὴν νύκτα δὲν ἔπαυε νὰ τὸν βλέπῃ εἰς τὰ ὄνειρά της. Ὁ καπετὰν Λιμπέριος, ὡς ὅλοι οἱ ὁμότεχνοί του, ἤθελε «βασιλικὰ ἔξοδα» διὰ ν᾿ ἀποφασίση νὰ μετακομισθῆ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἅμα ἔπαυε νὰ βλέπῃ θάλασσαν, δὲν ἀνέπνεε πλέον. Ἀφότου ἐπώλησε τὴν τελευταίαν μεγάλης χωρητικότητος σκοῦναν του (εἶχεν εὕρει καλὸν ἀγοραστήν), καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν χιλιάδας τινὰς ταλλήρων, ὄσας εἶχεν ἀποκτήσει θαλασσοπορῶν, ἐπέρνα τὸν καιρὸν τοῦ διημερεύων εἰς τὰ παραθαλάσσια καφενεῖα, παίζων τὴν ῥωσικὴν πρέφαν, ἐπικρίνων αἰωνίως τὸν δήμαρχον, τοὺς τρεῖς παρέδρους καὶ τοὺς δώδεκα συμβούλους, σκώπτων ἐκείνους τῶν συναδέλφων του, ὅσοι ἐφαίνοντο τρέφοντες τὴν φιλοδοξίαν νὰ «σιάξουν τὸ χωριό», ἀρνητικῶς πολιτευόμενος καὶ οὐδέποτε ἐκθέτων κάλπην.

* * *

Ἡ Φωτεινὴ ἐνέβαλε τὸ κλειδίον εἰς τὸ κρεμαστὸν κλεῖθρον καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν τοῦ περιβόλου. Τὰ παιδία εἰσώρμησαν σκιρτῶντα εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἦτο καλὸν κτῆμα, περιποιημένον πολύ. Ὁ καπετὰν Λιμπέριος, ἂν καὶ οὐδέποτε αὐτὸς ἐπάτει, δὲν ἐφείδετο χρημάτων πρὸς καλλιέργειαν. Ἡ δὲ Φωτεινὴ δὲν ἔλειπε ποτὲ ἐκεῖθεν. Ἐκαυχάτο ὅτι ἐκεῖ, εἰς τὴν Δραγασιᾶν, «τὴν εἶχαν ἀφαλοκόψει».

Ὁ Σταθάκης, ὁ Μανώλης καὶ τὰ ἄλλα παιδία, ἔτρεξαν ἀμέσως εἰς τὸ μέρος τοῦ κτήματος, τὸ διευθετημένον εἰς κῆπον, καὶ ἤρχισαν νὰ δρέπωσι ῥόδα καὶ κρίνους. Εἶχαν κόψει ἀγραμπελιὰ καθ᾿ ὁδόν, καὶ ἤρχισαν νὰ πλέκωσι στεφάνους καὶ νὰ τοὺς φορῶσιν εἰς τὴν κεφαλήν, μετὰ τόσου ἐνθουσιασμοῦ, μεθ᾿ ὅσου μικρὸν πρότερον ἀνεζήτουν τὸν Μάην καὶ τὸ λυσοχόρταρον· μικροὶ ἀκούσιοι εἰδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αἰώνων ἀσυνείδητον τὴν λατρείαν τῆς φύσεως.

Ἡ Ματὴ ἔκοψε λευκὸν ῥόδον κ᾿ ἐκόσμησε τὸ παρθενικὸν στῆθος της. Ἡ ἀηδών, ἡ λιγεία ψάλτρια, βλέπουσα τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο ἄνθος ἐπὶ τοιαύτης γάστρας φυτευθέν, θὰ ἠρωτεύετο μὲ διπλοῦν ἔρωτα τὸ χαριτωμένον ἐκεῖνο ῥόδον.

Ὁ Σταθάκης κύψας μεταξὺ δυὸ κιναρῶν, ἐζήτει νὰ εὕρη ἀγκινάραν, τὴν ὁποία ἀφοῦ καθαρίση καλῶς καὶ τὴν πλύνῃ εἰς τὸ ῥεῦμα τοῦ νεροῦ, τὸ προχεόμενον ἀπὸ τίνος λάκκου, ἐμελέτα νὰ φάγη κρυφὰ ἀπὸ τὴν Φωτεινήν, ἤτις θὰ τὸν ἐμάλωνε, φοβούμενη μὴ ἦτο πολὺ πικρά, καὶ φαρμακωθῆ τὸ παιδίον. Ἡ μικρὰ πηγὴ ἀπεῖχεν ὀλίγα βήματα, καὶ ἦτο εἰς σπηλαιώδη τινὰ μικρᾶν χαράδραν, ἐν μέσῳ τοῦ κτήματος, τοῦ ἀποτελοῦντος αὐτὸ τὸ ζύγωμα τῶν δυὸ κορυφῶν τοῦ λόφου, ὅπου ἐτέμνοντο κλιτύες κατερχόμεναι ἡ μία ἀμπελόφυτος, ἡ ἄλλη ἐλαιοβριθῆς· ὑπεράνω τῆς πηγῆς, πελωρία κληματαριὰ ἤπλωνε τοὺς κλάδους καὶ τοὺς βλαστούς της, οἱ βότρυες ἐτρέφοντο ἤδη δαψιλεῖς, καὶ πρὸ ἡμερῶν ἡ γριά-Φωτεινή, ἀναῤῥιχηθεῖσα μὲ τὰ γηρατειὰ τῆς εἰς τὸν κορμὸν τῆς μεγάλης πλατάνου τῆς ἀνεχούσης τὴν κληματαριάν, εἶχε κρεμάσει εὐμέγεθες σκόροδον εἰς τὸ κλῆμα, «γιὰ νὰ μὴν τὸ ἰδῆ ξένο μάτι καὶ τ᾿ ἀβασκάνη».

Ἐκεῖ εἶχον προπορευθῆ τὰ ἄλλα παιδία, ὁ δὲ Σταθάκης κύψας παρὰ τὴν ῥίζαν τοῦ τοίχου τοῦ περιβόλου, ἀντὶ νὰ κόψῃ ἀγκινάραν, εὗρε λευκὸν χαρτίον κείμενον, τὸ ἀνέλαβε, κ᾿ ἔτρεξε πρὸς τὴν ἀδελφήν του κράζων:

- Ματούλα! Ματούλα! ἰδὲ τί ηὗρα ἐκεῖ πέρα, στὶς ἀγκιναριές.

Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Φωτεινὴ δὲν ἦτο ἐκεῖ πλησίον. Εἶχεν ἐμβῆ μέσα εἰς τὸ «καλύβι», τὸν λευκὸν ἀσβεστωμένον οἰκίσκον, διὰ νὰ ξαποστάση ὀλίγον ἐκεῖ, νὰ ἀποθέση προσωρινῶς τὸ καλάθι της.

Ἤθελε ν᾿ ἀφήση ἐκεῖ καὶ τὴν φουστάνα της τὴν καλή, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκδυθῆ ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸ κτῆμα, μείνασα μὲ τὸ κολόβιόν της μόνον, διὰ νὰ εἶναι πλέον εὐκίνητος. Ἤθελε ν᾿ ἀλλάξη καὶ τὴν προβατίνα τῆς τὴν προσφιλῆ, τὴν ὁποίαν παρὰ τὸ σύνηθες εἶχεν ἀφήσει ἀφ᾿ ἑσπέρας δεμένην εἰς τὸ κτῆμα, μετὰ τῶν δυὸ λευκομάλλων ἀμνῶν της, διὰ νὰ «τὴν εὐρὴ ὁ Μάης».

Ἡ Ματὴ ἠρυθρίασε. Τὸ εὑρεθὲν κατὰ γῆς χαρτίον ἦτο διπλωμένον, ἐνσφράγιστον. Ἦτο ἐπιστόλιον.

- Σιώπα, μὴν τὸ πῇς τῆς Φωτεινῆς! εἶπε μὲ τὸ νεῦμα μᾶλλον ἢ μὲ τὴν φωνὴν ἡ Ματούλα.

- Δὲν τὸ λέω, ἀπήντησεν ὁ ἑξαετὴς Σταθάκης, ὡς νὰ ἐνόησε τὴν ἀγωνίαν της.

Ἡ κόρη ἔλαβε τὸ δελτάριον, καὶ ἀποχωρήσασα ὀλίγα βήματα τὸ ἤνοιξε.

Τὸ ἐπιστόλιον, ἐπὶ κομψοῦ κοκκινωποῦ χάρτου γεγραμμένον, ἔλεγε τὰ ἑξῆς:

«Ὢ Ματούλα, Ματούλα μου, ποὺ μοῦ μάτωσες τὴν καρδούλα μου, μοῦ εἶπεν ἡ μάγισσα ὅτι τρέχεις κίνδυνον, καὶ ἀπεφάσισα νὰ σὲ φυλάγω ἀπὸ πλησίον, ὅπως στενάζω τόσους χρόνους τώρα διὰ σὲ ἀπὸ μακράν.»

- Κίνδυνον! ἐψιθύρισε τεταραγμένη ἡ νεᾶνις· τί λέει;

Εἶτα, ἀφοῦ περιέφερεν ἐναγώνιον περὶ αὐτὴν βλέμμα, ἐξηκολούθησε τὴν ἀνάγνωσιν.

«Ἂν τὸ εὕρης, Ματούλα μου, τὸ γράμμα, καλά, μὴ θυμώνῃς πολύ, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐλπίζω ποτέ, ἀλλοίμονον! νὰ σὲ ἀπολαύσω.»

Ἡ Ματὴ ἐμειδίασεν ἀόριστον μειδίαμα. Ἦτο συνάμα οἶκτος, πόνος, ἀκούσιος συμπάθεια καὶ μικρὰ εἰρωνεία.

«Ἐὰν τὸ εὕρῃ ἡ Φωτεινή, Ματούλα μου, εἰπέ της, ἂν δὲν θέλῃς νὰ ψευσθῆς λέγουσα ὅτι δὲν εἶναι ἰδικόν μου, εἰπέ της τὴν ἀλήθειαν, ὅτι σὺ δὲν μὲ ἀγαπᾷς, καὶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι παράτολμος, αὐθάδης καὶ ἄθλιος.»

Ἕως ἐδῶ ἐτελείωνεν ἡ πεζογραφία τοῦ ἐπιστολίου τούτου. Εἶτα ἤρχιζαν στίχοι. Ἴσως νὰ ἦσαν σύῤῥαμμα τοῦ ἰδίου ἐπιστολογράφου, πιθανὸν νὰ ἦσαν συγκολλημένοι καὶ παραποιημένοι ἀλλαχόθεν.

Οἱ στίχοι ἔλεγαν:

Εἰκόν᾿ ἀχειροποίητη, ποὺ στὴν καρδιά μου σ᾿ εἶχα,
κ᾿ εἶχα γιὰ μόνο φυλαχτό...

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐφάνη ἡ γριά-Φωτεινὴ ἐξερχομένη τοῦ οἰκίσκου καὶ βαίνουσα πρὸς τὰ ἐδῶ.

Ἡ Ματὴ ἔσπευσε νὰ κρύψη τὸ γράμμα εἰς τὸν κόλπον της.

* * *

Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἦλθε φέρουσα ἐκ τοῦ καλαθίου τὸ κλειδοπίνακόν της καὶ τὸν ἄρτον τυλιγμένον εἰς πετσέταν ῥαβδωτήν, ὑφασμένην μὲ λευκὸν καὶ μὲ γεράνιον νῆμα, κ᾿ ἐκάλεσε τὴν Μάτην καὶ τὰ παιδία πλησίον τῆς πηγῆς διὰ νὰ ἀριστήσωσιν. Ὁ ἥλιος ἦτο ἤδη «δυὸ κοντάρια ὑψηλά».

Ἐκάθισαν ὑπὸ τὴν διπλὴν σκιὰν τῆς κληματαριᾶς καὶ τῆς πλατάνου, παρὰ τὴν δροσερᾶν πηγήν, καὶ ἤρχισαν νὰ προγευματίζωσι μὲ τυρόν, αὐγὰ καὶ τηγανιστοὺς ἰχθύς. Ἐν τοσούτῳ ἡ γριά-Φωτεινὴ εἶχε μυστηριῶδες τὸ ἦθος, κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἐμάσα, μὲ τὰ ἀπόλεμα οὖλα της καὶ μὲ τοὺς δυὸ τομεῖς ποὺ τῆς εἶχαν μείνει ἀκόμη, λέγει ταπεινῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν Μάτην.

- Τὸν εἶδα πάλι ἐκεῖνον τὸν Ἔρωτα.

- Ποιὸν Ἔρωτα; ἠρώτησεν ἀγωνιώσα ἡ Ματή, ἐνῷ τὸ αἷμα συνέῤῥεεν εἰς τὰς παρειάς της.

- Ἐκεῖνον ποὺ ηὕραμε στὸ δρόμο.

- Ποῦ;

- Μέσα στὸ καλύβι, ἀπ᾿ τὸ παραθυράκι. Ἐκαθόταν ἀπὸ πίσω ἀπὸ μία ἐλιά, στὸ χτῆμα τοῦ γείτονα ἐδῶ τοῦ κὺρ Βασίλη, κ᾿ ἔκανε τάχα τὸν ἀδιάφορο.

- Καὶ γιατί νὰ μὴν κάνῃ τὸν ἀδιάφορο; εἶπεν ἡ Ματή. Τί πάρσιμο, τί δόσιμο ἔχουμε μαζί;

- Καὶ γιατί νὰ μὴν πάῃ στὴ δουλειά του, μόνο ἔχει δυὸ φορὲς τώρα ἀπ᾿ τὸ πρωὶ ποῦ βρίσκεται μπροστά μας; Γιατί, δέ μου λές, Ματή;

- Ἐλεύθερος εἶν᾿ ὁ κόσμος νὰ κάνῃ ὅπως θέλει, καὶ μὴ σὲ μέλῃ Φωτεινή, συνεπέρανεν ἡ κόρη μὲ τόνον ἐμφαίνοντα ὅτι ἀρκεῖται πλέον εἰς τὰ λεχθέντα.

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ Μανώλης, ὅστις εἶχεν ἀπομακρυνθῆ λάθρα, ἀφοῦ ἔφαγεν ὀλίγους ψωμοὺς ἄρτου καὶ ἐν αὐγόν, ἐπέστρεψε πατῶν ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ποδῶν, ὄπισθεν τῆς Φωτεινῆς καὶ τῆς Ματούλας, ἐπλησίασε κρατῶν στέφανον, ἔνευσεν εἰς τὸν Σταθάκην καὶ εἰς τὸν Θύμιον, οἵτινες τὸν ἔβλεπαν χάσκοντες καὶ ὑπομειδιῶντες, νὰ μὴ ὁμιλήσωσι προώρως, καὶ ἐλθὼν ἐπέθεσε, μετὰ παιδικῆς κραυγῆς θριάμβου, τὸν στέφανον, ἐξ ἀγραμπελιᾶς καὶ μὲ ῥόδα καὶ μὲ ἄγρια ἄνθη πεπλεγμένα, εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς γραίας Φωτεινῆς.

Ὅλοι ἐγέλασαν, καὶ ἡ γερόντισσα τοὺς ἐμιμήθη. Ἠγέρθη φοροῦσα τὸν στέφανον, ὅστις ἐταίριαζεν ὡς ὀξύμωρον σχῆμα ἐπὶ τῆς μαύρης μανδήλας της, καὶ ἐκόσμει τὰ ἄσπρα τσουλούφια της, τοὺς μακροὺς θυσάνους τῶν τριχῶν, τοὺς κρεμασμένους ἀπὸ τῶν μηνίγγων ἔμπροσθεν τῶν ὤτων, καὶ ἤρχισε νὰ καμαρώνει τάχα ὡσὰν νύφη.

- Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο στεφάνι ποὺ φόρεσα κ᾿ ἐγώ, εἶπε· δὲν ξέρω πλιὰ ἂν θὰ μοῦ φορέσουν ὅταν πεθάνω, σὰν μ᾿ ἐξαπλώσουν στὸ ξυλοκρέβατο.

- Καὶ τί, κορίτσι εἶσαι σὺ νὰ σοῦ φορέσουν στεφάνι; εἶπεν ὁ Σταθάκης, ὅστις εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ λέγῃ ὅτι «ὅσες πεθαίνουν κορίτσια, τὲς βάζουν στεφάνι».

- Ἂν καλο-ρωτᾷς, ἐγὼ εἶμαι πιὸ κορίτσι ἀπὸ μερικές-μερικές, ἀπήντησεν ἡ γραῖα.

Τὰ παιδία ἐκάγχασαν, μὴ δυνάμενα φυσικὰ νὰ ἐννοήσωσι τί ἔλεγεν ἡ Φωτεινή.

* * *

Ἡ γραῖα ἔτρεξε πάλιν εἰς τὸ καλύβι, ἔλαβε τὸ καλάθι της, εἶτα ἐξελθοῦσα ἔλυσεν ἐκ νέου τὴν προβατίναν, καὶ ἄγουσα αὐτὴν διὰ τοῦ σχοινίου, ὑπῆγε νὰ μαζώξη χαμολούλουδα, ὑψηλὰ εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ ἐλαιῶνος, κατὰ μῆκος τοῦ τοίχου τοῦ κλείοντος βορειανατολικῶς τὸν περίβολον. Τὰ παιδία ἔτρεξαν κατόπιν της, καὶ ἤρχισαν νὰ παίζωσι τὸ κρυφτάκι καὶ ἄλλα ἀκόμη παιγνίδια, ὄπισθεν γιγαντιαίας ἐλαίας, μὲ κορμὸν τριῶν ὀργυιῶν ἀγκάλιασμα, ὀγκώδη καὶ τραχύν, ὡς πολλῶν κορμῶν συμπίλημα. Οἱ παῖδες ἔτρεχον, ἐκρύπτοντο ἀμοιβαδὸν ὄπισθεν τοῦ κορμοῦ, ἐκάλυπτον τοὺς ὀφθαλμοὺς μὲ τὰς παλάμας, κ᾿ ἐφώναζαν ὁ εἷς μὲ τὸν ἄλλον:

- Σὲ εἶδα!

- Θὰ σὲ πιάσω.

- Σ᾿ ἔπιασα!

- Σὲ βλέπου, δὲ μὲ βλέπ΄ς!

- Πιᾶστε τον!

- ΄Γὼ εἴμι Γιάννης, κι Καλογιάννης!...

- Παπποῦ, ποῦ πᾷς;

- Στοῦ μοναστηράκι μ᾿.

- Ἀνέβα, μῆλο, κατέβα, κίτρο!

- Ἔχασαχασα βελόνα!...

Καὶ πολλὰ ἄλλα παιδικὰ ἐπιφωνήματα. Καὶ παρακελευόμενοι ἀλλήλους εἰς φυγὴν καὶ εἰς δρόμον, ἔκραζον:

- Στὰ μπαμπακάκια νὰ πατήσης, νὰ μὴ σὲ νοιώσ᾿ οὐ γάττους!

Ἡ Ματή, ἤκουε μακρόθεν τὰς παιδικὰς κραυγάς, κ᾿ ἔκαμεν ἕνα δρόμον πρὸς τὸν κῆπον, κρατοῦσα καὶ τὸ πλέξιμόν της, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὸ πρωὶ δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ προσθέση οὔτε θηλειᾶν, κ᾿ ἐκεῖθεν κρυβεῖσα ὄπισθεν τῶν θάμνων ἐστράφη ἐπιτηδείως, ἀόρατος ἀπὸ τοῦ ἐλαιῶνος, ὅπου εἶχεν ἀνέλθει ἡ Φωτεινή, καὶ μετὰ παλμοῦ καρδίας εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἰκίσκον.

Ὁ οἰκίσκος ἔκειτο κατὰ τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ κτήματος σχεδὸν σύῤῥιζα εἰς τὸν τοῖχον τοῦ περιβόλου, καὶ ἐσκιάζετο ἀπὸ δυὸ ὑψηλᾶς λεύκας καὶ ἀπὸ λόχμην τινὰ δροσοκρατοῦσαν ἔμπροσθεν τῆς εἰσόδου. Ἦτο εὐάρεστον ἄσυλον δι᾿ ἄνθρωπον ἀγαπῶντα τὴν μελέτην καὶ τὴν μοναξίαν, καὶ τερπνὴ φωλεὰ δι᾿ ἐρωτευμένην ψυχήν.

Ἡ Ματὴ εἰσῆλθεν, ἐκοίταξεν ἐναγωνίως διὰ τοῦ μικροῦ παραθύρου, τοῦ βλέποντος πρὸς τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν τοῦ λόφου, ὅπου ἡ θέα ἠπλοῦτο ὡραία πρὸς βοῤῥᾶν. Ἐκεῖθεν ἐφαίνετο τὸ Ξάνεμον, μέγας ὅρμος ὅπου ἐβασίλευε τὸ κράτος τοῦ Βοῤῥᾶ, κλεφτότοπος αὐτόχρημα, μὲ τὰς δυὸ θαλασσοπλήγας ἀκτὰς του, τὴν Κεφάλαν, ὑψουμένην ὡς κεφαλὴν Τιτᾶνος εἰς τὰ σύννεφα, καὶ τὴν Πλατάναν, μακρὸν καὶ ἀτελείωτον ὀροπέδιον φαιοπρασινίζον εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, ὅπου ἡ ἐλαία διαγκωνίζει τὴν συκῆν καὶ ἡ συκῆ συμπλέκεται μὲ τὴν μηλέαν.

Ἡ Ματὴ ἐκοίταξε νὰ ἴδῃ μὴ τυχὸν ἦτο ἐκεῖ ὁ νέος, περὶ οὐ τῆς εἶχεν ὁμιλήσει πρὸ μικροῦ ἡ Φωτεινή. Τίποτε. Οὔτε ψυχὴν εἶδεν. Ἠπατήθη ἄρα ἡ γραῖα ἢ ἐκεῖνος εἶχε γίνει ἄφαντος; Ἴσως εἶχε κρυβῇ κάπου. Τάχα ἔμελλε πάλιν νὰ φανῆ;

Ἡ κόρη ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν κόλπον τῆς τὸ δελτάριον, τὸ ὁποῖον εἶχεν εὕρει χαμαὶ ὁ μικρὸς ἀδελφός της, καὶ ἀνέγνωσε τὰ λοιπά του περιεχομένου. Οἱ στίχοι εἶχον ὡς ἑξῆς:

Εἰκόν᾿ ἀχειροποίητη, ποὺ στὴν καρδιά μου σ᾿ εἶχα,
κ᾿ εἶχα γιὰ μόνο φυλαχτὸ μία της κορφῆς σου τρίχα.

Ὀνείρατα στὸν ὕπνο μου μαυροφτερουγιασμένα,
σὰν περιστέρι στὴ σπηλιὰ μ᾿ ἐτάραξαν γιὰ σένα.

Κίνδυνο, μαῦρο σύννεφο, οἱ μάγισσες μοῦ λένε·
τ᾿ ἀηδόνια αὐτὰ ποὺ κελαδοῦν μοῦ φαίνονται νὰ κλαῖνε.

Νὰ σὲ χαρῆ κ᾿ ἡ ἄνοιξη μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ὁποῦ ῾ναι σὰν ἀμέτρητα ζωγραφιστὰ τραγούδια(!)

Σὺ στὸ σκολειὸ δὲν ἔμαθες νὰ γράφῃς ῥαβασάκια·
στὰ χείλη σου τὰ ῥόδινα ποῦ τά ῾βρες τὰ φαρμάκια;

Στὰ μάτια τὰ ψιχαλιστὰ πὄχ᾿ ἔρωτας καρτέρι,
πόσο μεθύσι μέθυσα ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει.

Τὰ μάτια τὰ ψιχαλιστὰ γύρνα σ᾿ ἐμέ, πουλί μου,
ἀγάπη μου περήφανη, ἀγάπη διαλεχτή μου.

Κι αὐτὸ τὸ μορφοδούλικο, τὸ τιμημένο χέρι,
ἂν ἕσφιξε ἢ τὸ ΄σφιξαν ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει.

Τὴ χάρη σου τὴ σπλαχνικὴ μὴ μ᾿ ἀρνηστῆς, ἀρνί μου,
ἀγάπη μου αἰώνια, ἀγάπη μου στερνή μου.

Ἡ Ματὴ ἀνέγνωσε δὶς καὶ τρὶς τὸ ἐπιστόλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὑπογραφὴν «Κωστῆς» καὶ ἔμεινε σύννους, ἐβυθίσθη εἰς λογισμοὺς καὶ εἰς ὑποψίας καὶ τίνες τῶν ἀνωτέρω παρατεθέντων στίχων ἀρχαρίου, μ᾿ ὅλην τὴν ἀπειρίαν της εἰς τὰ πράγματα τοῦ βίου, τῆς ἐφαίνοντο ἀμυδρῶς προσβλητικοί.

Ἀκουσίως μάλιστα ἔθεσεν ἑαυτὴν εἰς θέσιν τρίτου, ἀδιαφόρου, ἢ μᾶλλον ἄλλως ἐνδιαφερομένου διὰ τὴν τιμήν της, καὶ εἶπε μέσα της: Σὰν εὕρισκε τρίτος αὐτὸ τὸ γράμμα, καὶ τὸ ἀνεγίνωσκε πῶς ἤθελε τὸ ἐξηγήσει; Δὲν ἤθελε ὑποπτεύσει, ὅτι ἡ νέα, πρὸς ἣν ἔγραφε, ἦτο συνεννοημένη μὲ τὸν ἐραστήν; Διότι τῆς ἐφαίνετο ὅτι ἐπιστέλλων ἤθελε νὰ καταστήση αὐτὴν συνένοχον, ἂν τυχὸν συνέβαινε νὰ παραπέση τὸ γράμμα, καὶ τότε ἄρα ὁ γράψας ἦτο εἰλικρινὴς ἐραστὴς ἢ ἦτο μᾶλλον προικοθήρας;

Ἡ νέα εἶχε βυθισθῆ εἰς τοὺς διαλογισμοὺς τούτους καὶ ἔμεινε ῥεμβάζουσα, μελαγχολοῦσα μᾶλλον, ἐνθυμηθεῖσα κατ᾿ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τί τῆς ἔλεγε πρὸ μηνὸς σχεδὸν ἡ ἄγρυπνος Φωτεινή, ὅταν πρώτην φορὰν παρετήρησε καὶ ἤρχισε νὰ σχολιάζῃ τοὺς γύρους, τοὺς ὁποίους ἔκαμνεν ὁ νέος ἐκεῖνος περὶ τὴν οἰκίαν τοῦ καπετὰν Λιμπέριου.

- Νὰ δὰ κ᾿ ἕνας Ἔρωτας. Ἅ! ὡς τόσο σεβτᾶ ποὺ σ᾿ τὸν ἔχει!

Καὶ προσέθετε πειράζουσα τὴν κόρην, τὴν ὁποίαν εἶχε συλλάβει δὶς κοιτάζουσαν τὸν νέον ἐκεῖνον διὰ τοῦ ἠμικλείστου παραθύρου.

- Καὶ τί πρᾶγμα εἶν᾿ αὐτὸς ὁ ἔρωτας, αὐτὸς ὁ σεβτᾶς; Μὲ τί τρώεται;

Τᾶς λέξεις ταύτας τῆς γραίας ἀνεμιμνήσκετο τώρα ἡ Ματή, ὅταν αἴφνης κατετρόμαξεν, ἀκούσασα ἐλαφρὸν κρότον.

Ὕψωσε τοὺς ὀφθαλμούς. Διὰ τοῦ παραθύρου ἐφάνη μορφὴ τίς, ἤτις πηδήσασα ἀπὸ τοῦ ἐδάφους, καθόσον τὸ παράθυρον μόλις ἀπεῖχεν ἀνάστημα ἀνδρὸς ἀπὸ τῆς γῆς, εἰσώρμησεν εἰς τὸν οἰκίσκον ὅπου εὐρίσκετο ἡ κόρη.

Ἡ Ματὴ ἀνεσκίρτησε, νομίσασα ὅτι ἦτο ὁ Κωστῆς. Ἀλλ᾿ αἴφνης ἀφῆκε κραυγὴν τρόμου. Δὲν ἦτο ὁ Κωστῆς.

Ὁ ἐπιδρομεὺς ἦτο νέος τριακοντούτης, ἀκτένιστος, ἄγριος, ὄχι πολὺ ἄσχημος τὴν ὄψιν, εὐρύστερνος, ἀθλητικοῦ ἀναστήματος, μὲ ἀπλανεῖς καὶ ἐσβεσμένους τοὺς ὀφθαλμούς, μὲ κοκκινισμένα τὰ βλέφαρα, φορῶν χονδρὰ ἐνδύματα ὄχι ἐντελῶς ῥάκη ἀκόμη. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν νέαν, ἤτις ὀπισθοχωροῦσα ἐκόλλησε τὰ νῶτα κατὰ τοῦ τοίχου, καὶ ἐζήτει νὰ τὴν φιμώση διὰ τῆς παλάμης του. Ἐφαίνετο ὅτι ἤθελε νὰ τὴν πνίξη.

Ἡ κόρη προλαβοῦσα ἔῤῥηξε καὶ δευτέραν κραυγήν.

* * *

Περὶ ὥραν ἑνδεκάτην της προλαβούσης νυκτὸς νέος τὶς ἔκρουσε χαμηλὸν παράθυρον πενιχροῦ οἰκίσκου τῆς πολίχνης οὐ μακράν της οἰκίας τῆς Ματῆς.

Ὅλη ἡ συνοικία ἐκοιμάτο τὴν ὥραν ἐκείνην. Ὁ κροῦσας τὸ παράθυρον δὲν ἐφαίνετο νυκτοβάτης ἐξ ἐπαγγέλματος, οὔτε καὶ ὀρνιθοκλόπος. Ἴσως ἦτο εἰς τῶν φορτικῶν ἐκείνων ἐργολάβων τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων, τῶν κιθᾳρωδῶν καὶ κωμαστῶν τῆς νυκτός, ὅσοι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνησυχοῦσι τὰς οἰκογενείας τὰς λαχούσας τὸν κλῆρον νὰ ἔχωσι κόρας πρὸς ὑπανδρείαν.

Ὁ νυκτερινὸς περιπατητὴς εἶχεν ἰδεῖ μικρὸν φῶς ὑποφέγγον διὰ τῶν σχισμῶν τοῦ παραθύρου. Δὲν ἦτο φῶς κανδήλας ἀναμμένης ἐνώπιον τῶν εἰκονισμάτων τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καπνώδους λυχναρίου μὲ λεπτὴν θρυαλλίδα ἀμυδρῶς καίοντος.

Τῷ ὄντι τὸ φῶς ἐφάνη κινούμενον· ἐλαφρὸν βῆμα ἠκούσθη καὶ ἡ θύρα ἤνοιξε μετὰ πενθίμου κρότου.

Ὁ ἐπισκέπτης ἔσπευσε νὰ εἰσέλθη.

Ἐχαιρέτισε διὰ νεύματος τὴν ἀνοίξασαν τὴν θύραν γυναῖκα, καὶ πορευθεῖς ἀνέβη εἰς τὸν σοφᾶν, ὅστις ἀπετέλει τὸ μόνον ἔπιπλον τῆς πτωχικῆς οἰκίας.

Ἡ οἰκοδέσποινα, μόνη κατοικοῦσα εἰς τὴν οἰκίαν, ἦτο πεντηκοντούτις, χήρα, ἄτεκνος. Ἐφόρει ταπεινὰ φορέματα, ἦτο ὑψηλή, ὀστεώδης, μελαγχροινή, ἡ ὑπολευκάζουσα κόμη ἐπρόβαλλεν ἔξω τοῦ κεκρυφάλου της, καὶ τὸ βλέμμα της ἐξέφραζε ἔκρυθμόν τι καὶ ἐκστατικόν.

Ὁ ἐπισκέπτης ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ σκίμποδος. Ἡ γυνὴ ἐκάθισε καὶ αὐτὴ ἀντικρύ του.

- Ὦ μάγισσα, μάγισσα, ἤρχισεν ἄνευ προοιμίων ὁ νεωστὶ ἐλθῶν, νέος, ὑψηλός, μελαγχροινός, μὲ λεπτὸν μαῦρον μύστακα, κομψῶς ἐνδεδυμένος, μὲ συμπαθεῖς μέλανας ὀφθαλμούς· ὢ μάγισσα, μάγισσα, ἦλθα νὰ μοῦ πῇς τὴν τύχη ποὺ μὲ περιμένει ἐμὲ κ᾿ ἐκείνην.

Ἡ γυνὴ τὸν ἐκοίταξε μετὰ περιεργείας· ἐφαίνετο λίαν ἐξημμένος καὶ θερμοκέφαλος. Τὸ πρόσωπόν της ἐξέφραζεν ἔκπληξιν καὶ ἀφελῆ ὁμολογίαν, ὅτι δὲν τὸ ἤλπιζεν ἕως ἐκεῖ. Διενοεῖτο ὅτι σπανίως κατὰ τὸ μακρὸν στάδιόν της συνήντησε δεῖγμα τοῦ εἴδους τούτου.

- Ἔρριξα τρεῖς φορὲς τὰ χαρτιά, ἀπήντησε βραδέως ἡ μάγισσα. Εὕρισκα ὅλο μαῦρα σημεῖα.

- Μαῦρα;

- Ὅλο καὶ μαῦρα. Ὁ φάντης μπαστούνι τὴν ἀπειλεῖ.

- Ποῖος φάντης μπαστούνι;

- Ὁ φάντης μπαστοῦνι εἶν᾿ ὁ ἐχθρός της. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι <καί> ἡ ντάμα κοῦπα δὲν τῆς θέλει τὸ καλό της.

- Ποία εἶναι ἡ ντάμα κοῦπα;

- Ἡ ντάμα κοῦπα εἶναι ἀπὸ τὸ σόι της, διότι κι αὐτὴ ἡ ἴδια εἶναι ἡ ντάμα καῤῥῶ, ἔτσι τὴν ἔβαλα. Τὰ ἐμελέτησα πολλὲς φορές. Ὅλο ἡ ντάμα κοῦπα καὶ ὁ φάντης μπαστοῦνι βγαίνουν κόντρα της.

- Ἡ ντάμα κοῦπα λοιπὸν εἶναι...

- Εἶναι ἡ μητέρα της, χωρὶς ἄλλο, εἶπεν ἡ μάγισσα. Καὶ κακὰ εἶπα ὅτι δὲν τῆς θέλει τὸ καλό της, αὐτῆς. Ἔπρεπε νὰ εἴπω ὅτι δὲν σοῦ θέλει ἐσένα τὸ καλό σου. Γιατὶ ἡ μητέρα, βέβαια, δὲν μπορεῖ νὰ θέλῃ τὸ κακὸ τοῦ παιδιοῦ της.

Ὁ ἐραστὴς φώναξε:

- Καὶ ὅμως, πόσαι μητέρες!... ἤρχισε νὰ λέγῃ καὶ διεκόπη μόνος του.

Μετὰ μίαν στιγμὴν ἐπανέλαβε:

- Κι ὁ φάντης μπαστοῦνι ποιὸς νὰ εἶναι, κυρὰ Ἀσημένια;

- Ὁ φάντης μπαστοῦνι, ἐπανέλαβεν ἡ κυρὰ Ἀσημένια, εἶναι κίνδυνος, εἶναι μία μπόρα ποὺ παρουσιάζεται γιὰ πρώτη φορά. Εἶναι κάποιος ἐχθρὸς ξένος, ὁποῦ θὰ παρουσιασθῆ νὰ τὴν ἀπειλήση καὶ τώρα σιμά. Εὐτυχῶς εἰς τὸ πλάγι τοῦ φάντη μπαστοῦνι, εὑρίσκω τὸν φάντη σπαθί.

- Κι ὁ φάντης σπαθί;

- Ὁ φάντης σπαθί, ἐπανέλαβεν ἡ μάγισσα τονίζουσα ἐμφαντικῶς τὰς λέξεις, εἶναι φίλος της, ποὺ θὰ βρεθῆ ἐγκαίρως πλησίον γιὰ νὰ τὴν γλυτώση ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κίνδυνο.

Ὁ νέος ἐστέναξε στεναγμὸν ἀνακουφίσεως.

- Καὶ ὁ φάντης σπαθί;... ἐψιθύρισε μετὰ δεισιδαίμονος ἐλπίδος.

- Ὁ φάντης σπαθί, ἀπήντησεν ἐτοίμως ἡ κυρὰ Ἀσημένια, δὲν ξέρω ποιὸς θὰ εἶναι, ἐκτὸς πλέον ἂν εἶσαι σύ...

Ἡ μάγισσα εἶπε τοῦτο μὲ ἀπόχρωσιν εἰρωνείας ἐπαισθητήν, ἀλλ᾿ ὁ νέος οὔτε τὸ παρετήρησεν. Ἦτο ἕτοιμος νὰ ἐκπέμψη κραυγὴν θριάμβου.

- Αὐτά μου εἶπαν τὰ χαρτιά, ἀνεκεφαλαίωσεν ἡ μάγισσα, ἀντίστασις ἀπὸ τὴν μητέρα, κίνδυνος ἀπὸ ἓν μέρος ἀπ᾿ ἔξω, ἐπέμβασις φιλική, καὶ ὡς ἐδῶ μόνον. Αὐτὰ τὰ ἴδιά μου λέει καὶ τὸ αὐγό, μά...

Ὁ νέος ἐνέβαλε τὴν χεῖρα εἰς τὸ θυλάκιόν του καὶ ἔθεσε τάλληρον τοῦ Ὄθωνος εἰς τὴν χεῖρα τῆς μαγίσσης. Ἠτοιμάζετο ν᾿ ἀπέλθη, ὅταν ἤκουσε τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς Ἀσημένιας.

- Τὸ αὐγό; Α!... ἐξήτασες καὶ τὸ αὐγό;

- Τὸ αὐγό, ναί, ἐπανέλαβεν ἡ μάγισσα· θέλεις νὰ σοῦ τὸ δείξω;

Καὶ ἐγερθεῖσα ἐπλησίασεν εἰς τὴν ἑστίαν, ἐπὶ τοῦ μικροῦ σανιδώματος τῆς ὁποίας εὐρίσκετο, μέσα εἰς ἓν φλυτζάνιον, αὐγὸν μὲ στρογγύλην ὀπὴν εἰς τὴν μίαν πλευράν.

Ὁ νέος Κωστῆς, διότι ἐκεῖνος ἦτο, ὁ ἐραστὴς τῆς Ματούλας, ἔστρεψε βλέμμα παιδίου εὐπειθοῦς πρὸς τὴν μάγισσαν· ἦτο εὔπιστος, ὡς ὅλοι οἱ ἐρῶντες, διότι φαίνεται ὅτι ἦτο, κατὰ τὰ δυὸ τρίτα τουλάχιστον, εἰλικρινῶς ἐρωτευμένος.

Ἦτο νέος σπουδαστής, ἀλλὰ ναυτικὸς μᾶλλον ἢ σπουδαστής. Ἦτο ῥωμαντικός, ὡς ὅλη ἡ γενεά του, ἡ ἀκμάσασα ἀπὸ τοῦ 62 μέχρι τοῦ 80. Εἶχεν ὑπάγει ἕως τὴν γ´ τοῦ Γυμνασίου, εἶτα διέκοψε τὰς σπουδάς του κ᾿ ἐμβαρκάρισε μὲ τὰ καράβια, κ᾿ ἐγύρισε κόσμον ὡς ναύτης ἐπὶ τέσσερα ἔτη. Ἀκολούθως, ὅταν ἐξέχασε πλέον τὰ γράμματα ποὺ εἶχε μάθει, ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Γυμνάσιον, δυνάμει τοῦ παλαιοῦ ἐνδεικτικοῦ του, καὶ γενειοφόρος ἤδη ἔτυχεν ἀπολυτηρίου. Ἀπὸ δυὸ ἐτῶν δὲ ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὴν Νομικὴν σχολήν, ἀλλὰ μὴ νοστιμευόμενος πολὺ νὰ κυλίεται εἰς τὴν κόνιν τῶν θρανίων, διήρχετο τοὺς περισσοτέρους μῆνας τοῦ ἔτους εἰς τὴν δροσερᾶν νῆσον του.

Δὲν εἶχε τόσον καλὸν ὄνομα εἰς τὸν τόπον. Ὁ κόσμος τὸν ἐκακολόγει ὡς παραμελοῦντα τὰς σπουδάς του, ὡς ὀκνηρόν, ὡς ἀσωτεύοντα τὴν μικρᾶν πατρικήν του κληρονομίαν, ὡς κιθᾳρωδὸν τῆς νυκτός, ὡς οἰνοπότην. Ἀπὸ τίνων μηνῶν εἶχεν ἐρωτευθῆ τὴν Μάτην. Ὁ πατὴρ τῆς ἦτο πατρικὸς φίλος του, καὶ κατ᾿ ἀρχάς, ὅταν ἦτο νεώτερος, ἦτο δεκτὸς εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ὅταν ἐμεγάλωσεν ἡ Ματή, δὲν ἐτόλμα πλέον νὰ πατήση ἐκεῖ τὸν πόδα. Ἦτο τόσον ἀδέξιος ὥστε, ὅταν ποτέ, κατὰ τίνα ἐπίσκεψιν ἐπὶ οἰκογενειακὴ ἑορτή, τοῦ ἔσφιγξε, μετ᾿ ἀθῳότητος βέβαια, ἡ Ματὴ τὴν χεῖρα, ἐκεῖνος τόσον τὰ ἔχασεν, ὥστε ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ τοῦ ἔσφιγξε καὶ αὐτὸς θερμότατα εἰς ἀπάντησιν τὴν χεῖρα τῆς Χρυσῆς, τῆς θείας τῆς Ματούλας, μεθ᾿ ἢς ἀμέσως κατόπιν ἀντήλλαξε χειραψίαν. Ἡ ὑπερτριακοντούτις καὶ μήτηρ τεσσάρων τέκνων γυνὴ τὸν ἐκοίταξε μετ᾿ ἀπορίας καὶ μομφῆς, καὶ αὐτὸς τώρα μετὰ πολλοὺς μῆνας ἐνθυμήθη νὰ ὑπαινιχθῆ εἰς τοὺς στίχους τοῦ τὸ σφίξιμον ἐκεῖνο τῆς κρινολεύκου καὶ κυανόφλεβος μικρᾶς χειρός.

Ὅσα ἄλλα ἀνεξήγητα εἶχεν εἰς τὸ ἐπιστόλιόν του πρέπει νὰ τ᾿ ἀποδώση τὶς εἰς τὸ ὑπερεξημμένον καὶ θερμοκέφαλόν του νεανίου, καὶ εἰς τὴν νευρικὴν ἀταξίαν τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸν ἀνήσυχον καὶ ἀνώμαλον βίον του. Βεβαίως δὲν ἔπραττεν ἐξ ὑστεροβουλίας· ἦτο μόνον ὀλίγόν τι ἀπερίσκεπτος.

Ἐν τούτοις ἡ μάγισσα ἔλαβεν ἄνωθεν τῆς ἑστίας τὸ αὐγὸν καὶ τὸ ἔφερε πρὸς τὸν νέον.

Διὰ τῆς ὀπῆς τοῦ αὐγοῦ ἐφαίνετο ῥευστὸς ὁ κρόκος, καὶ μέρος τοῦ λευκοῦ, τὸ λοιπὸν φαίνεται ὅτι εἶχε χυθῆ. Ἐντὸς τοῦ κρόκου ἡ μάγισσα ἔδειξε σημεῖα τινὰ εἰς τὸν δεισιδαίμονα νεανίαν.

- Νὰ αὐτὸ τὸ μαυράδι τὸ πλατύ, εἶπε, νὰ κι ἄλλο μαυράδι ψιλότερο. Τὸ ἕνα εἶναι ὁ κίνδυνος ὁ ἀπ᾿ ἔξω, ποὺ ἀπειλεῖ τὴν Μάτην τώρα γλήγορα, τὸ ἄλλο εἶναι ἡ βοήθεια ποὺ θὰ τῆς ἔλθη. Κ᾿ ἐκεῖνο τὸ κοκκινάδι ποὺ βλέπεις ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀντίσταση, ποὺ θὰ εὑρῆ ἀπ᾿ τὸ σόι της, ἀπ᾿ τὸ αἷμα της.

Ὁ νέος ἐστέναξε.

- Μὰ εἶναι καὶ κάτι ἄλλο, ἐπανέλαβε βραδέως ἡ μάγισσα.

- Τί ἄλλο; εἶπεν ὁ Κωστῆς.

- Τὸ ἕνα τὸ μαυράδι, τὸ πιὸ ψηλό, φαίνεται πὼς θὰ νικήση στὸ ὕστερο τὸ κοκκινάδι.

- Ἅ! ἔκαμεν ὁ νέος.

- Τὸ λοιπόν, ἐπανέλαβεν ἡ Ἀσημένια, ἤτις εἶχε τὸ πάλαι χωροφύλακα ἄνδρα, ὑπενωμοτάρχην, καὶ εἶχε μάθει νὰ ὁμιλῇ ξενικά, τὸ λοιπόν, ὁ φίλος, ὁ καλοθελητῆς της, ἀγκαλᾶ καὶ δὲν τὸν θέλει ἡ μάννα της, φαίνεται ὅτι θὰ τὰ καταφέρει σιγὰ-σιγά.

Τοῦ νέου τὸ πρόσωπο ἤστραψε καὶ λαβὼν δεύτερον τάλληρον τὸ ἔδωκε μετὰ προθυμίας εἰς τὴν μάντιδα ἤτις ἐγέλασε λίαν διακριτικῶς.

- Γιατὶ μὲ εἶπαν Ἀσημένια, εἶπε μέσα της, γιατὶ ἤξευραν πὼς ἤθελα μὲ τὸ δίκιο μου ἀσήμωμα. Τὸ ὄνομα τ᾿ ἀνθρώπου, προσέθηκεν, ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὸ ῥιζικό του.

- Ἔτσι λοιπόν, Ἀσημένια, Ἀσημένια, εἶπεν ὁ νέος· πῶς εἶπες, πῶς εἶπες;

- Εἶπα ὅτι ἔχεις ἐλπίδα νὰ τὰ καταφέρῃς, εἶπεν ἡ Ἀσημένια.

- Πές μου τὸ πάλι, Ἀσημένια, πές μου τὸ νὰ τ᾿ ἀκούσω. Πῶς τὸ εἶπες;

- Κατὰ πὼς λέει τ᾿ αὐγό, ἐπανέλαβεν ἡ μάγισσα, δὲ θὰ περάση πολὺς καιρὸς καὶ θὰ τὴν ἀπολάψης.

- Ἀλήθεια; Ἀλήθεια; Εὐχαριστῶ, Ἀσημένια μου! νὰ σοῦ φιλήσω τὸ χεράκι σου θέλω.

Καὶ δράξας τὴν χονδρὴν χεῖρα τῆς μαγίσσης τὴν ἐφίλησε μετὰ κρότου.

- Ἡσύχασε, ἡσύχασε, εἶπεν ἀκκιζομένη ἡ χήρα, σὰν περάση καὶ κανεὶς ἀπ᾿ ἔξω κι ἀκούση, θὰ πῇ πώς...

Κ᾿ ἐκάγχασε θορυβωδῶς.

Ὁ νέος ἦτο τόσο ἀφωσιωμένος εἰς τὴν σταθερὰν ἰδέαν του, ὥστε οὐδὲ παρετήρησε κὰν τὸ φέρσιμον τοῦτο τῆς μαγίσσης.

Ἠγέρθη καὶ τὴν ἐκαληνύχτισεν. Ἐξῆλθε μὲ δρομαῖον βῆμα. Ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ διαχύση εἰς τὸ ὕπαιθρον τὴν πολλὴν χαράν του καὶ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐλπίδα του.

Ἡ μάγισσα ἔκλεισε τὴν θύραν, ἔσβησε τὸ φῶς, καὶ ἔστρωσε τὴν κλίνην της διὰ νὰ κοιμηθῆ. Ὅλον δὲ τὸ βλέμμα της, γρηγορούσης ἀκόμη, ὅλον τὸ πρόσωπόν της, ἀποκοιμηθείσης, ἔφερεν οἰονεὶ ἀποτυπωμένην τὴν φράσιν ταύτην, ἤτις ἦτο ὁ συλλογισμὸς τῆς ἡμέρας της: «Δυὸ τάλληρα στὴν τσέπη καὶ ἕνα φιλὶ στὸ χέρι».

* * *

Ὁ παράδοξος ἄνθρωπος ἀφῆκε τὸ στόμα τῆς νεάνιδος ἐλεύθερον, καὶ ἤρχισε νὰ τὴν παρακαλῇ μὲ νεύματα, μὲ χειρονομίας, νὰ μὴ φωνάζῃ, νὰ λάβη ὑπομονὴν καὶ νὰ τὸν ἀκροασθῆ.

- Τί θέλεις; εἶπε λαβοῦσα ὀλίγον θάῤῥος ἡ Ματή.

Ὁ λυκάνθρωπος ἐκοίταξε δεξιά, ἀριστερά, ὡς νὰ ἐφοβεῖτο μὴ εἶναι ὠτακουστὴς κρυμμένος κάπου.

- Τί ἦρθες ἐδῶ; Φύγε! ἐπανέλαβεν ἔμφοβος πάλιν ἡ νεᾶνις.

Τὸ ἀλλόκοτον ὂν εἶχε πάντοτε τὸ στόμα ἀνοικτόν, καὶ οἱ πρόσθιοι ὀδόντες του ἐφαίνοντο ἀραιοί, ὑπόμαυροι, καὶ οἱ τέσσαρες κυνόδοντές του ἦσαν λίαν αἰχμηροί· ἀλλ᾿ ἐξηκολούθει νὰ σιωπᾷ. Ἐκίνησε δυό-τρεῖς φορὲς τὰ χείλη, ὡς νὰ ἤθελε ν᾿ ἀρθρώση φωνήν, ἀλλ᾿ ἐδυσκολεύετο.

Τέλος, μετὰ πολλοῦ κόπου καὶ ἀγῶνος, ἐξέπεμψε φθόγγους τινάς, οἵτινες δὲν ἦσαν σωσταὶ λέξεις, ἀλλὰ ῥάκη λέξεων.

- Ἔλα πᾶμ᾿ καλύβ᾿ θ΄κὸ μ΄! εἶπε τραυλίζων καὶ ψευδίζων.

Ἡ νέα δὲν ἐνόησε τί τῆς ἔλεγε. Τὸν ἐκοίταξεν ἐνεὴ καὶ μετὰ δέους. Διὰ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε.

Τέλος ἐνθυμήθη ὅτι εἶχεν ἀκούσει πολλάκις τὴν Φωτεινὴν νὰ διηγῆται ὅτι, οὐ μακρὰν τοῦ κτήματός των, ὄπισθεν τοῦ λόφου τῆς Δραγασιᾶς, ὑπῆρχε παλαιόν τι κτίριον, καλύβη ποιμενική, ὅπου κατώκει νέος τις, ἀληθὴς λυκάνθρωπος, καλούμενος κοινῶς Ἀγρίμης. Οὗτος δὲν κατέβαινε ποτὲ εἰς τὴν πόλιν, ἔζη μόνος μὲ τὰς αἶγας τοῦ κυρίου του, ὅστις τὸν εἶχε προσλάβει ὡς βοσκὸν φιλανθρωπίας χάριν. Ἄνθρωπος σπανίως τὸν ἔβλεπεν. Ἦτο μογιλάλος, σχεδὸν βωβός. Εἰς ἐκτάκτους μόνον περιστάσεις, καὶ μετὰ πολλοῦ κόπου κατώρθωνε ν᾿ ἀρθρώση φωνήν. Ὁ αὐθέντης του τὸν εἶχεν μαθημένον μὲ τὰ νεύματα. Αἱ γυναῖκες τὸν ἐφοβοῦντο, διηγούμεναι ὅτι ἐπείραξέ ποτε τίνας αὐτῶν.

Αὐτὸς λοιπὸν θὰ ἦτο, ὑπώπτευσεν ἡ Ματή, ὁ ἀλλόκοτος ἄνθρωπος, ὅστις ἦτο ἐνώπιόν της. Τώρα εἰς τὴν ἀκμὴν τοῦ ἔαρος, φαίνεται ὅτι ἐβαρύνθη καὶ αὐτὸς τὴν μόνωσίν του, ἠσθάνθη ὅτι ἦτο ἄῤῥην, καὶ ἡ φύσις παρ᾿ αὐτῶ ἐξηγέρθη. Πτωχὸς ἄνθρωπος!

- Ἔλα πᾶμ᾿ φύγουμ᾿, ἐπανέλαβεν ὁ λυκάνθρωπος· ῾θῆς, μαζί, ῾θῆς;

Ἡ νέα ἐξηκολούθει νὰ τὸν κοιτάζῃ, πλέουσα μεταξὺ περιεργείας καὶ οἴκτου, <καὶ> ἐκ τῶν νευμάτων του μᾶλλον ἤρχισε νὰ ἐννοῇ ὅτι τὴν προσεκάλει νὰ τὸν ἀκολουθήση. Πτωχὸς λυκάνθρωπος!

- Πέα καλύβ᾿ ἔχου γιαούτ᾿, γάλα, στογγυάτα δώσου. Πᾶμ᾿ καλύβ΄!

Ἡ νεᾶνις δὲν ἀπήντα. Σχεδὸν εἶχε παύσει νὰ φοβῆται. Τὸ βλέμμα του τὸ ἐσβεσμένον ἔλεον μᾶλλον ἐνέπνεε.

Τὸν ἐκοίταζεν ἀπλήστως, ὡς παράδοξον φαινόμενον, ὁποῖον ποτὲ δὲν ἐφαντάσθη.

Ὁ λυκάνθρωπος ἐνεκαρδιώθη ἐκ τῆς στάσεως ταύτης, ἤν, φαίνεται, ἐξέλαβεν ὡς εὐμένειαν ἐκ μέρους τῆς νεάνιδος.

- Ἔλα, πᾶμ᾿! ἐπανέλαβεν ὁ Ἀγρίμης. Καλύβ᾿ γύου, γύου, δέντα, κήπους, χουάφ᾿, βύσ᾿, στένα, τέχ᾿ νεό. Ἴσκιου δέντα πέσης νάνι-νάνι χουταάκια. Κ᾿ ἰγὼ νάνι-νάνι, πλάι-πλάι.

Ἡ νεᾶνις ἔκαμε κίνημα ἀποστροφῆς ἀκούσασα τοῦ λυκανθρώπου τὰς προτάσεις καὶ τὴν βουκολικὴν περιγραφήν.

Ὁ Ἀγρίμης ἔκαμεν ἓν βῆμᾳ πρὸς αὐτήν, ἔτεινε τὴν χεῖρα κ᾿ ἐζήτει νὰ θωπεύση τὰς ὠλένας της.

Ἡ Ματὴ τὸν ἀπώθησεν ἔντρομος, καὶ ῥῖγος ἀποστροφῆς διέτρεξε τὰς φλέβας της.

- Φεύγ᾿ ἀπὸ δῶ!

Κ᾿ ἐστράφη πρὸς τὴν θύραν. Ὁ Ἀγρίμης ἔτρεξε κατόπιν της.

- Φεύγα, καημένε, νὰ μὴν ἐρθῆ τώρα ὁ ἀντραγάτης καὶ σὲ σκοτώση. Σὲ λυποῦμαι. Θὰ φωνάξω νὰ ΄ρθούν τὰ παιδιὰ νὰ σὲ πάρουν μὲ τς πέτρες.

Ὁ λυκάνθρωπος ἐξηκολούθησε νὰ τὴν κυνηγή.

- Τώρα, ἔρχουνται τὰ παιδιὰ κ᾿ ἡ Φωτεινὴ μαζί, εἶπεν ἀπειλοῦσα αὐτὸν μὲ τὴν χεῖρα ἡ νεᾶνις. Φεῦγα, γιατὶ θὰ σοῦ σπάσουν τὸ κεφάλι. Δὲν ἄκουσες ποῦ φώναξα πρωτύτερα; Νά, τώρα ἔρχουνται. Θὰ βάλω τὶς φωνές.

Ὁ Ἀγρίμης τρέξας τὴν ἔφθασε καὶ τὴν περιέβαλε μὲ τοὺς βραχίονάς του.

Ἡ νέα ἔκραξε μεγαλοφώνως βοήθειαν.

Καὶ μετ᾿ ἀπηλπισμένου ἀγῶνος ἐπάλαιε διὰ ν᾿ ἀπαλλαγὴ τῆς περιπτύξεως τοῦ ἀλλοκότου ἀνθρώπου. Ἀλλ᾿ ὁ λυκάνθρωπος ἦτο ῥωμαλέος καὶ ἤδη τὴν εἶχεν ἀνατρέψει ἐπὶ τῆς ψάθης παρὰ τὴν ἑστίαν.

Εἶχε περάσει τὴν ἀριστερὰν τραχείαν χεῖρα τοῦ ὑπὸ τὴν ἁβρὴν μασχάλην της καὶ τῆς ἔθλιβε τὸ παρθενικὸν στῆθος, καὶ διὰ τῆς δεξιᾶς ἐκράτει σφιγκτᾶ τὸν λαιμόν της καὶ ἠπείλει νὰ τὴν πνίξη εἰς τὴν ἐλαχίστης κραυγήν. Ἡ κόρη, ὠχρά, ἠλλοιωμένη, μὲ τὴν κόμην ἄτακτον, προσεπάθει μὲ τὰς ἁπαλὰς χεῖράς της νὰ ξεκολλήσει ἀπὸ τὸ σῶμα της τὰς ὁπλὰς τοῦ Ἀγρίμη. Ἀλλ᾿ οἱ ὄνυχές του οἱ μαῦροι καὶ ἀπερίκοπτοι εἶχον ἀπογαμψωθῆ σχεδὸν καὶ ἐφαίνοντο οἰονεὶ στοιχειωμένοι. Ἤσθμαινεν ἡ κόρη ὑπὸ τὴν ὀδυνηρὰν πίεσιν καὶ ἐπνευστία ἐκεῖνος ἐν τὴ ἀγωνία τῆς προσδοκίας του καὶ τῆς ἀπλήστου ἐπιθυμίας.

Ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἡ νεᾶνις εἶχε κατορθώσει ν᾿ ἀπαλλάξη τὸν τράχηλόν της, καὶ νὰ ἐκβάλῃ πεπνιγμένην κραυγήν. Ἀλλὰ παραχρήμα ὁ λυκάνθρωπος συνέλαβεν ἐκ νέου τὸν λαιμόν της καὶ παρέλυσε πᾶσαν ἀντίστασιν τῶν χειρῶν της. Καὶ μὲ τοὺς πόδας τοῦ τοὺς χελωνοδέρμους καὶ σκληροὺς προσεπάθει νὰ περισφίγξη ὡς διὰ διπλῆς λαβίδος τοὺς τρυφεροὺς πόδας της.

Ἡ νεᾶνις ἐπνίγετο, ἤσθμαινεν, ἐστέναζε· τὸν εἶχε πτύσει δὶς εἰς τὸ πρόσωπον· ἐζήτησε νὰ τοῦ δαγκάση τὸν ὦμον, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο μᾶλλον ἐρεθιστικόν της κτηνώδους ὁρμῆς τοῦ Ἀγρίμη· ἐκεῖνος ἐβρυχάτο, ἔγρυζεν, ἐγέλα ἄγριον γέλωτα. Ἔκαμεν ἀπότομον κίνημα κ᾿ ἐζήτησε διὰ τῆς ἀριστερᾶς νὰ τῆς σχίση τὴν ἐσθῆτα. Μικρὸν ἀκόμη καὶ ἡ βία τοῦ λυκανθρώπου θὰ ἐθριάμβευε κατὰ τῆς παρθενικῆς ἀντιστάσεως. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη δοῦπος ὡς σώματος πεσόντος ἀπὸ τοῦ θριγκοῦ τοῦ τοίχου.

Ἡ νεᾶνις ἔστρεψεν, ὅπως ἠδύνατο τὸ βλέμμα πρὸς τὸ μικρὸν παράθυρον. Ἤλπισεν ὅτι ἤρχετο βοήθεια. Ἠπόρει διατὶ δὲν ἦλθον ἡ Φωτεινὴ καὶ τὰ παιδία, ἀφοῦ τρὶς τοὺς ἔκραξε. Μετενόει διατὶ δὲν εἶχεν ἀκούσει τὴν συμβουλὴν τῆς γραίας, ἤτις τὴν τελευταίαν στιγμήν, πρὶν ἀπομακρυνθῆ, διὰ νὰ συλλέξη χαμαίμηλα, μὲ τρόπον τῆς εἶχεν ὑποδείξει ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὑπάγῃ μαζί της. Ἀλλ᾿ αὐτὴ περιφρονητικῶς εἶχε μειδιάσει εἰποῦσα ὅτι δὲν εἶναι φόβος, καὶ ὅτι, καὶ ἂν τυχὸν εἶχεν ἐμφανισθῆ ὁ Κωστὴς ἐκεῖνος, περὶ οὐ τῆς ὠμίλει ἡ Φωτεινή, αὐτὴ ἦτον ἱκανὴ νὰ φυλάξη τὸν ἑαυτόν της.

Πτωχὴ γραῖα, ἤτις δὲν ἐνόει ὅτι μᾶλλον ἐκέντα καὶ ἠρέθιζε τὴν φαντασίαν καὶ τὴν περιέργειαν τῆς κόρης, ὁμιλοῦσα αὐτὴ περὶ τοῦ νέου ἐκείνου! Καὶ τί κακὸν ἠδύνατο νὰ τῆς κάμῃ ὁ Κωστῆς, ἐὰν αὐτὴ δὲν ἤθελεν; Ἀλλὰ τώρα, ποῦ Κωστῆς, ποῦ Φωτεινή; Εἴθε νὰ ἤρχετο τουλάχιστον ὁ Κωστῆς, ἀφοῦ ἡ Φωτεινὴ μετὰ τῶν παιδίων δὲν ἐμφανίζετο.

Ἐν τούτοις, ἡ μὴ ἐμφάνισις τῆς Φωτεινῆς ἐξηγεῖτο ἴσως ἐκ τῆς ἀποστάσεως. Αἱ κραυγαὶ τῆς Ματῆς πιθανὸν νὰ μὴν ἠκούσθησαν. Ἡ γραῖα εἶχεν ἀναβῇ εἰς τὸ ὕψωμα, εἰς τὴν ἄκραν του ἐλαιῶνος, καὶ τὸ κτῆμα τοῦ καπετὰν Λιμπέριου ἦτον ἀχανές, «ἀγύριστον». Τὸ καλύβι ἔκειτο εἰς μέρος σχετικῶς χθαμαλώτερον, ὅπου ἡ ἀνθρωπίνη φωνὴ ἐπνίγετο ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων τοίχων, καὶ ἡ ἠχὼ τῆς ἐχάνετο ἐντὸς τῆς λόχμης. Ἴσως δὲ καὶ ὁ πνέων βορειανατολικὸς ἄνεμος, ὅστις ἐδυνάμωνεν ὅσο ἐπροχώρει ἡ ἡμέρα, συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ μὴ ἀκούωνται αἱ φωναὶ τῆς νέας. Ἡ ἀέναος καὶ συριστικὴ πνοὴ τοῦ Καικίου, ἐλάμβανε τὴν φωνὴν τῆς Ματῆς ἐπὶ τῶν πτερύγων της, καὶ ὁ ἀντίλαλος ἐχάνετο εἰς τὰ νοτιοδυτικὰ μέρη, εἰς τοὺς γείτονας λόφους καὶ τὰς κοιλάδας.

* * *

Ἐν τοσούτῳ ἡ Φωτεινή, ἐξηκολούθει νὰ μαζεύῃ χαμολούλουδα, καὶ τὰ παιδία ἐξηκολοῦθον νὰ παίζωσιν ὄπισθεν τοῦ κορμοῦ τῆς γιγαντιαίας ἐλαίας. Ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα φωνὴ τῆς Ματῆς δὲν ἠκούσθησαν πράγματι.

Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἑμάζωνε τὰ χαμολούλουδα καὶ δὲν ἔπαυε νὰ φιλοσοφῇ περὶ τῶν ἀνθρωπίνων καὶ περὶ τῶν γυναικείων πραγμάτων. Ἀνελογίζετο ὅτι ἐξ ὅλων, ὅσους εἶχεν ἀγαπήσει σχεδὸν ἀφιλοκερδῶς μέχρι τοῦδε, μόνον ἡ προβατίνα δὲν εἶχε ψεύσει τὰς προσδοκίας της. Αὕτη οὐ μόνον τὴν ἔτρεφε μὲ τὸ γάλα της καὶ τὴν ἐνέδυε μὲ τὸ μαλλί της, ἀλλὰ καὶ τῆς ἦτο πιστή, πιστή, ὅσον δύναται νὰ εἶναι ζῶν καὶ ἔμπνουν κτίσμα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ κυρία της, ἡ Λιμπέραινα, γυνὴ φιλάσθενος καὶ φίλαυτος, ὡς ὅλαι αἱ διαρκῶς πάσχουσαι γυναῖκες, σχεδὸν ὑποχονδριακή, ἐξετίμα τόσον τὴν γηραιὰν θεράπαιναν, ὅσον καὶ τὴν προβατίναν. Καὶ αὐτὸ ἦτο μεγάλη καλωσύνη ἐκ μέρους της, ἀνελογίζετο ἡ Φωτεινή, διότι ἡ προβατίνα ἤξιζε πράγματι περισσότερον ἀπὸ ὅσον ἐνομίζετο. Ἡ δὲ Ματή, ἡ μικρὰ Ματή, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Φωτεινὴ εἶχεν ἀναθρέψει μετὰ στοργῆς καὶ ἀφοσιώσεως, τῆς ἀμνάδος ἐκτελούσης μετὰ τὸν ἕκτον μήνα χρέη τροφοῦ, διότι ἡ κυρα-Λιμπέραινα ποτὲ δὲν εἶχεν ἄφθονον γάλα, ἡ ὡραία καὶ ὑπερήφανος Ματὴ εἶχεν ἀποκτήσει καὶ αὐτὴ μυστικὰ ἐσχάτως. Ἄλλοτε εἶχεν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Φωτεινήν, τῆς τὰ ἔλεγεν ὅλα. Ἀπὸ τίνος ὅμως χρόνου κάτι τῆς ἔκρυπτε.

Οὔτε φθίνει πᾶσα στοργὴ καὶ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ Φωτεινὴ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἐκεῖ ποὺ ἔκυπτε καὶ ἑμάζευε τὰ ἰαματικά της βότανα, ἔστρεφε βλέμμα πρὸς τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ἔπαιζαν ἀμέριμνα παρακάτω καὶ ἔλεγε μέσα της, τάχα θὰ τὴν ἀγαποῦν ἕως τέλους καὶ αὐτά, τάχα θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν πάντοτε ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν γηραιὰν καὶ ἀφωσιωμένην θεραπαινίδα, τὴν ἄγευστον πάσης χαρᾶς καὶ ἡδονῆς ἐν τῷ κόσμῳ, πλὴν τῆς ἐκ τῆς αὐτοθυσίας καὶ ἀφοσιώσεως.

Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ Θύμιος μετὰ τοῦ Κωστάκη ἔπαιζον εἶδος παιδιᾶς. Ὁ Θύμιος κύπτων πρὸς τὴν γῆν εἶχε λάβει τὸν μικρὸν ὕπτιον ἐπὶ τῶν ὤμων, κρατῶν τὰς παλάμας τούτου μὲ τοὺς δακτύλους σφιγκτὰ ἐπὶ τοῦ στέρνου του καὶ αἱ ἐπόμεναι ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις διημείβοντο μεταξὺ τῶν δυό:

- Τί βλέπ᾿ς;

- Οὐρανό.

- Τί πατεῖς;

- Γῆς.

- Τί τρῷς;

- Ἀγγούρ᾿.

- Πέσε κάτου σὰ γαϊδούρ᾿.

Εἶπε καὶ ἄφησε τὸν μικρόν, ἁβρὰ γελῶντα, νὰ κυλισθῆ μαλακῶς εἰς τὰ χόρτα τοῦ ἐδάφους.

Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ὀξεία φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ καλυβιοῦ ἐρχομένη. Ἦτο ἡ τρίτη κραυγὴ τῆς Ματῆς, ἤτις ἔφθασεν εἰς τὰ ὦτα τῆς Φωτεινῆς.

- Φωτεινή!... Σταθάκη!... τρέξετε...

Ἡ Φωτεινὴ ἔστησεν ὀρθὸν τὸ οὖς.

- Σιωπᾶτε παιδιὰ ν᾿ ἀκούσουμε... Δὲν ἀκοῦσατε φωνή;

- Ἀκούσαμε.

- Ἐλᾶτε νὰ πηγαίνουμε, παιδιά, ἡ Ματὴ μᾶς κράζει, εἶπεν ἡ γραῖα τρέχουσα. Τί νὰ εἶναι τάχα, Θεέ μου!

- Ἔρχουμι, εἶπεν ἕκαστον τῶν παιδίων. Ὁ δὲ Γιάννης, ὅστις ἦτο ψυχοπαῖδι τῆς ἀτέκνου Ἀργυρῆς καὶ εἶχεν ἔλθει πρὸ μηνῶν ἐκ τίνος χωρίου τοῦ Πηλίου, εἶπε καὶ αὐτὸς «ἔρχουμι!»

* * *

Μετὰ τὸν ὑπόκωφον δοῦπον, ὃν ἤκουσεν ἡ ἀγωνιώσα Ματὴ ὡς σώματος πίπτοντος ἀπὸ τοῦ θριγκοῦ τοῦ τοίχου τοῦ περιβόλου ἐντὸς τοῦ κήπου, δρομαῖον βῆμα ἀνδρὸς ἠκούσθη, ἡ θύρα τοῦ οἰκίσκου ἠμίκλειστος οὖσα ἠνοίχθη, καὶ ὁ Κωστὴς ἐφάνη ἐπὶ τοῦ οὐδοῦ τῆς θύρας.

Φαίνεται ὅτι ὁ νέος μετὰ τὰς συνεντεύξεις, ἃς εἶχε λάβει μὲ τὴν μάγισσαν, ὧν μίαν, τὴν τελευταίαν, περιεγράψαμεν ἐν τοῖς προηγουμένοις, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ φρουρῇ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν νέαν τὴν ὁποίαν ἠγάπα. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἡ μάγισσα ἠλήθευσε τὴν φορὰν ταύτην, ἴσως χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ καὶ αὐτή.

Τὴν νύκτα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτομαγιᾶς ἐξελθῶν ἀπὸ τῆς μαγίσσης, ἀφοῦ ἐπεριπάτησε μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἀπῆλθεν οἴκαδε καὶ ἔγραψε τὸ ἐπιστόλιον πρὸς τὴν Μάτην, προσθέσας καὶ δυὸ ἢ τρία δίστιχα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τοὺς χρησμοὺς τῆς μαγίσσης, εἰς ὅσα ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη εἶχε συνθέσει. Εἶτα χωρὶς νὰ ἐκδυθῆ κατεκλίθη ἐπὶ τίνος καναπέ, ἐλαγοκοιμήθη ἐπὶ μίαν ἢ δυὸ ὥρας μὲ τὴν φαντασίαν γρηγοροῦσαν καὶ τὴν ψυχὴν τεταραγμένην, καὶ εἰς τὰς τρεῖς μετὰ τὰ μεσάνυκτα ἀνεπήδησεν, ἐλούσθη ψυχρὸν ὕδωρ καὶ πάραυτα ἐξῆλθε.

Ἐβάδισεν εἰς τὴν ἐξοχήν, καὶ διηυθύνθη εἰς τὸ κτῆμα τοῦ καπετὰν Λιμπέριου, ὅπου ἤξευρεν ὅτι συνήθιζε νὰ μεταβαίνῃ τὴν Πρωτομαγιὰν ἡ Ματή. Ἔῤῥιψεν, ἐμπιστευθεῖς εἰς τὴν τύχην, τὸ ἐρωτικὸν δελτάριον ὑπεράνω τοῦ τοιχογυρίσματος καὶ ἀπεμακρύνθη.

Ἐσκόπευε νὰ μείνη ὅλην τὴν ἡμέραν κρυπτόμενος ἐκεῖ πλησίον, τοῦτο μὲν φοβούμενος, ὡς δεισιδαίμων, τὸν κίνδυνον, ὃν προέλεγεν ἡ μάγισσα, τοῦτε δὲ ἐλπίζων, ὡς ἐρωτόληπτος, νὰ ἐντρυφήση εἰς τὴν θέαν τῆς Ματούλας. Ὅθεν δὲν ἠδυνήθη ν᾿ ἀντιστῆ εἰς τὸν πειρασμόν του νὰ κάμῃ καὶ πάλιν ἕνα δρόμον κατὰ τὴν πόλιν, χάριν τῆς ἀπείρου ἡδονῆς του νὰ συναντήση καὶ νὰ καλημερίση τὴν Μάτην.

Ὅταν αἱ δύο γυναῖκες ἀπεμακρύνθησαν ἱκανὰ βήματα, ὁ Κωστὴς ἐστράφη πάλιν ὀπίσω, καὶ διὰ πλαγῖας ὁδοῦ μακρόθεν τὰς ἠκολούθησεν. Ἔβλεπεν ἐκεῖ κάτω εἰς τὸν ὁρίζοντα, ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου διαγραφόμενον τὸ ῥαδινὸν ἀνάστημα καὶ τὴν λευκὴν ἐσθῆτα τῆς Ματούλας, καὶ ἠσθάνετο ἡδονὴν ἄῤῥητον, ὡς νὰ ἔβλεπε τί ἐγγύθεν. Ἀλλὰ δὲν ἐλέχθη ὅτι ὁ ἔρως σμικρύνει τὰς ἀποστάσεις καὶ διατρέχει τὰ διαστήματα;

Ἐπανῆλθε λοιπὸν ὀπίσω πλησίον εἰς τὸ κτῆμα τῆς Ματούλας, καὶ μετὰ προφυλάξεως περιεπόλει περὶ τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν τῆς Δραγασιᾶς, ὅπου καὶ ἡ Φωτεινὴ τὸν παρετήρησεν, ὡς εἴδομεν, ὄπισθεν τοῦ στελέχους δένδρου καθήμενον.

Ὀλίγω ὕστερον, ὁ νέος ἀπεμακρύνθη καὶ ἐκάθισεν εἰς τὴν σκιὰν βράχου, πρὸς δυσμᾶς τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου. Ἐκεῖθεν ἀπεῖχεν ὑπὲρ τὰ χίλια βήματα, ἀλλ᾿ ἔβλεπε καλῶς, ὑπεράνω τοῦ περιβόλου, μέρος τοῦ κήπου καὶ τοῦ ἐλαιῶνος τοῦ καπετὰν Λιμπέριου. Ἐπὶ μίαν στιγμὴν εἶδε τὴν Μάτην ἀνερχομένην ἀπὸ τῆς χαράδρας, ὅπου ἦτο ἡ πηγή, καὶ βαδίζουσαν πρὸς τὸν οἰκίσκον, οὐ μόνον ἡ στέγη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς τοῦ νέου, εἶτα εἶδε τὰ παιδία καὶ τὴν Φωτεινήν, εἰς ἀνάστημα πλαγγόνος ἕνεκα τῆς ἀποστάσεως, ἀναβαίνοντας πρὸς τὸν ἐλαιῶνα.

Ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμήν, βλέπει ἕνα ἄνθρωπον, χωρικὸν ὡς ἐφαίνετο ἐκ τῆς ἐνδυμασίας, τριγυρίζοντα περὶ τὸ κτῆμα καὶ κοιτάζοντα μὲ τρόπον ὕποπτόν τους τοίχους τοῦ περιβόλου. Τὸν εἶδε νὰ πηγαίνῃ, νὰ γυρίζῃ πάλιν ὀπίσω, νὰ ἵσταται, νὰ θεωρῇ, νὰ βαδίζῃ πάλιν, καὶ τέλος τὸν βλέπει νὰ κύπτει πρὸς τὸν τοῖχον καὶ νὰ ἐκτελῇ ἐργασίαν τινά, ὡς νὰ ἐσκάλιζε νὰ εὕρη τί εἰς καμμίαν ὀπήν, ἢ ὡς νὰ ἀφήρει λίθον ἀπὸ τοῦ τοίχου.

Εἶτα ὁ παράδοξος ἄνθρωπος ὕψωσε τὴν μίαν κνήμην, ἔθεσε τὸν πόδα εἰς τὴν ὀπήν, τὴν ὁποίαν εἶχε κατασκευάσει, ὕψωσε τὸν ἄλλον πόδα, ἀνέβη, διεσκέλισε τὸν θριγκόν, καὶ ἔγινεν ἄφαντος ὄπισθεν τοῦ τοίχου.

Ἦτο ὁ Ἀγρίμης, ὅστις εἶχεν ἰδεῖ ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς κορυφῆς τῆς Δραγασιᾶς, ὅπου ἔβοσκε τὰς αἶγας του, τὴν Ματούλαν βαίνουσαν πρὸς τὸν οἰκίσκον, εἶχεν ἰδεῖ καὶ τὴν γραίαν μὲ τὰ παιδιὰ ἀπομακρυνόμενην, καὶ ἐπειδή, φαίνεται, θὰ εἶχε παρατηρήσει τὴν νέαν πολλάκις ἄλλοτε μακρόθεν ἢ καὶ ἐγγύθεν κρυπτόμενος, ὡς λυκάνθρωπος, καὶ θὰ τοῦ εἶχε κινήσει τὴν ὄρεξιν, ἔσπευσε νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν τὸ ἀρχέτυπον καὶ αἰπολικὸν σχέδιόν του. «Ὠιπόλος ὄκκ᾿ ἐσορῆ τὰς μηκάδας...» Ἐγκατέλιπε τὰς αἶγας του καὶ κατέβη δρομαῖος πρὸς τὸ μέρος, ὅπου εἶδε τὴν ἐρατεινὴν καὶ ὀνειρώδη ὕπαρξιν. Πτωχὸς λυκάνθρωπος!

Ἐν τούτοις ὁ Κωστὴς δὲν ἔχασε καιρόν, ἠγέρθη καὶ ἔτρεξε μὲ ταχύτητα ἐλάφου. Ἔτρεξεν, ἔτρεξε καὶ εἶτα ἤκουσε καὶ τὴν κραυγὴν τῆς Ματούλας.

Ἔφθασεν εἰς τὸν περίβολον, εὗρε τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἀφαιρέσει ἕνα λίθον, μὲ τοὺς στοιχειωμένους ὄνυχάς του, ὁ Ἀγρίμης, καὶ διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, ἀνέβη, διεσκέλισε τὸν τοῖχον, ἠμιόλιον ἀνδρικοῦ ἀναστήματος, κ᾿ ἐπήδησεν ἐντὸς τοῦ κτήματος.

* * *

«Ἦτο καιρός», καθὼς λέγουν οἱ φράγκοι μυθιστοριογράφοι. Ὁ Ἀγρίμης δὲν εἶχε πνίξει ἀκόμη τὴν Ματούλαν, ἀλλὰ θὰ τὴν ἔπνιγε μετ᾿ οὐ πολύ.

Τὸ πρώτον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶδε τὸ ὄμμα τοῦ Κωστῆ, μετὰ τὸ ἀλλόκοτον σύμπλεγμα, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιόν του, πρὶν ἀναβῇ ἀκόμη τὰς πέντε βαθμίδας τῆς ἐσωτερικῆς κλίμακος, ἦτο μία ἀξίνη μὲ στιλπνὸν σίδηρον, μὲ βραχεῖαν λαβήν, χρησιμωτάτη ὡς ὅπλον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νέος ἔφερεν εἰς τὸ θυλάκιόν του δίκαννον πιστόλιον γεμάτον, ἀλλ᾿ ἐφοβεῖτο νὰ τὸ μεταχειρισθῆ, μήπως πληγώση τὴν Ματούλαν.

Ἔλαβε τὴν ἀξίνην, ἔτρεξε, καὶ ἤρχισε νὰ κτυπᾷ τὰς χεῖρας τοῦ Ἀγρίμη, ὅστις τότε ἀφῆκε τὸ θῦμα του καὶ ὤρμησε κατ᾿ αὐτοῦ. Ἀλλ᾿ ὁ Κωστὴς ἠναγκάσθη τότε νὰ τοῦ δώση μίαν εἰς τὸ κρανίον. Ὁ Ἀγρίμης ζαλισθεὶς ἐκυλίσθη ἐπὶ τοῦ δαπέδου.

Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασεν ἡ Φωτεινὴ μὲ τὰ παιδία. Ἰδοῦσα ἡ γραῖα τὸν Κωστὴν ὑπέθεσεν ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ, κ᾿ ἔστρεψε πρὸς αὐτὸν ἄγρια βλέμματα, καὶ ἠπείλει νὰ τὸν σχίση μὲ τὰς χεῖρας, περιφρονοῦσα τὸν σίδηρον ὃν ἐκεῖνος ἐκράτει. Ἀλλ᾿ ὁ νέος τῆς ἔδειξε μὲ ἓν νεῦμᾳ ἐκτάδην κείμενον, ἡμιθανῆ τὸν Ἀγρίμην, μὲ τὴν κεφαλὴν αἱματωμένην, καὶ τότε ἡ γραῖα ἤρχισε νὰ ἐννοῇ.

- Φέρτε νερό! εἶπεν ὁ Κωστῆς· βοήθειαν εἰς τὴν Ματούλα!

Ἡ νέα ἔκειτο σχεδὸν ἀναίσθητος, ἀδρανής, τόσον ἀδυνατισμένη ἀπὸ τὴν τρομερὰν πάλην, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῆ. Ἡ γραῖα ἐῤῥίφθη περιαλγὴς ἐπὶ τῆς ἀγαπητῆς παιδίσκης, ἐψηλάφει τὸν σφυγμόν της καὶ τὴν καρδίαν της. Τὰ παιδία ἔτρεξαν ἔντρομα νὰ φέρωσιν ὕδωρ, καὶ ὁ Κωστῆς, ἔβγαλε δυὸ πάλλευκα μυροβόλα μανδήλια, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τοὺς κόλπους μὲ ἄνθη συνειλημμένα, καὶ ἐζήτει νὰ δέση τὰς πληγάς της. Ἡ Φωτεινὴ τὸν ἄφησε νὰ κάμῃ. Ἡ νεᾶνις εἶχε δυὸ βαθείας ἀμυχὰς εἰς τὸν λαιμόν, καὶ ἄλλην εἰς τὸν βραχίονα.

Ἀλλὰ καὶ τὸ ὑποκάμισόν της τὸ ὁλοβρόχινον ἐφαίνετο πρὸς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν καθημαγμένον καὶ ἡ γραῖα ψηλαφήσασα ἀνεκάλυψε καὶ τρίτην ἀμυχὴν ὑπὸ τὸν ἀριστερὸν κόλπον. Ὁ νέος ἀπεδύθη τὸ ἐλαφρὸν ἱμάτιόν του, ἔσχισεν ἐπὶ τοῦ στήθους τὸ λευκότατον καθάριον ὑποκάμισόν του καὶ κόψας δυὸ πλατείας ταινίας τὰς ἔδωκεν εἰς τὴν γραίαν νὰ δέσῃ τὴν πληγήν.

Τὰ παιδία ἦλθον φέροντα ὕδωρ· ἡ Ματὴ συνῆλθεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον· ἦτο μόνον πολὺ ἀδύνατος καὶ ἔστρεψε βλέμμα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Κωστήν. Ἡ Φωτεινὴ ἐκ φιλανθρωπίας ἔπλυνε καὶ τὴν πληγὴν τοῦ Ἀγρίμη καὶ ἔδεσε τὴν κεφαλήν του μὲ ἐν παλαιόπανον.

Ὁ Κωστὴς ἐσκέπτετο τί ὤφειλε νὰ κάμῃ ὡς πρὸς τὸν Ἀγρίμην. Ἀνάγκη ἦτο νὰ λάβη εἴδησιν ὁ ἀγροφύλαξ, ὅστις δὲν θὰ εὐρίσκετο πολὺ μακράν, διὰ νὰ ἔλθη νὰ φροντίση περὶ τῆς προσαγωγῆς τοῦ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἤτις ἦτο ἁρμοδία νὰ τὸν παραδώση εἰς νοσηλείαν ἢ εἰς φυλακήν. Ἔπρεπε δὲ νὰ ὑπάγῃ ὁ ἴδιος νὰ εὕρη τὸν ἀγροφύλακα καὶ δώση τὴν εἴδησιν. Ἀλλὰ πῶς ν᾿ ἀφήση μόνας τὰς δυὸ γυναίκας καὶ τὰ παιδιὰ μὲ τὸν Ἀγρίμην, ὅστις ἅμα θὰ συνήρχετο ἐκ τῆς σκοτοδίνης ἠδύνατο νὰ εἶναι ἀκόμη ἐπικίνδυνος; Ἦτο λοιπὸν ἕτοιμος νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Φωτεινὴν νὰ ἐξέλθωσιν ὅλοι ἐκ τοῦ οἰκίσκου, νὰ κλειδώσωσι μέσα τὸν Ἀγρίμην, νὰ ἐξασφαλισθῶσι, καὶ τότε ὁ Κωστὴς νὰ ὑπάγῃ πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ ἀγροφύλακος.

Ἀλλὰ μόλις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ταύτην καὶ βλέπει τὸν Ἀγρίμην ὅτι ἐκινήθη σιγὰ-σιγά, ἀνεκάθισεν ἐπὶ τῆς ψάθης, εἶτα ἐσηκώθη, ἐβάδισε χωλαίνων πρὸς τὴν θύραν, ἐξῆλθε, καὶ διηυθύνθη πρὸς τὴν θύραν τοῦ περιβόλου.

Ὁ Κωστὴς ἐκ περιεργείας τὸν ἠκολούθησε, καὶ τὸν εἶδεν ὠθοῦντα τὸν σύρτην καὶ ἀνοίγοντα τὴν θύραν. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐστράφη, ἠπείλησε διὰ τῆς πυγμῆς τὸν Κωστήν, καὶ τοῦ ἔκραξε:

- Ἔννοια σ᾿ δὲ ΄θῆς καμμιὰ φοὰ καλύβ΄! Ἰγὼ σ᾿ δείξου!...

Κ᾿ ἔγινεν ἄφαντος.

* * *

Ὁ καπετὰν Λιμπέρης ἔμαθε τὸ συμβεβηκὸς κ᾿ ἐπειδὴ ἡ Ματούλα ὠμολόγησεν ὅτι, ἄνευ τῆς βοηθείας τοῦ Κωστῆ, θὰ ἐγίνετο θῦμα τοῦ ἀγροίκου βιαστοῦ, τὴν ἠρώτησε ἂν τὸν ἤθελε διὰ σύζυγον. Ἡ κόρη ἀφελῶς ἀπήντησεν ὅτι, ἀφοῦ ἐξάπαντος ἔμελλε νὰ ὑπανδρευθῇ, «καλύτερ᾿ αὐτός, παρὰ ἄλλος».

Καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας ἐτελεῖτο ὁ γάμος τοῦ περιπαθῶς ἐρῶντος Κωστῆ μετὰ τῆς περικαλλοῦς κ᾿ εὐαισθήτου Ματούλας. Καὶ ἡ ἀγαστὴ καὶ θεσπέσια παρθενικὴ καλλονή, τὸ κορύφωμα τοῦ ἔαρος, ἐπέπρωτο νὰ παραδώση τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον θέρος - ἔρος.