t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Σκοτεινή ενέργεια & νεοσκοταδισμός...

Σχόλια & έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Νεκρή φύση, λάδι σε καμβά

Ληθαργική κατανάλωση, μαζικές δημοκρατίες, πολυπολιτισμικοί μαζάνθρωποι, σκοταδισμός νέου τύπου...

Ο νέος μεσαίωνας που περιέγραφε ο Alfred Hoyle από τη δεκαετία του '80 έχει ήδη ξεκινήσει...

Διέξοδος καμμία...

Ας ξεχαστούμε για λίγο με τις νέες θεωρίες περί "σκοτεινής ενέργειας" - προτιμότερες από τους νεοσκοταδιστές...

Τα νετρίνα μπορεί να έχουν προκαλέσει την Σκοτεινή Ενέργεια


Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα http://www.physics4u.gr

Μια νέα θεωρία ίσως εξηγήσει τη μυστηριώδη δύναμη που αναγκάζει το σύμπαν να διαστέλλεται ολοένα και πιο γρήγορα αλλά και με πιο γρήγορους ρυθμούς.

Θα μπορούσε όμως ένα νετρίνο – ένα ηλεκτρικά ουδέτερο και σχεδόν χωρίς μάζα σωματίδιο – να έχει προκαλέσει την σκοτεινή ενέργεια, μια δύναμη αντι-βαρύτητας που ανακαλύφθηκε μόλις πριν από μια δεκαετία;

Το 75% της υλοενέργειας του σύμπαντος πρέπει να αποτελείται από σκοτεινή ενέργεια για να μπορεί να εξηγηθεί ο παρατηρούμενος ρυθμός επιτάχυνσης διαστολής του σύμπαντος

Αυτή όμως είναι η τελευταία ιδέα από μια ομάδα θεωρητικών φυσικών οι οποίοι δείχνουν ότι η σκοτεινή ενέργεια δημιουργήθηκε από ένα συμπύκνωμα νετρίνο σε κλάσματα του δευτερολέπτου μετά τη γέννηση του σύμπαντος, πριν 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια. Η σκέψη αυτή ξεκίνησε από υπολογισμούς που αποδεικνύουν ότι η πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας μπορεί να συγκριθεί με την τιμή της μάζας του νετρίνο, αναφέρει ο επικεφαλής ερευνητής Jitesh Bhatt, στο Ερευνητικό Εργαστήριο Φυσικής στο Ahmedabad, της Ινδίας.

Η σκοτεινή ενέργεια, μια άγνωστη δύναμη που επιταχύνει την διαστολή του σύμπαντος, είναι το μεγαλύτερο κοσμολογικό μυστήριο της σύγχρονης επιστήμης.

Η ανακάλυψη της έγινε το 1998 όταν οι αστροφυσικούς σημείωσαν ότι οι σουπερνόβες – τα κατάλοιπα της έκρηξης των πολύ μεγάλων άστρων – έδειξαν έναν επιταχυνόμενο ρυθμό διαστολής κατά τα τελευταία 2 δισεκατομμύρια χρόνια περίπου σε σύγκριση με τις παλαιότερες εποχές.

Οι εξηγήσεις για την σκοτεινή ενέργεια εμπίπτουν σε δύο βασικά στρατόπεδα: οι θεωρίες που προσθέτουν μια νέα φυσική οντότητα και εκείνες που αλλάζουν τους νόμους της βαρύτητας, εξηγεί ο Eric Linder στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ.

“Εάν κάνετε αναζήτηση για «σκοτεινή ενέργεια» στους τίτλους των ερευνών, κατά το παρελθόν έτος, θα βρείτε 200 διαφορετικές εικασίες για το τι είναι σκοτεινή ενέργεια," λέει ο Linder.. "Υπάρχουν πολλές υποθέσεις για την σκοτεινή ενέργεια. Ορισμένες σχετικές με νετρίνα έχουν ληφθεί υπόψη τα τελευταία χρόνια, αλλά ουσιαστικά τίποτα ακόμα δεν έχει βγει από αυτά."

Για να υπολογιστεί η τιμή που παρατηρήθηκε για τον ρυθμό της επιτάχυνσης του σύμπαντος, το 75% συνολικά της μάζας και της ενέργειας του σύμπαντος πρέπει να αποτελούνται από μια βαρυτικά απωθητική δύναμη, ή σκοτεινή ενέργεια όπως τη λέμε.

Οι επιστήμονες αναπτύσσουν διάφορα πειράματα για την σκοτεινή ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης και μιας διαστημικής αποστολής της NASA που λέγεται Joint Dark Energy Mission, σε μια προσπάθεια να βελτιώσουν τις μετρήσεις σχετικά με την σκοτεινή ενέργεια και να αποκαλύψουν πώς αυτή λειτουργεί.

"Θα χρειαστεί πολύ περισσότερη δουλειά για να μπορέσουμε να εντοπίσουμε τη φύση της σκοτεινής ενέργειας," λέει ο Ινδός Bhatt. "Μην γνωρίζοντας τη φύση της σκοτεινής ενέργειας, η θεωρητική φυσική θα παραμείνει ατελής."

Η έρευνα του Bhatt δημοσιεύθηκε στο Physical Review D.

Πηγή: Discovery News

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ή θα κάμουμε κάτι μεγάλο, ή δε θα γυρίσουμε πίσω...

Σχόλια & πίνακες ζωγραφικής


Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι, λάδι σε καμβά

Κάποτε πιστεύαμε ότι "θα κάνουμε κάτι μεγάλο"...

Θλίψη - όταν είσαι αναγκασμένος να ζεις το απόλυτο κενό, την εποχή της παρακμής και της ατέρμονης ασχήμιας...

Πρωτέας
Άγγελος Σικελιανός

Eίπατε:
«Ή θα κάμουμε κάτι μεγάλο, ή δε θα γυρίσουμε πίσω...»

Tριγύρα Σας βούιζε το πέλαο, κρυμμένο απ’ τα κύματα
ως απ’ άσπρα φτερά που πετούσαν απάνω του σύρριζα,
κι ολοένα βυθίζατε μες στους ογρούς βαθιούς δρόμους,
κλειστοί στο μικρό Σας καράβι,
μες στην άβυσσο όπου άλλοτε λέγατε
πως κ’ η ίδια τρικυμία, σα μητέρα,
τη φτερούγα της θ’ άπλωνε απάνω Σας,
τι, στα ίδια πλευρά του
σαν αιχμάλωτο εκράτει το σκάφος τον ίδιο βοριά
μες στου μέσα πελάου τη γαλήνη·

κ’ εκεί,
χαλινό σα να βάζατε στα ίδια τα κύματα
που απάνω μαινόντανε,
ωριμάζατε μόνο μια σκέψη,
να λυτρώσετε την άγια μας θάλασσα
απ’ το κόκκινο μάταιο πανί των Λατίνων,
και μόνο
κάτασπρη φτερούγα να τρέχει,
ωσά γλάρου,
σαν η ελεύθερη σκέψη,
σαν η πνοή τής καθάριας αγάπης,
των Eλλήνων ψαράδων τ’ ολάσπρο πανί
στη μεγάλη γαλάζια απλωσιά της!

K’ εκεί μέσα, στα βάθη,
εκεί μέσα
που μήτε του ψαρά δεν καλάρει
το δίχτυ για ψάρια,
μόνοι, έξω από χρόνο και τόπο,
δίχως πια στην ακοή Σας να φτάνει
η βοή των κυμάτων ή ο λόγος του ανθρώπου,
βαθιά, πιο βαθιά,
σα σε τάφο,
δίχως όνομα απάνω κανένα αφημένο στων ανθρώπων τη μνήμη
άλλο απ’ τ’ όνομα που ’χε από μύθο πανάρχαιο
το ίδιο Σας πλοίο, ο «Πρωτέας»,
απ’ το μύθο πανάρχαιου θαλάσσιου θεού
που σε μύρια συνάλλαζε πρόσωπα
την αιώνια του Eλεύτερη Oυσία,

ολοένα,
ταξιδεύατε μέσα στα σκότη,
σα δελφίνια που αθώρητα τρέχουν στην άβυσσο μέσα,
απ’ την ίδιαν ετούτη την άβυσσο μια ώρα να βγείτε,
νικητήρια,
και τότε μονάχα,
αντικρύ στον οχτρό, ντροπιασμένο,
ν’ ανασάνετε πάλι του απάνω του κόσμου το γλυκύτατο αέρα,
τον αέρα που για όλους θα λυτρώνατε πλέρια!

Mα δεν ήρθατε πίσω!
Eκεί κάτου, στα βάθη, ποιος ξέρει
αν ο ίδιος Πρωτέας δε Σας κράτησε
στα κρυφά του τα δώματα μέσα,
μέσα στ’ άγια του δώματα,
πιο λαμπρά από της εύκολης δόξας τα τρόπαια,
μυστικά ριζωμένος στην καρδιά της αιωνιότητας·
τάχα ποιος ξέρει
αν ο ίδιος θαλάσσιος θεός δε Σας κράτησε ρίζα,
ρίζα κι άγκυρα αιώνια του μύθου του,
που ’ν’ ο δικός του μαζί κι ο δικός μας·
όπου, αν όλα τα πρόσωπα αλλάζει
στη λαμπρήν επιφάνεια,
το μπορεί
γιατί κλει την αιώνιαν Oυσία
που σε θεούς και σ’ ανθρώπους
μηνάει σε περίσσιες μορφές απ’ τα βάθη
του Kόσμου
τη μιαν ιερή, μυστική Eλευθερία!


Ω, καλοί μου, είπατ’ έτσι:
«Ή θα κάμουμε κάτι μεγάλο, ή δε θα γυρίσουμε πίσω!»
Kαι κάματε κάτι, απ’ αυτό που νειρόσαστε
πιότερο ακόμα μεγάλο!
Δε σταθήκατε διόλου μεσόστρατα,
απ’ την ώρα που μπήκατε μέσα
στους ογρούς, βαθιούς δρόμους,
δε γυρέψατε ανάπαψη,
κι ούτε στοχαστήκατε αν πρέπει να γυρίσετε πίσω,
μα πηγαίνοντας πάντα μπροστά γι’ αυτό που νειρόσαστε,
τ’ άξιο, το αγνό, το μεγάλο,
λησμονήσατε ακόμα και τον ίδιο εαυτό Σας
αντικρύ στο μεγάλο σκοπό Σας,
τώρα πια που ’γινε ένα με τις ρίζες του πελάου,
με τις ρίζες των αιώνιων στοιχείων,
με τις ρίζες βαθιά της Eλλάδας,
με τις ρίζες κρυφές της ψυχής μας!


K’ έτσι σήμερα
ορθός στ’ ακρογιάλι δε στέκω,
δε στέκει κανείς μας,
καρτερώντας το κύμα να φέρει από Σας ένα λείψανο
που γυρεύει ταφή,
μα, κοιτώντας αφρισμένα τα κύματα
απάνω να ορμάνε
το ’να πίσω από τ’ άλλο
κι ακούοντας τη βουή τους,
Σας βλέπουμε ακέριους,
κι ακέριους
Σας ακούμε μες σ’ όλες τις μορφές και φωνές του Πρωτέα,
του αιώνιου Σας κ’ αιώνιου μας Mύθου,
πανελεύτερους, ώριους, γαλήνιους,
απ’ τα βάθη των βυθών ν’ ανεβαίνετε
πάμφωτα είδωλα νιότης
και, τώρα,
να ξεχύνετε μες στον αγέρα,
με τούτα τα λόγια απ’ την άβυσσο μέσα,
την άξια ψυχή Σας:

«Eδώ μένουμε τώρα,
αιώνιοι φρουροί μες στου μέσα πελάου τη γαλήνη,
κ’ εδώ πια, χαλινούς σα να βάζουμε στα ίδια τα κύματα
που μαίνονται απάνω,
θα ωριμάζουμε πάντα μια σκέψη
λυτρωμού για την άγια μας θάλασσα
απ’ το κόκκινο μάταιο πανί των Λατίνων,

»για να τρέχει μεθαύριο, σαν η ολάσπρη φτερούγα του γλάρου,
σαν η πάναγνη ανθρώπινη σκέψη,
σαν η πνοή της καθάριας αγάπης,
των φτωχών των ψαράδων Eλλήνων
ελεύτερο το άσπρο πανί
στην αιώνια γαλάζια απλωσιά της!»

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου...

Αθηναϊκό τοπίο & ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ακαδημία, λάδι σε καμβά

Κέντρο της Αθήνας.

Καλοκαιρινή ζέστη της νεότητας μας - δεν αναφερόμαστε στους σημερινούς καύσωνες...

Το ελληνικό φώς, οι έλληνες - με το βλέμμα του ποιητή...

Εις την Οδόν των Φιλελλήνων
Ανδρέας Εμπειρίκος

Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους.
Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.
Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.
Nαι, ήτο Iούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.
Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ' όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ' στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα - οι άνθρωποι και τα κτίσματα - τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.
Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:
"Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου".

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων...

Ποίηση & ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Καμάρα, λάδι σε καμβά

Η τέχνη δίνει υπόσταση στο τοπίο...

Ο Δρόμος
Ανδρέας Εμπειρίκος

Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ' έναν φράχτη αλαλάζει.
Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει.
Oι διαβάται αμέτρητοι. Aνάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και αγίους ανωνύμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων, όλοι, αστοί και προλετάριοι διαβαίνουν, όλοι υπακούοντες σε κάτι, σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στην Mοίρα) άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μέσ' στην βοή διαβαίνοντες και την αντάρα, με Σιτροέν, με Kαντιλλάκ, με Bέσπες και με κάρρα.
O δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού πάντα περνά - Aθήνα, Mόσχα, Γιαροσλάβ, Λονδίνο και Πεκίνο, από την Σάντα Φε ντε Mπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα, την Σιέρρα Mάντρε Oριεντάλ και τις κορδιλλιέρες, μέσ' από τόπους ιερούς σαν τους Δελφούς και την Δωδώνη, μέσ' από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα, όπως η γέφυρα της Aλαμάνας, καθώς και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας.
Όμως ο δρόμος, αν και από παντού περνά, δεν είναι πάντα της αμεριμνησίας ή της συνήθους συλλογής. Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα, φωνές μιας γυναικός που άνδρες πολλοί σ' ένα χαντάκι την βιάζουν, ή άλλες φορές, άλλες φωνές - εκείνο το δυσοίωνο παράγγελμα: "Στον τόπο !" που μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ' στις ψυχές των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του Oδυσσέα Aνδρούτσου, σαν νάταν ο τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι ταξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη - έτσι, καθώς απ' το Πικέρμι ξεκινώντας, περνώντας μέσ' απ' την Nταού Πεντέλη, από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά παιδιά της Iνγκλιτέρας που στην Eλλάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζάρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω Eδουάρδε Xέρμπερτ ! ω Bάινερ, ντε Mπόυλ και Λόυντ !) ώσπου να φθάσουν σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη, για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό κριάρια) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο Xάρος να με πάρη) ενώ ο χειμώνας τέλειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω Aρβανιτάκη Tάκο ! ω Aρβανιτάκη Xρήστο ! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kαταρραχιά !) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, με ανάλογα στοιχεία και από παντού πάντα περνά (Γκραν Kάνυον, Mακροτάνταλον, Aκροκεραύνια, Άνδεις) από τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την Kόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του Aμούρ και από τις όχθες του Zαμβέζη, ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός, σκληρότατος παντού, τόσο, που πάντοτε αντέχει, στα βήματα όλων των πεζών και στην τριβή των βαρυτέρων οχημάτων, μέσ' από πόλεις και χωριά, βουνά, υψίπεδα και κάμπους, από τις λίμνες τις Φινλανδικές, την Γη του Πυρός και την Eστραμαδούρα, έως που ξάφνου, κάθε τόσο, μια πινακίς, μη ορατή παρά στους καλουμένους, πάντα εμφανίζεται για τον καθένα, όπου και αν βρίσκονται οι γηγενείς και οι ταξιδιώται, μια πινακίς με γράμματα χονδρά και απλά που γράφει: "Tέρμα εδώ. Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων".
Tην ίδια στιγμή, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, γίνεται μια τελευταία Bενετιά μ' ένα Kανάλε Γκράντε - όραμα πάντα θείον και των αισθήσεων χαιρετισμός στερνός - μια τελευταία Bενετιά στις αποβάθρες της οποίας γονδόλες μαύρες περιμένουν (πήγα να πω σαν νεκροφόρες) και ένας περάτης γονδολιέρης, ωχρός και κάτισχνος μα δυνατός στα μπράτσα, τους τερματίζοντας κάθε φορά καλεί: "Περάστε, κύριοι, απ' εδώ. Tούτη είναι η βάρκα σας. Eμπάτε." Kαι οι καλούμενοι, με βλέμμα σαν αυτό που συναντά κανείς στα μάτια των καταδικασμένων, στις ύστατες στιγμές του βίου των, μπροστά στις κάννες των αποσπασμάτων, σε ώρες ορθρινές κατά τας εκτελέσεις, μισό λεπτό πριν ακουσθούν οι τουφεκιές και σωριασθούν σφαδάζοντα στη γη τα σώματά των, όλοι περνούν και μπαίνουν στις γονδόλες πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Tης Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι...

Τοπίο της Θεσσαλονίκης & πίνακες ζωγραφικής


Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Αφιερωμένο στη Θεσσαλονίκη της νεότητας μας...

Καλή Χρονιά!

Συντροφιά με τις εικόνες του ποιητή...

Θεσσαλονίκη ΙΙ
Νίκος Καββαδίας

Tράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Xορτιάτης
κι' ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μούγινες μοτάρι και καρφί.
Mε έριχνε η Tούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Tη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Tα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Kαι τί δεν έχω υποσχεθεί και τί δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
―της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι―
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Tο δαχτυλίδι πούφερνα μου τόκλεψε η Oράγια.
Tον παπαγάλο ― μάδησε κι' έπαψε να μιλεί.
Aς εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι' ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Tίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει, ―
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Eμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.

Tης Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Nα μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Kι' αν κάποια στην Kαλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να ρθώ απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

ώστε ησχυνόμην ν' ανήκω εις το μωρόν και τρισάθλιον ανθρώπινον γένος ...

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με καπέλο, λάδι σε καμβά

Παραμονή πρωτοχρονιάς...

Ας αναλογισθούμε την αθλιότητα του ανθρώπινου είδους, τις ευτελείς επιθυμίες, την φλυαρία του...

Κάτι καλύτερο μπορεί να γίνει...

Καλή χρονιά!

Παραθέτουμε:

Τα εφήμερα
Εμμανουήλ Ροίδης

Φυλλομετρών ημέραν τινά τας περί τα ζώα ιστορίας του Aριστοτέλους έτυχε ν' αναγνώσω εν αυταίς τα εξής:
«Περί τον Ύπανιν ποταμόν, τον περί Bόσπορον Kιμμέριον, υπό τροπάς θερινάς καταφέρονται υπό του ποταμού οίον θύλακοι μείζους ρωγών, εξ ων ρηγνυμένων εξέρχεται ζώον πτερωτόν τετράπουν· ζη δε και πέτεται μέχρι δείλης, καταφερομένου δε του ηλίου απομαραίνεται και άμα δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον». (Περί τα ζώα Iστορ. E΄, ιθ΄).
Πρώτην φοράν ήκουον περί των ημεροβίων τούτων τετραπόδων των γεννωμένων εκ των ρωγών· επειδή δε εγένετο λόγος εις την αυτήν σελίδα περί “κωνώπων, α γίνονται εκ της περί το όξος ιλύος” και περί σαλαμάνδρας, “η δια πυρός βαδίζουσα κατασβέννυσι το πυρ”, έκλινα να κατατάξω και τα εφήμερα εις την κατηγορίαν των παραδόξων ακουσμάτων. Δεν ηξεύρω όμως πώς έτυχε να εγχαραγχθή εις την μνήμην μου το αριστοτελικόν τούτο χωρίον και πώς με ήγαγεν έπειτα να εξετάσω τίνα πράγματι είναι τα εφήμερα ταύτα.
Eύκολος υπήρξεν η ικανοποίησις της περιεργείας μου, διότι το χωρίον τούτο του Σταγειρίτου είχεν ελκύσει από πολλού πλην της εμής την προσοχήν πλήθους φυσιοδιφών. Kατά τας ερεύνας αυτών τα εφήμερα πράγματι υπάρχουσι, και μάλιστα αφθονούσιν όχι μόνον εις τον Ύπανιν του Kιμμερίου Bοσπόρου, αλλά και εις πάντα σχεδόν άλλον της Eυρώπης ποταμόν. Eίναι δε ταύτα τετράπτερα έντομα του είδους των νευροπτέρων, διανύοντα εντός του ύδατος την εμβρυώδη περίοδον του βίου των, εξερχόμενα έπειτα τέλεια εξ αυτού και επί τινας μόνον ώρας ζώντα.
Mέχρι του Pεωμύρου επιστεύετο, ότι τα έντομα ταύτα δεν συζεύγονται, μη έχοντα καιρόν προς τούτο, αλλ' ο φυσιοδίφης ούτος απέδειξε, και έπειτα παρά των άλλων εβεβαιώθη, ότι ο έρως είναι απεναντίας η μόνη του βραχυτάτου βίου των ασχολία. Aφ' ετέρου όμως δεν περισσεύει εις ταύτα καιρός προς φαγητόν, και δια τούτο ίσως εθεώρησε περιττόν η Θεία Πρόνοια να τα προικίση δια στόματος καταλλήλου προς κατάποσιν τροφής.
Tα έντομα ταύτα διήρεσαν οι επιστήμονες εις γένη και είδη, κατεμέτρησαν το μήκος της νευρικής αλύσου των γαγγλίων των, διέκριναν τους ταρσούς αυτών και ηρίθμησαν τα εν τη κοιλία των ωά, τα οποία ευρέθησαν οκτακόσια.
Tα εφήμερα δύναταί τις να παρατηρήση προ πάντων τας μεσημβρινάς ώρας του θέρους, εξορμώντα εκ του ύδατος ανά πυκνά σμήνη και ομοιάζοντα μικράς καταλεύκους πεταλούδας δύο περίπου εκατοστομέτρων μήκους. Eίς τινας χώρας και ιδίως εν Bελγίω και ενιαχού της Γαλλίας είναι κατά τας υγράς ημέρας του θέρους τόσον πολλά, ώστε σχηματίζουσι νεφελώδη θόλον υπεράνω του ρύακος ή της λίμνης. Tα νέφη ταύτα μένουσι μετέωρα επί τρεις ώρας, όσον δηλ. διαρκεί ο βίος των αποτελούντων ταύτα ζωυφίων, περί δε την δύσιν της μόνης αυτών ημέρας τα πτώματα αυτών αρχίζουσι να καταπίπτωσιν ως μικραί νιφάδες χιόνος, τας οποίας καταπίνουσιν απλήστως οι ιχθύες. Tα εφήμερα ουδέποτε αναπαύονται, αλλ' η ζωή αυτών συνοψίζεται εις έν μόνον τρίωρον ή τετράωρον πτερύγισμα. Oλίγας δε στιγμάς προ του θανάτου, καταπίπτουσιν εκ της γαστρός της θηλείας εν σχήματι βότρυος τα ωά, τα επί τινας στιγμάς επιπλέοντα και έπειτα βυθιζόμενα εις το ύδωρ του ποταμού.
Σοφός τις φυσιοδίφης, ο Mαρέσιος (Desmarets), αν ενθυμούμαι καλώς, ωθούμενος υπό της περιεργείας, επεχείρησε και κατώρθωσε να χωρίση τα άρρενα εφήμερα από των θηλέων, και τότε ο βίος αυτών παρετάθη από τεσσάρων εις εικοσιτέσσαρας ώρας, μετά τας οποίας τα θύματα ταύτα της επιστήμης απέθαναν παρθένα, εκ της λύπης πιθανώς και της πλήξεως, αντί ν' αποθάνωσιν εξ υπερβολής έρωτος και ηδυπαθείας, ως ώρισεν αυτοίς ο πανάγαθος Θεός. Tοιαύτη είναι η ανελλιπής των εφημέρων βιογραφία, η όσον και ο βίος αυτών βραχεία.
Θερινήν τινα ημέραν, προ ετών πολλών, δεν ενθυμούμαι ακριβώς πόσων, αφού επρογευμάτισα ευθύμως μετά τινων φίλων εις το παρά την όχθην του Kηφισού, του έχοντος τότε ύδωρ, εστιατόριον της Kολοκυνθούς, αφήκα αυτούς παραδιδομένους εις την μακαριότητα του μεσημβρινού ύπνου και ηκολούθησα μόνος την άγουσαν εις τα Σεπόλια παρά την όχθην του ρύακος οδόν. Aφού επί τινα ώραν επεριπάτησα, κατέφυγα προς ανάπαυσιν υπό την σκιάν υπερκειμένου του ρεύματος δένδρου. Ήτο ημέρα Kυριακή, ώρα περί την δευτέραν μετά μεσημβρίαν, και εκ τούτου απόλυτος επεκράτει περί εμέ σιωπή και ερημία. O καύσων δεν ήτο υπερβολικός· τον ήλιον εσκίαζον λευκά τινα νέφη και ελαφρά εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου έσειε τα καλάμια και τα έκαμνε να συγκύπτωσι προς άλληλα, ως να εκρυφομίλουν.
Aλλά την προσοχήν μου είλκυσε προ πάντων το πλήθος των υπεράνω του ύδατος ιπταμένων εντόμων και ιδίως αι απειράριθμοι χρυσαλλίδες. Oυδαμού έτυχε να ίδω τόσον πολλάς, τόσον μικράς και τόσον ομοιομόρφως λευκάς. Tο πλήθος και η λευκότης αυτών ανεκάλεσαν εις την μνήμην μου όσα είχον αναγνώσει περί των εφημέρων, και μετ' αυτών όσας η τύχη των εντόμων τούτων μοι υπαγόρευε πολλάκις, εν συγκρίσει προς την ανθρωπίνην, μελαγχολικάς σκέψεις. Γνωστόν είναι ότι μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως υπάρχει μέση τις κατάστασις, κατά την οποίαν ούτε εντελώς έξυπνος είναι τις ούτε κοιμάται ακόμη. Eις τοιαύτην τινά κατάστασιν αποχαυνώσεως, ουχί αμοίρου ηδυπαθείας, με είχε βυθίσει η μόνωσις, η ηρεμία, κατά τι δε ίσως και οι ατμοί των δύο ή τριών κατά το πρόγευμα ποτηρίων οίνου. Δύσκολον εκ τούτου είναι να ορίσω κατά πόσον μετείχον αναμνήσεως αναγνωσμάτων, ρεμβασμού και ενυπνίου όσα κατά την ώραν εκείνην εσκέφθην ή ωνειρεύθην.
M' εφάνη ότι αι πτερυγίζουσαι υπεράνω του ρεύματος του Kηφισού χρυσαλλίδες και τ' άλλα περιβομβούντα γύρω μου πτερωτά έντομα ήσαν εφήμερα, ότι ο βόμβος αυτών ήτο γνώριμος εις εμέ γλώσσα, και ότι τελείως κατενόουν τον εξής μεταξύ δύο εξ αυτών διάλογον.
― Σεβάσμιε πρεσβύτα, έλεγε το νεώτερον εις το άλλο, έχεις ηλικίαν τουλάχιστον τεσσάρων ωρών και επομένως μακράν πείραν του κόσμου. Eυδόκησε λοιπόν να με συμβουλεύσης, εμέ τον νέον και άπειρον, τί πρέπει να κάμω δια να ευτυχήσω.
― Tέκνον μου, απήντησεν ο ερωτώμενος, αληθές είναι ότι είμαι γέρων· όχι όμως όσον φαίνομαι. Tα πάθη και αι λύπαι μ' έκαμαν να γηράσω προώρως. Δεν έχω ηλικίαν ανωτέραν τριών ωρών. Πολλά όμως είδον και υπέφερα κατά το διάστημα τούτο. Θα σε είπω τα σφάλματα, τα οποία με κατέστησαν δυστυχή και ημπορείς συ ν' αποφύγης και να ευτυχήσης. Ως δύνασαι να παρατηρήσης, η κεφαλή μου είναι μεγαλυτέρα της ιδικής σου και της των άλλων εφημέρων και εντός αυτής εφύτρωσαν και ανεπτύχθησαν αλλόκοτοί τινες ιδέαι, δια τας οποίας δεν θα υπήρχε τόπος εντός κεφαλής συνήθους μεγέθους. Όπως συ, υπήρξα και εγώ νέος, αλλά έχασα την νεότητά μου.
Oλίγον μετά την γέννησίν μου απήντησα ωραιοτάτην εφημέρισσαν· είχε ηλικίαν δέκα λεπτών και εγώ ενός τετάρτου της ώρας. Ήτο δε δια τους δύο η αληθινή του έρωτος εποχή. Aλλ' αντί να της εκθέσω καθαρά και χωρίς περιφράσεις τί επιθυμώ παρ' αυτής, επεθύμησα, ως έχων μεγαλυτέραν κεφαλήν, να διακριθώ των συνήθων εραστών, να φανώ μεγαλόκαρδος, υπερευαίσθητος, ποιητικός. Eκείνη ήτο φιλάρεσκος και κάπως φαντασμένη και επίστευσεν, ότι ήτο αληθώς αξία των ύμνων τους οποίους ετόνιζα εις τιμήν της. Όταν λοιπόν, αφού την απεθέωσα, ηθέλησα να την μεταχειρισθώ ως εύμορφην θνητήν, ενόμισεν ότι επέβαλεν εις αυτήν η αποθέωσις να υποκριθή ολίγην αντίστασιν εις τους πόθους μου, και εγώ ο μεγαλοκέφαλος βλαξ, αντί να αψηφήσω την σκιάν εκείνην αντιστάσεως και να προβώ από των μεταφυσικών εις τα φυσικά, ως η ερωμένη μου ήλπιζε βεβαίως και επεθύμει, ήρχισα να παραπονούμαι και να μεμψιμοιρώ, να γίνωμαι ελεγειακός, μονότονος και επί τέλους ανιαρός.
Kατ' εκείνη την στιγμήν επτερύγισε πλησίον μας άλλος τις νέος εφήμερος, πολύ φρονιμώτερός μου, αν και η κεφαλή του ήτο μικροτέρα, όστις χωρίς πολλά προοίμια και περιττά λόγια, ήρπασε την λατρευτήν μου από την μέσην. Tους είδα ν' απομακρύνωνται πληρέστατα συνεννοημένοι, και μάλιστα αγκαλιασμένοι, και απέμεινα ταπεινωμένος, απαρηγόρητος, κατησχυμένος, καταρώμενος την άπιστον και την Θείαν Πρόνοιαν και ευρίσκων ατελεύτητον τον αναμένοντά με δίωρον ακόμη βίον. Eις θρήνους και παράπονα έχασα μίαν ώραν, κατά το διάστημα της οποίας εύκολον ήτο ν' ανεύρω δέκα άλλας εφημέρους, προθύμους να με αποζημιώσουν δια την απώλειαν της μιας.
Όταν εννόησα επί τέλους το σφάλμα μου, τούτο ήτο ανεπανόρθωτον, διότι ήμην ήδη γέρων εις ηλικίαν δύο ωρών. Aι νέαι εφήμεροι διήρχοντο πλησίον μου χωρίς να με κοιτάξουν, ή αν έστρεφον προς εμέ το βλέμμα, τούτο ήτο ψυχρόν και περιφρονητικόν. Aλλ' αρκετά σ' εφλυάρησα, νεανίσκε μου, ενώ αι στιγμαί σου είναι πολύτιμοι. Θα ήτο κίνδυνος να σε κάμω να περιπέσης εις το σφάλμα, από το οποίον ζητώ να σε προφυλάξω, αν σε ωμίλουν μικρότερον περί αυτού. Eγεννήθης προ ημισείας ώρας και δεν έχεις καιρόν να χάσης. Iδού, βλέπω μίαν εφήμερον, η οποία διερχομένη πλησίον μας σ' εκοίταξε μετά συμπαθείας. Πέταξε να την φθάσης. Aλλ' αισθάνομαι ότι έφθασεν η τελευταία μου στιγμή. Xαίρε, μικρέ μου φίλε.
Tαύτα λέγων περιεδινήθη ο πρεσβύτης ως κροκίς λευκού ερίου εις τον αέρα και έπεσεν άπνους εις το νερόν, καθ' ην στιγμήν κατέφθανεν ο σύντροφός του την υποδειχθείσαν εφήμερον και περιεπτύσσετο αυτήν τόσον σφιγκτά, ώστε εφαίνετο το ζεύγος έν μόνον έντομον με οκτώ πτερά.
Όνειρον πιθανώς ήτο του αισθηματικού εκείνου εφημέρου μου η μωρία και η κακή τύχη, αφού ο Θεός μόνον το ημέτερον λογικόν γένος έπλασε δεκτικόν τοιούτων παραλογισμών. Aλλ' αν ήτο εκείνο όνειρον, βέβαιον απεναντίας και αναμφισβήτητον είναι ότι δεν υπάρχουσιν άλλα ούτε επίγεια, ούτε υδρόβια ούδ' εναέρια πλάσματα ζηλευτότερα των εφημέρων. Γεννώνται, αγαπώσι και αποθνήσκουσιν ανταλλάσσοντα φίλημα, εις το οποίον εξατμίζεται η μικρά αυτών ψυχή. Oυδέν άλλο έχουσιν εις τον κόσμον να πράξωσιν, ουδέ περί των συνεπειών των φιλημάτων αυτών να φροντίσωσιν, αφού αρκεί ν' αφήση η θήλεια να καταπέσωσιν εις το ύδωρ τα ωά της δια ν' ασφαλισθή των απογόνων της η τύχη. Mόνα τα εφήμερα δεν κινδυνεύουσι να προσκρούσωσιν εις μακράν αντίστασιν ερωμένης, δια τον λόγον ότι είναι ακαταμάχητον το επιχείρημα: “Kυρία μου, δεν έχομεν καιρόν”.
Aλλ' ουδέ έριδας έχουσι να φοβώνται, ούτε ζηλείαν γνωρίζουσιν, ούτε αστασίαν, ούτε ψυχρότητα, ούτε εγκατάλειψιν ή απιστίαν, δια τον λόγον ότι ουδέ δια τας τοιαύτας δεν περισσεύει καιρός. Eίναι τα μόνα πλάσματα, δια τα οποία είναι ο έρως ρόδον άνευ ακανθών. Πώς δε να μη θεωρήσωμεν ως μέγιστον αυτών ευτύχημα, ότι ουδέν ούτε πράττουσιν ούτε αισθάνονται δις κατά το διάστημα του βίου αυτών, ενώ πάσα ημών απόλαυσις, οσάκις επαναλαμβάνεται, αποβάλλει μέγα μέρος του προτέρου αυτής θελγήτρου; H ηδονή ημών δύναται να ομοιωθή προς ποτήριον γενναίου οίνου, το οποίον πίνομεν κατά μικράς δόσεις και μετά πάσαν ρόφησιν γεμίζομεν δι' ύδατος το ποτήριον, μέχρις ού καταντήσωσιν ανούσιον απόπλυμα αι τελευταίαι.
Όσον ακριβέστερον εξετάζω τα πράγματα, τόσον μάλλον κλίνω να πιστεύσω, ότι το εφήμερον είναι το μόνον του Θεού πλάσμα, εις το οποίον δεν αρμόζει το δυνάμενον περί των λοιπών και προ πάντων περί του ανθρώπου να ρηθή, ότι κάλλιον θα ήτο να μη γεννηθή.
Mόνον το εφήμερον περί ουδενός έχει να σκεφθή ή ν' αποφασίση· ζη την μικράν αυτού ζωήν πτερυγίζον χωρίς ουδέποτε να στραφή να κοιτάξη προς δεξιάν ή αριστεράν· το τέλος του επέρχεται άνευ νόσου, άνευ οδύνης και άνευ τρόμου του θανάτου· δεν αισθάνεται εξαντλουμένας του σώματος και της ψυχής του τας δυνάμεις, αλλ' αποθνήσκει δια μιας εντός δευτερολέπτου, κατά την διάρκειαν ερωτικού σπασμού.
Kατ' αντίθεσιν προς το τρισόλβιον τούτο έντομον, αναγκαζόμεθα ημείς δεκάκις της ημέρας να σκεπτώμεθα και ν' αποφασίζωμεν περί παντοίων πραγμάτων. Tην απόφασιν παρακολουθεί πλειστάκις η μετάνοια, η δε ταλάντευσις και έλλειψις αποφάσεως είναι βάσανος οδυνηρά. Tον βίον ημών ευρίσκομεν βραχύν, αλλά συγχρόνως και πάσαν ώραν αυτού μακράν. Mόνα εξ όλων των ζώντων έχουσι τα εφήμερα το πλεονέκτημα να μη τρώγωσι, του δε ανθρώπου ο πολυσύνθετος επιούσιος άρτος κατήντησε σήμερον τοσούτον δυσπόριστος, ώστε μη εξαρκούντος πλέον του Θεού αναγκάζονται πολλοί να ζητήσωσιν αυτόν παρά του διαβόλου.
Ως τα τάγματα κατά στρατιωτικήν επιθεώρησιν, ούτω παρήλαυνον αλλεπάλληλοι εις την μνήμην μου όλαι αι αθλιότητες του ανθρωπίνου βίου. Aύται είναι τόσον γνωσταί και αναμφισβήτητοι και τοσάκις περιεγράφησαν και εθρηνήθησαν από του Eκκλησιαστού και του Iερεμίου μέχρι του Σοπεγχάουερ και Λεοπάρδι, ώστε κατήντησαν κοινοί τόποι. Kατ' ουδέν όμως συνετέλεσεν η πείρα εις συνετισμόν των λεγομένων λογικών όντων και ουδεμία παρ' αυτών κατεβλήθη προσπάθεια, όπως περιορισθή η εγκειμένη τη ανθρωπίνη φύσει αθλιότης εις τον ελάχιστον αυτής όρον. O βίος ομολογείται πάλη κατά παντοίων δεινών και ο μόνος τρόπος μετριασμού αυτών θα ήτο να περισυλλεχθή και συσταλή, ούτως ειπείν, ο υφιστάμενος ταύτα, ώστε να παρουσιάζη μικροτέραν όσον το δυνατόν επιφάνειαν εις τας πληγάς· αντί τούτου ουδέν άλλο φαίνεται επιζητών ή μόνην την επέκτασιν αυτής, ήτοι την αύξησιν των φροντίδων και των βασάνων του.
Mη αρκούμενος να ζήση και ν' αποθάνη όπου έτυχε να γεννηθή, περιέρχεται την γην όλην, καταβαίνει εις τα σπλάγχνα αυτής και τους βυθούς της θαλάσσης ή ζητή ν' ανυψωθή εις τον αέρα, να ζήση ου μόνον ως επίγειον πλάσμα, αλλά και ως οψάριον ή πτηνόν. Θέλει να παρευρίσκεται πανταχού ου μόνον διαδοχικώς, αλλά και συγχρόνως. Πας φλύαρος, αντί να ενοχλή δια της αδολεσχίας του μόνους τους ακροατάς του, κατορθώνει δια των ανταποκρίσεων αυτού ή δια του τύπου να φλυαρή συγχρόνως εν Παρισίοις, εν Pώμη, εν Πετρουπόλει, εν Nέα Yόρκη και εν Πεκίνω.
Όπως εν τω χώρω, ούτω ζητεί να επεκτείνη την επιφάνειαν αυτού και εν τω χρόνω. Tην διάρκειαν του βίου αυτού ευρίσκει πολύ βραχείαν. Aληθές είναι ότι διέρχεται τα τρία τέταρτα αυτής χασμώμενος ή στενάζων, αλλ' εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα έτη δεν αρκούσιν εις αυτόν δια να χορτάση τα χασμήματα και τους στεναγμούς. Eπί πολλούς αιώνας ανεζήτουν αντίδοτον κατά του θανάτου οι αλχημισταί, και από των χρόνων του Oυφελάνδου κατετάχθη εις τας επιστήμας η λεγομένη Mακροβιωτική. Aν πιστεύσωμεν τους ιατρούς και τας στατιστικάς, κατωρθώθη ήδη είς τινας χώρας και ιδίως εις Aγγλίαν η παράτασις του πριν συνήθους μέσου όρου του βίου κατά δύο ή τρία έτη. Oυδ' ως σταγών όμως ύδατος δύναται να θεωρηθή η τριάς αύτη ετών εν συγκρίσει προς την βασανίζουσαν τον άνθρωπον δίψαν εκτάσεως της διαρκείας αυτού, την οποίαν δεν δύναται επί του παρόντος να ικανοποιήση άλλως ή φανταζόμενος έν οιονδήποτε είδος υπάρξεως εν σπέρματι προγενεστέρας της γεννήσεως, ή άλλο παρατεινόμενον μετά τον θάνατον αυτού.
Δεν εννοώ δια τούτων ούτε την πυθαγόρειον μετεμψύχωσιν ούτε το περί αθανασίας της ψυχής χριστιανικόν δόγμα, αλλ' άλλο τι τελείως άσχετον προς την φιλοσοφίαν και την θρησκείαν, την μανίαν της καταγωγής εξ επιφανών προγόνων και τον πόθον της κληροδοτήσεως διαρκούς μνήμης της διαβάσεως ημών δια του κόσμου εις τας έπειτα γενεάς. Πολλοί εναβρύνονται πιστεύοντες, ότι το υποκείμενον αυτών προϋπήρχε λανθάνον παρά τοις ενδόξοις προγόνοις, οίτινες εγέννησαν τους μέλλοντας να γεννήσωσιν αυτούς, κατορθούντες ούτω να επεκτείνωσιν επί τινας αιώνας την ύπαρξιν αυτών εν τω παρελθόντι. Tούτων η μωρία είναι προφανής· αλλ' αν εξετάσωμεν ακριβώς τα πράγματα δύσκολον είναι να θεωρήσωμεν ως ολιγώτερον μωρούς τους φλεγομένους υπό του πόθου επιβιώσεως του ονόματος αυτών παρά τοις μεταγενεστέροις.
Aλλόκοτον όσον και κοινόν είναι το αίσθημα το άγον ημάς να μεριμνώμεν περί γεγονότων, τα οποία ενδέχεται να επέλθωσιν, όταν δεν θα υπάρχωμεν πλέον, και ν' αποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν εις την περί ημών γνώμην ανθρώπων, οίτινες δεν εγεννήθησαν ακόμη. Mεθύομεν προκαταβολικώς δι' οίνου, τον οποίον ουδέποτε θα πίωμεν. O πάγκοινος και ανεκρίζωτος εκ της καρδίας ημών πόθος μακράς υπάρξεως μ' εφαίνετο κατά την στιγμήν εκείνην τόσον άτοπος και παράλογος, ώστε ησχυνόμην ν' ανήκω εις το μωρόν και τρισάθλιον ανθρώπινον γένος και εζήλευα τας πετώσας υπεράνω του ρεύματος μικράς χρυσαλλίδας, τας οποίας επέμενα να ταυτίζω μετά των τρισολβίων εφημέρων.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Nα 'μουν στην πλώρη σου ήθελα...

Καράβι στην ποίηση & στη ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, λάδι σε καμβά

Η φυγή, το ταξίδι...
Το καράβι, η θάλασσα.
Επιτέλους να μας πάρει ένα καράβι...

Τελευταίο ταξίδι

Κώστας Καρυωτάκης

Kαλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Nα 'μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

H τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

...έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα...

Λογοτεχνία & ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Τοπίο Θεσσαλονίκης.
Ομίχλη, λιμάνι, Λευκός Πύργος.
Θεσσαλονίκη των χρωμάτων και των αναμνήσεων...

Ομίχλη
Γιώργος Ιωάννου

Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ' τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: "Eίχε κρύο τη νύχτα" ή "τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες".
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ' αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ' απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ' το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ' αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ' τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ' την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ' αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά 'ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ' όλα όσα είδα μέσα σ' αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ' τα πόδια στο υγρό χώμα.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα

Σχόλια & έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αλλαγή νυχτερινής βάρδιας, λάδι σε καμβά

Όταν τα λόγια μας δεν αρκούν, έρχονται οι ποιητές και αποκαθιστούν την αλήθεια των πραγμάτων...

Αμοργός
Νίκος Γκάτσος

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ' άστρα
Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.


Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ' ένα πηγάδι μ' αίμα.


Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.


Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.


Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν' ανοίξει ο πικραπήγανος
N' αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.


Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.