t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά...

Για ύστερη σας δίνω συμβουλή
ν' αφήσετε, παιδιά, αυτές τες τρέλες!
Αν θέλετε να σώστε την ψυχή,
χαρείτε το κρασί και τες κοπέλες!
Προσέξετε, σας προειδοποιώ,
γιατί σας πνίγω πάλι στο νερό!
Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά!
Εάν ποτέ πατήσει το ποδάρι
στο σπίτι μου αυτ' η σφηκοφωλιά,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει...
*
Enfants, ne m’en veuillez donc plus :
Les bons cœurs seront mes élus.
Sans que pour cela je vous noie,
Faites l’amour, vivez en joie :
Narguez vos grands et vos cafards.
Adieu, car je crains les mouchards.
À ces gens-là si j’ouvre un jour ma porte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδισ σε καμβά (λεπτομέρεια)

Πιερ-Ζαν ντε Μπερανζέ
Ο καλός Θεός

Μια μέρα με το σκούφο της νυκτός,
εβγήκε στ' ουρανού το παραθύρι,
κι εκοίταζε αφρόντιστα ο Θεός
τους κόσμους και τους τόπους που είχε σπείρει.
«Μη χάθηκ' η γη», είπε, και κοιτά
την είδε σε μια κόχη να γυρνά·
εγέλασε, κουνεί την κεφαλή,
και λέει με πονήρια και με χάρη:
«Αν ξέρουν το τι κάνουν εδ' εκεί,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει».

«Βρε, άνθρωποι, τι πράγματα κουτά
εμπήκαν στο μυαλό σας εκεί κάτω!»
(είπ' ο Θεός κι ερούφηξε μεμιά
ένα βαθύ ποτήρι ρετσινάτο).
«Για σας ότι φροντίζω δα πολύ
νομίζετε πως έχω συλλογή
τι κάνει το φτωχό σας το κουφάρι,
εκεί όπου παράμερα γυρνά!
Της γης σας να βαστώ το χαλινάρι
αν σκέφθηκα ποτέ, μωρέ παιδιά,
ο διάβολος, σας λέω, να με πάρει
να με πάρει.

Σας έδωκα, ως βλέπω, του κακού
κρασί, γυναίκες, τόσες ευτυχίες,
και θέλετε το πράμα του αλλουνού
και κάνετε πολέμους, εκστρατείες·
ξεσχίζεσθε σαν όρνια στ' όνομά μου
φωνάζετε πως είστε στράτευμά μου
και λέτε πως σας βοηθώ κι εγώ·
αν ξέρω τι θα πει σπαθί, κοντάρι,
αν έκαμα ποτέ τον στρατηγό,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει

Σε στόφες και χρυσάφια βουτημένοι,
σε θρόνους με διαμάντια καρφωτοί,
με μούτρα λαδωμένα, φουσκωμένοι
σαν κόκοροι, τι ζώα είν' αυτοί;
Τους λέτε βασιλιάδες και σαν λύκοι,
βυζαίνουν σας τα άκακα αρνιά,
και λεν πως ευλογώ το καμιτσίκι
που έχουν για τη ράχη σας - χαμπάρι
αν έχω για τα πράγματα αυτά,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει.

Εκείν' οι άλλοι μαύροι πειρασμοί
μου χάλασαν τη μύτη από λιβάνι,
θα κάμουν τη ζωή σαρακοστή,
φωνάζουν, - πως αν δεν μεταλαμβάνει
ο άνθρωπος, θα πάει θετικά
στην κόλαση· πως έχουν τα κλειδιά
του ουρανού, και τρέχουν με καμάρι
να δώσουν ευχές και ευλογίες·
αν ξέρω απ' αυτές τες ιστορίες
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει.

Για ύστερη σας δίνω συμβουλή
ν' αφήσετε, παιδιά, αυτές τες τρέλες!
Αν θέλετε να σώστε την ψυχή,
χαρείτε το κρασί και τες κοπέλες!
Προσέξετε, σας προειδοποιώ,
γιατί σας πνίγω πάλι στο νερό!
Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά!
Εάν ποτέ πατήσει το ποδάρι
στο σπίτι μου αυτ' η σφηκοφωλιά,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει.

(μετ. Ζαν Μορεάς)


Pierre-Jean de Béranger
Le Bon Dieu

Un jour, le bon Dieu s’éveillant,
Fut pour nous assez bienveillant.
Il met le nez à la fenêtre :
« Leur planète a péri peut-être. »
Dieu dit, et l’aperçoit bien loin
Qui tourne dans un petit coin.
Si je conçois comment on s’y comporte,
Je veux bien, dit-il, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Blancs ou noirs, gelés ou rôtis,
Mortels que j’ai faits si petits,
Dit le bon Dieu d’un air paterne,
On prétend que je vous gouverne ;
Mais vous devez voir, Dieu merci,
Que j’ai des ministres aussi.
Si je n’en mets deux ou trois à la porte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Pour vivre en paix, vous ai-je en vain
Donné des filles et du vin ?

À ma barbe, quoi ! des pygmées
M’appelant le Dieu des armées,
Osent, en invoquant mon nom,
Vous tirer des coups de canon !
Si j’ai jamais conduit une cohorte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Que font ces nains si bien parés,
Sur des trônes à clous dorés ?
Le front huilé, l’humeur altière,
Ces chefs de votre fourmilière
Disent que j’ai béni leurs droits,
Et que par ma grâce ils sont rois.
Si c’est par moi qu’ils règnent de la sorte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Je nourris d’autres nains tout noirs
Dont mon nez craint les encensoirs.
Ils font de la vie un carême,
En mon nom lancent l’anathème,
Dans des sermons fort beaux, ma foi,
Mais qui sont de l’hébreu pour moi.
Si je crois rien de ce qu’on y rapporte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Enfants, ne m’en veuillez donc plus :
Les bons cœurs seront mes élus.
Sans que pour cela je vous noie,
Faites l’amour, vivez en joie :

Narguez vos grands et vos cafards.
Adieu, car je crains les mouchards.
À ces gens-là si j’ouvre un jour ma porte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Δεν υπάρχουν σχόλια: