Σελίδες

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

τα σύννεφα που περνούν...

-Ε ! λοιπόν εσύ τι αγαπάς παράξενε ξένε ;
-Αγαπώ τα σύννεφα…τα σύννεφα που περνούν…εκεί πέρα…τα υπέροχα σύννεφα !...
*
- Eh! qu'aimes-tu donc, extraordinaire étranger?
- J'aime les nuages... les nuages qui passent... là-bas... là-bas... les merveilleux nuages!...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αγναντεύοντας τα σύννεφα, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
Μικρά ποιήματα σε πρόζα

Η σούπα και τα σύννεφα

Η μικρή μου τρελή αγαπημένη μού σέρβιρε το γεύμα , και από το ανοιχτό παράθυρο της τραπεζαρίας θαύμαζα τις κινούμενες αρχιτεκτονικές που ο Θεός φτιάχνει με τους ατμούς , τις υπέροχες κατασκεύες του άπιαστου . Και έλεγα μέσα στο θαυμασμό μου:-Όλες αυτές οι φαντασμαγορίες είναι σχεδον το ίδιο όμορφες με τα μάτια της όμορφής μου αγαπημένης , του μικρού τρελού τέρατος με τα πράσινα μάτια .
Κι απότομα δέχτηκα ένα άγριο χτύπημα γροθιάς πάνω στην πλάτη , κι άκουσα μια φωνή βραχνή και θελκτική , μια φωνή υστερική και σα χαλασμένη απ’ το ρακί , τη φωνή της ακριβής μου
μικρής αγαπημένης που μου έλεγε : -Θα φας επιτέλους τη σούπα σου , κ… μ… έμπορα συννέφων ;

Ο ξένος

-Ποιόν αγαπάς πιο πολύ , άνθρωπε αινιγματικέ , πες μου ; τον πατέρα σου ,τη μητέρα σου , την αδερφή σου ή τον αδερφό σου ;
-Δεν έχω ούτε πατέρα ,ούτε μητέρα , ούτε αδερφή , ούτε αδερφό .
-Τους φίλους σου ;
-Κάνετε χρήση μιας λέξης που μου έχει μείνει μέχρι τώρα άγνωστη.
-Την πατρίδα σου ;
-Αγνοώ σε πιο γεωγραφικό πλάτος είναι η θέση της .
-Την ομορφιά ;
-Θα την αγαπούσα με προθυμία θεά και αθάνατη .
-Το χρυσάφι ;
-Το μισώ όπως εσείς μισείτε το Θεό .
-Ε ! λοιπόν εσύ τι αγαπάς παράξενε ξένε ;
-Αγαπώ τα σύννεφα…τα σύννεφα που περνούν…εκεί πέρα…τα υπέροχα σύννεφα !

(μετ. Κώστας Ριτσώνης)

Charles Baudelaire
Petits poèmes en prose

La soupe et les nuages

Ma petite folle bien-aimée me donnait à dîner, et par la fenêtre ouverte de la salle à manger je contemplais les mouvantes architectures que Dieu fait avec les vapeurs, les merveilleuses constructions de l'impalpable. Et je me disais, à travers ma contemplation: "- Toutes ces fantasmagories sont presque aussi belles que les yeux de ma belle bien-aimée, la petite folle monstrueuse aux yeux verts."
   Et tout à coup je reçus un violent coup de poing dans le dos, et j'entendis une voix rauque et charmante, une voix hystérique et comme enrouée par l'eau-de-vie, la voix de ma chère petite bien-aimée, qui disait: "- Allez-vous bientôt manger votre soupe, s...b... de marchand de nuages?"

L'étranger

- Qui aimes-tu le mieux, homme enigmatique, dis? ton père, ta mère, ta soeur ou ton frère?
- Je n'ai ni père, ni mère, ni soeur, ni frère.
- Tes amis?
-Vous vous servez là d'une parole dont le sens m'est resté jusqu'à ce jour inconnu.
- Ta patrie?
- J'ignore sous quelle latitude elle est située.
- La beauté?
- Je l'aimerais volontiers, déesse et immortelle.
- L'or?
- Je le hais comme vous haïssez Dieu.
- Eh! qu'aimes-tu donc, extraordinaire étranger?
- J'aime les nuages... les nuages qui passent... là-bas... là-bas... les merveilleux nuages!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου