Τρόλεϊ φωτισμένο σαν βιτρίνα
σχίζει τη νύχτα. Ηλεκτρισμός,
καλώδια και ρόδες. Κίτρινο, μαύρο –
και κόκκινη η ακτινογραφία του.
(Η ζωή όμως δεν αστειεύεται.
Σε ράβει με τα δόντια σε τσουβάλι)...
Γιάννης Σταύρου, Π. Μελά, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Γιάννης Κοντός
Κίνδυνος στην πόλη
Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.
Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν – αλλά
κανείς δεν βλέπει.
Τρέχω – τρέχουμε.
Σκοντάφτω στον εαυτό μου.
Ο ποιητής παριστάνει
το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.
Πώς να σε πάρει ο ύπνος
Πώς να σε πάρει ο ύπνος με τέτοιες μυρουδιές
ένα γύρο σου;
Θαμμένοι σ’ ένα σπίτι αποστειρωμένο,
μέσα σε γάζες και στο οινόπνευμα.
Ακουμπισμένοι στο γραμμόφωνο που παίζει
τα τραγούδια που μας έκαναν άντρες.
Περνούμε κάτι βδομάδες
όλο αργές
και επικίνδυνα σιωπηλές
Κυριακές.
Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα.
Μόνο ο κρεμασμένος μένει στη θέση του
– στον στύλο του ηλεκτρικού
– Και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ.
Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο
Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο.
Δεν μπορώ να μετακινηθώ. Ένα λιοντάρι
με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του.
Δεν είμαι ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων,
ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω ούτε λιοντάρια
ούτε ανθρώπους. Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω
και να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ.
Τα οστά
60.
Τρόλεϊ φωτισμένο σαν βιτρίνα
σχίζει τη νύχτα. Ηλεκτρισμός,
καλώδια και ρόδες. Κίτρινο, μαύρο –
και κόκκινη η ακτινογραφία του.
(Η ζωή όμως δεν αστειεύεται.
Σε ράβει με τα δόντια σε τσουβάλι).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου