Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει...
Γιάννης Σταύρου, Χειμωνιάτικο απόγευμα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
Το τελευταίο τόξο
Άφάνησε με, Κύριε, να μην ακούω
Το γδύσιμο των στομωμένων χρόνων, δώσε
Στη δεδομένη της χειρονομία να τραπεί η οδύνη :
Το έσχατο μου απέμεινε
Τόξο του κύκλου απ’ τη ζωή μου.
Κάνε με αέρα που αλητεύει ευτυχισμένος,
Κριθάρι, σπάρτο, ίσως λέπρα
Που τη γνωρίζεις μόνο από το ξέσπασμα της.
Ας μου είναι εύκολο να σε αγαπήσω
Στο χορτάρι που αντρειεύει στο φως,
Στις πτυχές που μετρούνε τα χρόνια στη σάρκα
Επεχείρησα τη ζωή :
Καθένας, ξυπόλητος
Γονατίζει στην αναζήτηση.
Ακόμη με αφήνεις: Μόνο
Στον ήσκιο που τη νύχτα λιμνάζει,
Κι ούτε ένα πέρασμα δεν μου ανοίγεται
Από την παραμορφωμένη φύση
Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει.
Κανείς, θα μπορούσε και να προδώσει
Στις φλόγες εκείνες τη νύχτα,
Ν’ αρνηθεί
τη γη, τρεις φορές.
Σπας
Που εδώ και χρόνια, τι χρόνια,
Τ’ αστέρια
Στα κανάλια να επιπλέουν,
Βρομισμένα
Κοιτάς
Δίχως απέχθεια όμως,
Αν κάποιον στη γη αγαπάς,
Αν το νωπό το ξύλο τερετίζει, και
Αποτεφρώνεται η γεωμετρία
Του φύλλου που, τσιρίζοντας, σε ζεσταίνει.
(Μετ. Χρίστος Κρεμνιώτης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου